Οι Γάλλοι δεν συμπαθούν την γαλλική κυβέρνηση. Η γερμανική κυβέρνηση δεν συμπαθεί την γερμανική κυβέρνηση. Η Ευρώπη δεν συμπαθεί την αμερικανική κυβέρνηση. Τις επόμενες ημέρες, αυτές οι τρεις κυβερνήσεις θα προσπαθήσουν να αγαπήσουν η μία την άλλη, να σώσουν το υπερατλαντικό εμπόριο, και να διασφαλίσουν την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Εμανουέλ Μακρόν και η Άνγκελα Μέρκελ καταφτάνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες με απώτερο σκοπό να απομακρύνουν τον Ντόναλντ Τραμπ από τα πιο πολεμικά του ένστικτα σε σχέση με το διεθνές εμπόριο. Η αμερικανική κυβέρνηση ετοιμάζεται να αποφασίσει στο τέλος του μήνα αν η εξαίρεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους επιπλέον δασμούς που επιβλήθηκαν στην εισαγωγή χάλυβα και αλουμινίου θα είναι μόνιμη. Πολλά στοιχεία υποστηρίζουν την εκτίμηση πως η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν επιθυμεί πράγματι έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο, και πως αξιοποίησε αποτελεσματικά τη σχετική συζήτηση για να ξεκινήσει μια διαπραγμάτευση. Συγχρόνως, όμως, ο εκλαμβανόμενος ως τουλάχιστον κυκλοθυμικός χαρακτήρας του Αμερικανού προέδρου δεν επιτρέπει στις αγορές να ησυχάσουν, με αποτέλεσμα να αναζητούνται συχνά δίαυλοι επικοινωνίας με έναν ηγέτη που φαίνεται απρόβλεπτος, ειδικά στην επιλογή των έμπιστων συνομιλητών του, οι οποίοι μπορούν να τον επηρρεάζουν. Η γαλλογερμανική ηγεσία εισέρχεται στις συζητήσεις στο πλαίσιο ευρύτερων εξελίξεων, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν την επίθεση στη Συρία –ένα ακόμη αγκάθι στις σχέσεις του προέδρου Τραμπ και της Γερμανίδας καγκελαρίου, αφού η Γερμανία δεν συμμετείχε στην επιχείρηση.

Βεβαίως, όσο οι Μακρόν και Μέρκελ καταφτάνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλο τόσο καταφεύγουν εκεί, βάζοντας χιλιάδες χιλιόμετρα ανάμεσα στους εαυτούς τους και τα αυξανόμενα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στο εσωτερικό των χωρών τους, και τα οποία προβάλλονται σταθερά από τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Σε συνεχή του άρθρα, το Bloomberg αναλύει τόσο τους τριγμούς στο εσωτερικό της γερμανικής κυβερνητικής συμμαχίας, όσο και στην γαλλική κοινωνία, όπου αυξάνεται η αντίθεση προς τις πολιτικές του Εμανουέλ Μακρόν. Οι New York Times ασχολήθηκαν εκτενώς με την τηλεοπτική συνέντευξη του Γάλλου προέδρου στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, όταν ο Ζαν-Λικ Μελανσόν βρήκε την ευκαιρία να σχολιάσει πως «ο Δίας έπεσε από τα ουράνια!».

Ο Γάλλος ηγέτης αναφερόταν σε μια συνέντευξη που στη Γαλλία χαρακτηρίστηκε ως «αγώνας πυγμαχίας» ανάμεσα στους δημοσιογράφους και τον πρόεδρο Μακρόν, και της οποίας η προσβολή μετριέται -για τους New York Times- και με τα ρούχα, αφού «οι πεπειραμένοι δημοσιογράφοι δεν φορούσαν γραβάτες». Η αμερικανική εφημερίδα συμπληρώνει τον κατάλογο των προσβολών με τις περισσότερο πολιτικές, είτε ήταν ευθείες, είτε όχι. Για παράδειγμα, ο Ζαν-Ζακ Μπουρντέν και ο Εντουί Πλενέλ, οι δημοσιογράφοι που «ανέκριναν» τον Γάλλο πρόεδρο, τον κατηγόρησαν χωρίς περιστροφές για τις πολιτικές του, με τον Μπουρντέν να τον κατηγορεί πως ψάχνει «μετρητά στις τσέπες των συνταξιούχων», και τον Πλενέλ -πρώην αρχισυντάκτη του Le Monde- να σχολιάζει πως υπάρχει «αγανάκτηση σε κάθε τομέα» της γαλλικής κοινωνίας. Κανείς από τους δύο δημοσιογράφους δεν προσφώνησε τον Εμανουέλ Μακρόν ως «κύριο Πρόεδρο», επιλέγοντας αντ’αυτού το πλήρες όνομά του, Εμανουέλ Μακρόν, κατά τρόπο που για τον αναλυτή των New York Times αντηχούσε τον τόνο της γαλλικής επανάστασης και αντιστοιχούσε στην προσφώνηση «πολίτη Μακρόν».

Πολίτης και πρόεδρος, ο Εμανουέλ Μακρόν έχασε για αρκετή ώρα την αυτοπεποίθηση και την αυτοσυγκράτησή του στην συνέντευξη, πριν καταφέρει να αντικρούσει κάποιες από τις βαρύτερες κατηγορίες εναντίον του, επιμένοντας πως οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί είναι αναγκαίες, και πως η αγανάκτηση των Γάλλων, εκ των οποίων περισσότεροι από 7 στους 10 χαρακτηρίζουν τις πολιτικές του άδικες και διχαστικές, διαφέρει ποιοτικά από τη μια κοινωνική και εργατική τάξη στην άλλη.

Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Γάλλος πρόεδρος είναι πως χαρακτηρίζεται ως υπερόπτης. «Δεν είσαστε δάσκαλος, και δεν είμαστε μαθητές», του είπε κάποια στιγμή ο Εντουί Πλενέλ, παραπέμποντας σε μια σειρά από επικριτικά σχόλια που ο Μακρόν έχει δεχθεί κατά καιρούς. Ο Ζαν Πιζανί-Φερί, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι και στο Βερολίνο, και προεκλογικός σύμβουλος του προέδρου Μακρόν, τόνισε στο Bloomberg πως «όταν είσαι Γάλλος, υπάρχει πάντα η εντύπωση πως θα είσαι κάπος υπερόπτης. Πρέπει να το γνωρίζεις αυτό, και να προσέχεις. Αλλά το να είσαι φιλόδοξος δεν σημαίνει ότι είσαι υπερόπτης». Ανάμεσα στα σχέδιά του που χαρακτηρίζονται υπεροπτικά είναι και αυτή η ίδια η αφοσίωση στο προσωπικό του όραμα για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο Γάλλος πρόεδρος έχει αρκετές φορές εκφραστεί υπέρ μιας θεσμικής ευρωπαϊκής εμβάθυνσης, η οποία βρίσκει αντίθετες αρκετές κυβερνήσεις, όπως εκείνη της Άνγκελα Μέρκελ.

Η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν από τους ηγέτες που καλωσόρισαν την εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν ως μία δύναμη που θα επέτρεπε στην Ε.Ε. να επικεντρωθεί εκ νέου στην ενότητά της, μετά από τους κραδασμούς της οικονομικής κρίσης και το Brexit. Αυτό, όμως, ήταν όταν και η ίδια βρισκόταν επικεφαλής μιας σταθερής κυβέρνησης. Οι γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου άλλαξαν τα δεδομένα και τις ισορροπίες, αναγκάζοντας την Άνγκελα Μέρκελ να μετακινηθεί προς το κέντρο του συντηρητικού κόμματός της, προσπαθώντας συγχρόνως να δώσει περισσότερη βαρύτητα στους Σοσιαλδημοκράτες, προκειμένου να τους δεσμεύσει στην καινούρια συγκυβέρνηση.

Το πλήγμα στην εσωτερική παντοδυναμία της Μέρκελ αναπροσδιόρισε τους στόχους της και την έφερε συχνά σε ανοιχτή αντίθεση με τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος μερικές φορές έβρισκε μεγαλύτερη αποδοχή στο πρόσωπο του Μάρτιν Σουλτς. Βεβαίως, ο επιμερισμός αυτών των ρόλων βόλευε και τους ίδιους τους ηγέτες της γερμανικής πολιτικής σκηνής. Την ίδια ώρα, όμως, έδειχνε σαφώς τα προβλήματα που η ευρωπαϊκή συνοχή θα έπρεπε να αντιμετωπίσει.

Με αυτά τα προβλήματα στις αποσκευές τους, ο πρόεδρος Μακρόν και η καγκελάριος Μέρκελ θα συναντήσουν τον πρόεδρο Τραμπ -ο Μακρόν στο πλαίσιο της πρώτης επίσημης επίσκεψης ξένου ηγέτη στον Λευκό Οίκο κατά τη διάρκεια της προεδρείας Τραμπ, και η Μέρκελ σε… ημερήσια εκδρομή λίγες ημέρες αργότερα. Ο Αμερικανός πρόεδρος εκτιμάται πως εμπιστεύεται πολύ περισσότερο τον Γάλλο ομόλογό του, παρά την Γερμανίδα καγκελάριο. Αυτό, όμως, δεν αντιμετωπίζεται από όλους ως επιβράβευση. Και το χειρότερο ίσως είναι πως αναδεικνύει τους διαφορετικούς χαρακτήρες των τριών ηγετών, κατά τρόπο που αποτρέπει την εδραίωση ισχυρών συμμαχιών σε κάθε όχθη του Ατλαντικού.

Μοιράσου το άρθρο: