Κοντά στα μικρασιατικά παράλια βρίσκεται το Πυθαγόρειο της Σάμου, το «Τηγάνι», όπως το έλεγαν τότε και αρκετές χιλιάδες ήταν οι Σαμιώτες που οδηγήθηκαν στο δρόμο της προσφυγιάς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Η Μάρω Σμυρνιωτοπούλου – Λιακοσταύρου ακολούθησε το δρόμο της προσφυγιάς, θυμάται και μας διηγείται.

HPIM1373-Πότε φύγατε από τη Σάμο;

-Φύγαμε από το Πυθαγόρειο, το «Τηγάνι», όπως το λέγαμε ανήμερα του μεγάλου βομβαρδισμού στις 17 Νοεμβρίου 1943. Ήμουν σε ηλικία 6 χρονών και ήταν αφού είχαν συνθηκολογήσει οι Ιταλοί και περιμέναμε ότι θα έρχονταν γερμανικές δυνάμεις στο νησί. Είχε ειδοποιηθεί ο πατέρας μου ότι έπρεπε να φύγει, γιατί οι καταδότες τον είχαν εντοπίσει, είχαμε κρύψει έναν Άγγλο στην αυλή μας.

Να σας πω ότι ακούγαμε από το Πυθαγόρειο, τους βομβαρδισμούς της Λέρου, όταν οι Γερμανοί εισέβαλλαν στο νησί.

-Πριν το γερμανικό βομβαρδισμό, η ιταλική περίοδος της κατοχής, πώς ήταν;

-Τα προηγούμενα χρόνια τη κατοχής από τους Ιταλούς, ήταν περίοδος πείνας για το νησί. Εμείς στερηθήκαμε αλλά δεν πεινάσαμε. Η μητέρα μου ήταν από το χωριό των Μυτιληνιών και οι συγγενείς μας όλο και κάτι μας έστελναν.

Κοντά στο σπίτι μας ήταν το σπίτι όπου οι Ιταλοί έφτιαχναν το συσσίτιο και έκαναν ουρά τα παιδάκια με τα κατσαρολάκια για να πάρουν φαγητό.

Επίσης απέναντί μας ήταν το σπίτι που οι Ιταλοί είχαν επιτάξει για καραμπινιερία και εκεί έκαναν και βασανιστήρια. Ακούγαμε τα βογγητά και μάλιστα μία φορά είχε λιποθυμήσει η μητέρα μου. Στο μαγαζί του πατέρα μου (κουρείο) έλεγαν «τους χτυπάνε στην κάσα». Δεν ξέρω τι σήμαινε η κάσα.

Μία άλλη φορά στο σπίτι τραγούδαγαν τραγούδια εναντίον της Ιταλίας και της Γερμανίας και ένας Ιταλός που το αντελήφθη, ζήτησε από τη μάνα μου να σταματήσουν και εκείνη του απάντησε «Vino –Vino», δηλαδή ότι είχαν πιεί κρασί.

Εμένα ένας Ιταλός μου έδινε σοκολάτες, γενικά τα μικρά παιδιά οι Ιταλοί τα αγαπούσαν.

το κουρείο στο Πυθαγόρειο
το κουρείο στο Πυθαγόρειο

-Να πάμε στην ημέρα του βομβαρδισμού της Σάμου από τους Γερμανούς.

-Γυρνάμε στο βομβαρδισμό και θυμάμαι ότι ήταν μεσημέρι και γύρναγα από το κουρείο του πατέρα μου που του είχα πάει φαγητό. Τα αεροπλάνα δεν βομβάρδισαν το Πυθαγόρειο, αλλά συνέχισαν για το Βαθύ όπου έγινε το πρώτο χτύπημα. Πριν έρθουν το απόγευμα να μας βομβαρδίσουν, αρκετοί είχαμε προλάβει να κρυφτούμε σε σπηλιές που τις λέγαμε «βρυσούλια» και στο σπήλαιο της Παναγίας της Σπηλιανής. Όλο το χωριό έζησε εκεί περίπου 7 μήνες. Στο Βαθύ υπήρχε ένα καταφύγιο, το οποίο το χτύπησαν οι Γερμανοί, υπήρχαν υπόνοιες ότι είχε δοθεί η θέση του από καταδότες. Είχαμε μέσα στο καταφύγιο συγγενείς και μεταξύ όσων επέζησαν και μεταξύ των θυμάτων. Ήταν η θεία μου με τον ξάδερφό μου ο οποίος σκοτώθηκε.

Στο Πυθαγόρειο ένας που το όνομά του ήταν «Κλειδωνιάρης» ανέβηκε πάνω σε μία μυγδαλιά να δει το βομβαρδισμό και εκεί τον πολυβόλησε και τον σκότωσε ένα αεροπλάνο.

Μετά το βομβαρδισμό, ο πατέρας μου πήρε έναν καπετάνιο που τον έλεγαν Χούμα και ήταν από τη Χώρα και με το καΐκι του φύγαμε. Επιβιβάστηκαν και αρκετοί συγγενείς μας, κοντά 20 άτομα ήμασταν οι πρόσφυγες και φύγαμε. Μάλιστα βγήκε μία φήμη ότι εγώ επιχειρώντας να επιβιβαστώ, έπεσα στη θάλασσα και όσοι έμειναν έψαχναν να με βρουν, ακόμα και μέσω του Ερυθρού Σταυρού με έψαχναν κάποιοι θείοι μου.

Φεύγοντας αφήσαμε ανοιχτές κονσέρβες για τη γάτα μας, δεν είχαμε συνειδητοποιήσει για πόσο χρονικό διάστημα θα λείπαμε. Σαν τώρα θυμάμαι που τις ανοίγαμε με τα κλειδάκια και τις αφήσαμε στο πέτρινο πεζούλι της Σπηλιανής, για να βρούμε τη γάτα μας ζωντανή, σαν θα γυρίζαμε. Φυσικά, ήταν κονσέρβες με κορν-μπηφ για τον κόσμο. Η Φιφή (η γάτα, για την ιστορία, επέζησε και τη βρήκαμε, όταν γυρίσαμε, με ιδιοκτήτρια την «αστυνόμαινα» του χωριού, έπεσε μαλλιοτράβηγμα, επενέβησαν οι γείτονες και την πήραμε, πίσω!).

Ήμασταν τέσσερα άτομα η δικιά μου οικογένεια, η θεία μου – αδελφή του πατέρα μου, οι δύο κόρες της, η μία είχε και μικρό παιδί, το Νίκο (ο άντρας της θείας μου ο Κλεάνθης και ο αδερφός των κοριτσιών είχαν ήδη φύγει για τη Μέση Ανατολή), η οικογένεια του νονού μου (Γιώργος Μανωλιός είχε βρεθεί με ένα μότορσιπ στην Κύπρο), που αποτελούσαν η γυναίκα του και οι κόρες Αθηνά, Ελένη, Μαριάννα. Ο γιός του είχε ήδη περάσει στο Κουσάντασι με κουρίτα, το κανό της εποχής. Μαζί μας ταξίδεψαν και η Ευαγγελία – ιδιοκτήτρια του σπιτιού που είχε γίνει καραμπινιερία και η κόρη της Μαρίτσα. Φτάσαμε σε μία βραχονησίδα το Διαπόρτι αν θυμάμαι καλά και γενικά ο πλούς δεν ήταν προς το Κουσάντασι, αλλά πιο νότια. Στο ταξίδι απαγορεύονταν ακόμα και το τσιγάρο για να μην δίνει η κάφτρα του στόχο μέσα στη νύχτα.

η οικογένεια Σμυρνιωτοπούλου
η οικογένεια Σμυρνιωτοπούλου

-Τι θυμόσαστε από την αποβίβαση και μετά;

-Θυμάμαι ότι όταν μας έβγαλαν στη στεριά μείναμε μέσα σε ένα κτίσμα, οι μεγάλοι δεν ξέρω τι επαφές έκαναν και βρεθήκαμε σε ένα τρένο. Κάναμε μεγάλη διαδρομή, συχνά αλλάζαμε συρμό και βαγόνια, άλλοτε με εμπορεύματα και ζώα, άλλοτε με ανθρώπους, υπήρχαν και άλλοι Έλληνες πρόσφυγες από την Ικαρία και τη Λέρο.

Οι συνθήκες του ταξιδιού ήταν κακές και κάποια στιγμή βρεθήκαμε στα Άδανα, όπου έγινε μεγάλη στάση και μας πήρε ο πατέρας μου και πήγαμε σε ένα εστιατόριο και φάγαμε. Στο ταξίδι θυμάμαι τα ονόματα των πόλεων που άκουγα, Ικόνιο, Αφιόν Καραχισάρ, κλπ.

Στην Τουρκία σε κάποια στάση που είχαμε χρόνο, πήγαμε σε νοσκομείο τη θεία μου για να της βγάλουν θραύσματα που είχε από το βομβαρδισμό στο Βαθύ.

Ακολούθως αποβιβαστήκαμε στο Χαλέπι, όπου κάναμε λουτρό και μας πέρασαν τα ρούχα από κλίβανο και συνεχίσαμε για την Παλαιστίνη.

Θυμάμαι ότι όταν μάθαιναν ότι στο τρένο έρχονταν πρόσφυγες, έρχονταν ο κόσμος και μας έδινε πορτοκάλια και εμείς απλώναμε τα χέρια μας από τα παράθυρα του τρένου και τα παίρναμε. Η Μαρίτσα που ήταν πιό μεγάλη, άπλωνε το χέρι της που ήταν πιό μακρύ και τα έπαιρνε και ο κόσμος φώναζε απ’ έξω «για το μικρό, για το μικρό».

 

Φωτο: αρχείο Μ. Σμυρνιωτοπούλου – Λιακοσταύρου

Κεντρική φωτο: σύνθεση με το βομβαρδισμό στο Βαθύ

Συνέντευξη: Nάσος Μπράτσος

Όλοι οι κύκλοι του αφιερώματος στην ανάρτηση: Αναγνώριση της ερευνητικής δουλειάς του ert.gr

Κάθε μέρα λίγα λεπτά μετά τις 7πμ διαβάστε στο www.ert.gr:

Κυριακή 18 Ιουνίου 2017: Σάμος: Από το «Τηγάνι» μέχρι το Νουσεϊράτ – Το προσφυγικό ταξίδι της Μ. Σμυρνιωτοπούλου (β’ μέρος)

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017: Σταμάτης Μαυρογεώργης: Από τα υποβρύχια μέχρι τις μεταφορές προσφύγων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017: Casarma: Το ιταλικό παρατηρητήριο στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (pic)

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017:  Διογένης Μαυρογεώργης: Η απόδραση από το κρατητήριο των Ιταλών και η πορεία του στη Μέση Ανατολή

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017: Ο Κώστας Βαρβέρης θυμάται τα χρόνια της κατοχής στη Σύρο

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017: Η Σύρος τα χρόνια της κατοχής: Συνέντευξη με την Παναγιώτα Καρέλλα – Λειβαδάρα  

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017: Η Δ. Σπανού – Μπονάτσου στο ert.gr: Η δασκάλα των προσφυγόπουλων στο Νουσεϊράτ

Κυριακή 25 Ιουνίου 2017: Από τον Άγιο Φωκά το 1942 έως την Κύπρο δαμάζοντας τα κύματα – Η προσφυγική οδύσσεια του Ν. Φουντούλη

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017: Προχωράει η διαμόρφωση του «μνημείου της προσφυγιάς»

Τρίτη 27 Ιουνίου 2017: Η φιλόξενη αγκαλιά του Λιβάνου στους Έλληνες πρόσφυγες
 
Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017: Τσεσμές: Το Hot Spot των Ελλήνων προσφύγων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο      

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017: Αεροπορικώς ψάρια για τις λίμνες της Ελλάδας – Μετά το κατοχικό πλιάτσικο

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017: H διπλή προσφυγιά του ποιητή Φώτη Αγγουλέ

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017: «Τρώγαμε και τσικνήθρες (τσουκνίδες) και μολόχες» ο Γ. Ψιλόπουλος θυμάται την κατοχή στη Σύρο

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017: Επιβίωση με δελτία τροφίμων και «αραντό» στη Σύρο της κατοχής

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017: Η μάχη του Ελ Αλαμέιν και η επίπτωσή της στις μετακινήσεις Ελλήνων προσφύγων

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017: Κατοχικές πανιότες σκατολέτες και λούπινα – Οι αναμνήσεις του Συριανού Σπύρου Κρεατσούλα

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017: ΑSYA MINOR yeniden: Η τουρκική ματιά στην ελληνική προσφυγιά του Β’ Παγκοσμίου πολέμου

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017: Mαρία Οικονόμου – Μανωλιού: Το προσφυγικό της ταξίδι από τη Σάμο στη Γάζα

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017: Ανδρέας Χριστόπουλος – από το πολεμικό ναυτικό στα «σύρματα» των Εγγλέζων στην Αίγυπτο