Ο πόλεμος στη Συρία κρατάει 7 χρόνια. Επιτευχθείσα στο τέλος του 4ου χρόνου του, η διεθνής συμφωνία για την αντιμετώπιση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν έδωσε στην περιοχή μια εντύπωση, αν όχι και πραγματική ικανότητα, συγκράτησης περαιτέρω εντάσεων. Πλέον, με την απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη συμφωνία, οι εντάσεις αυτές είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε μια εποχή όπου μεγάλες δυνάμεις εμπλέκονται δι αντιπροσώπων σε πολλούς πολέμους. Συγχρόνως, ο κίνδυνος αυτός παραμένει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό επιχείρημα των εμπλεκομένων δυνάμεων.

Η απόφαση του προέδρου Τραμπ δεν ήταν απροσδόκητη. Ο ίδιος την είχε σχεδόν προαναγγείλει, ο Εμανουέλ Μακρόν την είχε αποδεχθεί, όπως και η Άνγκελα Μέρκελ, και ακόμα και το Ιράν είχε αντιδράσει εκ των προτέρων, με την οικονομία του να προεξοφλεί το ναυάγιο. Ακόμα και με αυτά τα δεδομένα, οι αντιδράσεις στην απόφαση της αμερικανικής ηγεσίας παραμένουν απρόβλεπτες, καθώς τα ρήγματα βαθαίνουν σε διάφορα μέτωπα: Στη Μέση Ανατολή, η οποία αναζητά καινούριες ισοροπίες. στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους συμμάχους της. και στις σχέσεις των Η.Π.Α. αλλά και της Ευρώπης με την Ρωσία.

Το Ιράν υπέγραψε τη συμφωνία που έθεσε το πυρηνικό του πρόγραμμα (τον τερματισμό του πυρηνικού του προγράμματος) υπό την επιτήρηση διεθνών Αρχών, προσδοκώντας οικονομικά και πολιτικά οφέλη, τα οποία θα προέρχονταν από την έγκριση που θα έδιναν οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και οι άλλες χώρες στη δραστηριοποίηση Δυτικών εταιρειών στη χώρα. Η απειλή που προκύπτει από την απόσυρση της Αμερικής είναι πως οι οικονομικές κυρώσεις που θα επιβληθούν από την κυβέρνηση Τραμπ σε αυτές τις εταιρείες και τους επενδυτές (στο πλαίσιο, ασφαλώς, της παράλληλης δραστηριοποίησής τους στις Η.Π.Α.) θα είναι απολύτως αποτρεπτικές. Ακόμη, οι χώρες που θα συνεργάζονται με το Ιράν θα αντιμετωπίσουν κυρώσεις από τις Η.Π.Α., αν και αυτό είναι μια εξόχως πολυπλοκότερη διπλωματική άσκηση ισοροπίας. Το Ιράν, λοιπόν, καλείται τις επόμενες εβδομάδες να εξερευνήσει τα οφέλη από την πιθανή τήρηση της συμφωνίας με τις υπόλοιπες χώρες που την υπέγραψαν αρχικά (Γαλλία, Γερμανία, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ηνωμένο Βασίλειο, Κίνα, Ρωσία) και να αποφασίσει την μελλοντική του πορεία, με την εμπειρία όχι μόνο των πρόσφατων εξελίξεων, αλλά και του ότι οι αμερικανικές κυρώσεις παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό εν ισχύ ακόμη και πριν από τις εξελίξεις αυτές, εμποδίζοντας την ιρανική οικονομική ανάπτυξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος Χασάν Ρουχανί έχει ήδη σχολιάσει πως το Ιράν θα παραμείνει πιστό στη συμφωνία, όμως, όπως παρατηρεί και το Reuters, η δέσμευσή του εξαρτάται από την πορεία των καινούριων διαπραγματεύσεων. Σε αυτές θα βαρύνει, βεβαίως, η εκφρασθείσα επιθυμία των άλλων χωρών να διατηρήσουν την συμφωνία σε ισχύ, πιθανώς επιτρέποντας στο Ιράν μεγαλύτερες αξιώσεις. Ο Ρουυχανί καλείται να συνεκτιμήσει και την αυξανόμενη αντίδραση στη συμφωνία από το συντηρητικότερο πολιτικό καθεστώς της χώρας του, καθώς και την οργή των πολιτών που βλέπουν τη χώρα τους να συνεχίζει να παλεύει με την οικονομική απομόνωση, αλλά και διψήφια ποσοστά ανεργίας και πληθωρισμού, όπως τονίζουν και οι New York Times.

«Θα έχουμε περισσότερη μετανάστευση, περισσότερη ανεργία, περισσότερες χρεοκοπίες, περισσότερη φτώχεια», σχολιάζει στην εφημερίδα ένας Ιρανός, θίγοντας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο ίδιος ο Ρουχανί, μια και η απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι προσωπικά προσβλητική για τον Ιρανό πρόεδρο που την υπέγραψε, δεχόμενος εξ αρχής αυστηρή κριτική για την αποδοχή των Η.Π.Α. ως καθοριστικού συνομιλητή της χώρας. Για πολλούς Ιρανούς, η αμερικανική απόσυρση από την συμφωνία είναι η επίσημη αποδοχή της διάψευσης των προσδοκιών τους για κάτι καλύτερο. Φυσικά, ούτε όσοι περίμεναν τα πράγματα για τη χώρα τους να χειροτερέψουν μπορούν να πανηγυρίσουν την επιβεβαίωσή τους. Δεν είναι μόνο ότι η επιβεβαίωσή τους, αν έρθει οριστικά, θα έχει τη μορφή μιας σκληρής πραγματικότητας: Τόσο οι περισσότερο μετριοπαθείς, όσο και οι αυστηρότερες πολιτικές έχουν αποτύχει να προσφέρουν στο Ιράν την οικονομική ανάπτυξη που αναζητά, αναδεικνύοντας ολοένα και περισσότερο το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει. Οι εκπρόσωποι των αυστηρότερων πολιτικών κερδίζουν, βεβαίως, ένα σημαντικό επιχείρημα, μια και όπως σχολιάζει στο Reuters ο διευθυντής του προγράμματος Ιρανικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, Αμπάς Μιλάνι, θα έχουν πλέον να κατηγορούν τις Ηνωμένες Πολιτείες για την κατάσταση της οικονομίας. Ο Αγιατολάχ Αλί Καμενεΐ είχε στο παρελθόν τονίσει πως, αν η Αμερική αποσυρόταν από αυτήν, η χώρα του θα «κομμάτιαζε» την συμφωνία. Τώρα, με τον επικεφαλής του Ιρανικού στρατού, Στρατηγό Μοχάμεντ Μπάκερι, να χαρακτηρίζει τις Η.Π.Α. ως μια υπερφίαλη χώρα που «ούτε καν τίμησε την υπογραφή της», και με διάφορα μέλη του ιρανικού κοινοβουλίου να ξεκινούν μια συνεδρίαση με το κάψιμο της αμερικανικής σημαίας και ενός ομοιώματος της συμφωνίας, το ενδιαφέρον για την επιβεβαίωση ή μη των σχολίων του Καμενεΐ αυξάνεται. Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου έκανε ένα ακόμα αυστηρότερο σχόλιο για τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι «δεν έχει τη διανοητική ικανότητα να αντιμετωπίσει τα ζητήματα».

Χωρίς τις ίδιες ακριβώς προσβολές, πλήθος αναλυτών και πολιτικών εκφράζουν παρόμοιες ανησυχίες για την πιθανότητα πως η αμερικανική απόσυρση από τη συμφωνία θα θέσει σε κίνηση αλυσιδωτές αντιδράσεις στην περιοχή. Μπορεί κάποιοι στο Ιράν, όπως ο βουλευτής Αμπολφάζλ Χασάν Μπεϊτζί, να μιλούν για άμεση επανεκκίνηση του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, με μεγαλύτερη ταχύτητα, όμως η πραγματικότητα δεν περιορίζεται στις ανενεργές για την ώρα εγκαταστάσεις της χώρας. Το Ιράν εμπλέκεται στις πολεμικές επιχειρήσεις σε Συρία και Υεμένη, ενώ παραμένει αναμεμειγμένο και σε πολιτικές διαμάχες στο Ιράκ και τον Λίβανο. Αντιτιθέμενα στο Ιράν είναι το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία, οι οποίες και υποδέχθηκαν με ανακούφιση τις πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με την συμφωνία, συγχαίροντας τον Αμερικανό πρόεδρο για την πρωτοβουλία.

Στη Συρία, μέρος της επίλεκτης ομάδας της ιρανικής φρουράς επιχειρεί στο πλευρό των δυνάμεων του Μπασάρ Αλ Άσαντ. Όπως σχολιάζει το Bloomberg, ο πόλεμος στη Συρία έχει περάσει σε μια φάση, κατά την οποία τα διάφορα μέρη προσπαθούν να παγιώσουν τις θέσεις και τα κέρδη τους, με το Ιράν να εδραιώνει στη χώρα τη στρατιωτική του παρουσία, η οποία εξοργίζει το Ισραήλ. Πριν τρεις ημέρες, το Ισραήλ κλιμάκωσε την διπλωματική και στρατιωτική του εκστρατεία με μια πυραυλική επίθεση εναντίον ιρανικών στρατιωτικών θέσεων στη Συρία. Η επίθεση ακολούθησε αντίστοιχη ιρανική εναντίον του ισραηλινού τμήματος των Υψιπέδων του Γκολάν, και ήταν σημαντική επιδείνωση στις σχέσεις των δύο χωρών, παρ’ότι ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Άβιγκντορ Λίμπερμαν, τόνισε πως η χώρα του δεν έχει κάποια επιθυμία περαιτέρω κλιμάκωσης, σχολιάζοντας χαρακτηριστικά -και αντίθετα με την παραδοσιακή ισραηλινή τακτική της απουσίας επίσημης παραδοχής στρατιωτικών επιχειρήσεων- «ελπίζω πως τελειώσαμε με αυτό το κεφάλαιο, και πως όλοι πήραν το μήνυμα». Είναι χαρακτηριστικό πως η ιρανική και η ισραηλινή επιχείρηση πραγματοποιήθηκαν με ελάχιστη χρονική απόσταση από την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ, δείχνοντας πώς ανοίγει εκ νέου η υπόθεση της Μέσης Ανατολής.

Στις προηγούμενες «σελίδες» αυτού του κεφαλαίου που σχολιάζει ο Λίμπερμαν, ο Μπένιαμιν Νετανιάχου είχε επικοινωνήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο για να τον πείσει προς την απόσυρση από την ιρανική συμφωνία. Ακόμη, πλέον προσφάτως είχε συναντηθεί με τον Ρώσο πρόεδρο, για να εκφράσει τις ανησυχίες του για την πιθανή παράδοση του ρωσικού αμυντικού συστήματος S-300 στη Συρία. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ είχε πει μετά τη συνάντηση εκείνη πως κατάφερε να πείσει τον Βλάντιμιρ Πούτιν να αναβάλει την πώληση προηγμένων οπλικών συστημάτων στη Συρία. Βεβαίως, η Ρωσία παραμένει ο σημαντικότερος σύμμαχος της Συρίας, και αυξάνει συνεχώς την επιρροή της στην περιοχή, φροντίζοντας μάλιστα να μείνει επισήμως μακριά από την άμεση διένεξη Ισραήλ-Ιράν. Σημαντικό ρόλο σε αυτό φαίνεται να παίζει και το ότι, όπως τονίζουν οι New York Times, οι στόχοι Ρωσίας και Ιράν για το μέλλον της Συρίας διαφέρουν, κάνοντας τους δύο συμμάχους να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλον, μια και η Ρωσία προτιμά μια ισχυρή κυβέρνηση στη χώρα, ενώ το Ιράν έχει να κερδίσει περισσότερα από μια πιο αδύναμη κυβέρνηση που θα διευκόλυνε την δική του παρουσία στο έδαφός της. Είναι επίσης σημαντικό πως, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η ισραηλινή κυβέρνηση, η Ρωσία ήταν ενήμερη για την πρόσφατη επιχείρηση εναντίον των ιρανικών στόχων. Για το Ισραήλ, το πρόβλημα με τη Συρία είναι ο φόβος εγκατάστασης ενός ικανού ιρανικού ή υποστηριζόμενου από το Ιράν μηχανισμού στη χώρα.

Οι επιπτώσεις της αμερικανικής απόσυρσης από την συμφωνία για το Ιράν αφορούν και την περαιτέρω δραστηροποίηση των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Μιλώντας για αυξημένη πιθανότητα πολέμου ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ, ο αποστρατευθείς Αμερικανός στρατηγός Γουέσλεϊ Κλαρκ, πρώην διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη κατά τον πόλεμο στο Κόσοβο, σχολίασε πως, υπό τον πρόεδρο Τραμπ, το Ισραήλ είναι περισσότερο πιθανό να βρει ανταπόκριση στα αιτήματα που και στο παρελθόν έχει απευθύνει στις Ηνωμένες Πολιτείες για βοήθεια στην στρατιωτική αντιμετώπιση της πυρηνικής απειλής στο Ιράν. Η Washington Post τονίζει πως, παρ’ότι ο πρόεδρος Τραμπ συχνά σχολιάζει ότι δεν επιθυμεί καινούριους πολέμους στη Μέση Ανατολή, οι αποφάσεις του όχι μόνο έχουν επιτρέψει μια τέτοια πιθανότητα, αλλά έχουν δεσμεύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να αναλάβουν ενεργό ρόλο αν η πιθανότητα γίνει πραγματικότητα. Συγχρόνως, δεν θα έπρεπε να αγνοεί κάποιος ότι όλα αυτά εξελίσσονται μόλις λίγες ημέρες πριν ολοκληρωθεί η μετακίνηση της αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, η οποία είναι βέβαιο πως θα εντείνει τα πάθη σε μια ευαίσθητη περιοχή, η οποία καθιερώνεται, τουλάχιστον προσωρινά, ως το θέατρο του μεγαλύτερου χάσματος ανάμεσα στην αμερικανική και τη διεθνή διπλωματία. Όπως σχολιάζει ο Atlantic, η πλειοψηφία των Γερμανών εκτιμά πως οι σχέσεις της χώρας τους με τις Η.Π.Α. είναι κακές ή και πολύ κακές. Πέρα από την κοινή γνώμη, οι τιμές του πετρελαίου και η αγορά ενέργειας γενικότερα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό πως θα αντιμετωπίζεται το Ιράν, ενώ χώρες όπως η Κίνα έχουν αναπτύξει βαθιές οικονομικές σχέσεις με τη χώρα.

Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους, για τους οποίους η αμερικανική απόφαση αντιμετωπίζεται με ανησυχία ακόμη και στο εσωτερικό της χώρας, όπου ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα αποφάσισε -σε μια σπάνια κίνηση- να σχολιάσει ευθέως τις κινήσεις του διαδόχου του, τις οποίες χαρακτήρισε σοβαρό λάθος. Στο φημισμένο ινστιτούτο Brookings, όλοι οι ειδικοί κατακεραύνωσαν την απόσυρση της Αμερικής από τη συμφωνία για το Ιράν, τονίζοντας την απουσία στρατηγικής και σχεδίου. Βεβαίως, σε εκείνο το κομμάτι του κόσμου, τόσο η απουσία, όσο και η παρουσία σχεδίου ανησυχούν τους ειδικούς -και ασφαλώς τους κατοίκους.

Μοιράσου το άρθρο: