Για όποιον έχει μεγαλώσει παρακολουθώντας τα εισαγόμενα τηλεοπτικά προγράμματα της δεκαετίας του 1980 και της δεκαετίας του 1990, η σύγχρονη αμερικανική τηλεοπτική παραγωγή προσφέρει πολλές ευκαιρίες για εορτασμό.

Αρχής γενομένης με το Netflix, πολλά τηλεοπτικά δίκτυα αποφάσισαν να αναβιώσουν διαφορετικές τηλεοπτικές σειρές, οι οποίες ήταν μεγάλες ή μικρότερες επιτυχίες στην εποχή τους, και οι οποίες βρήκαν τους γνώριμους και καινούριους θεατές τους έτοιμους να τις υποστηρίξουν. Σε μεγάλο βαθμό, η επιτυχία τους ήταν σημάδι της γνώριμης συνταγής για τέτοιου είδους επιτυχίες: Της νοσταλγίας. Στην σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα, όμως, η αναβίωση ενός εμβληματικού προγράμματος είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες του 2018, με τον Αμερικανό πρόεδρο να προέρχεται ο ίδιος από ένα τηλεοπτικό reality show, η μεγαλύτερη επιτυχία στην τηλεόραση είναι συγχρόνως μια πολιτική πράξη.

Στα τέλη Μαρτίου το τηλεοπτικό δίκτυο ABC αναβίωσε τη σειρά «Roseanne», το πνευματικό παιδί της κωμικού Ροζάν Μπαρ, η οποία στη δεκαετία του 1980 μετέτρεψε ένα στοιχείο των κωμικών μονολόγων της σε μια από της μεγαλύτερες επιτυχίες της εποχής. Η σειρά ήταν τότε η μόνη που παρουσίαζε την καθημερινότητα μιας οικογένειας που προερχόταν όχι απλά από την εργατική τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά από την αγωνιζόμενη, μάλλον χωρίς σημαντικά αποτελέσματα, εργατική τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ασεβής, μάλλον κοινωνικά προοδευτική, αλλά σαφώς ευθυγραμμισμένη με τις παραδοσιακές αξίες που κυριαρχούν στις αμερικανικές μεσοπολιτείες, η σειρά βρήκε υποστηρικτές τόσο στον καλλιτεχνικό κόσμο, ο οποίος ταυτίζεται ιστορικά με περισσότερο φιλελεύθερες ιδεολογίες, όσο και με τους απλούς τηλεθεατές, κυρίως εκείνους που την έβλεπαν ως τη μόνη τους ευκαιρία για να δουν τον εαυτό τους στην τηλεόραση.

Η απόφαση για την αναβίωση εκείνης της επιτυχίας πάρθηκε αμέσως μετά από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν πρόκειται για κάποιον χρονικό συμψηφισμό ή γενική περιγραφή: Το πρωί της επομένης των εκλογών, όπως τα περιγράφουν οι New York Times, οι επικεφαλής του τηλεοπτικού δικτύου συμμετείχαν σε σύσκεψη για την ανάλυση του αποτελέσματος. Το αντικείμενο της σύσκεψης ήταν η αγωνία τους πως η εκλογή του προέδρου Τραμπ σήμαινε πως υπάρχει ένας πληθυσμός Αμερικανών που δεν υπολογίζεται από τους ειδικούς αναλυτές -πολιτικούς ή μη.

Για τα στελέχη της επιχείρησης, αυτό σήμαινε πως τα κέρδη τους, η πραγματική και διαρκής ιδεολογία κάθε επιχείρησης, θα μειώνονταν. Αποφάσισαν, λοιπόν, να επενδύσουν σε προγράμματα, τα οποία θα αναλάμβαναν να φέρουν αυτούς τους Αμερικανούς και πάλι μπροστά από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες. Μαζί με τη Roseanne, αποφάσισαν να αγοράσουν τα δικαιώματα για το «American Idol», το μουσικό reality show που δίνει την ευκαιρία σε αγνώσοτυς να βρεθούν στο κέντρο της εθνικής, αν όχι και της διεθνούς, σκηνής, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε στον Λευκό Οίκο.

Αν όμως το American Idol είναι μια σχετική επιτυχία, η Roseanne είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της αμερικανικής τηλεόρασης εδώ και 4 χρόνια. Περισσότεροι από 25 εκατομμύρια Αμερικανοί παρακολούθησαν την πρεμιέρα της καινούριας της σεζόν, δίνοντας στο τηλεοπτικό δίκτυο την ευκαιρία να πανηγυρίσει. Το ABC, όμως, δεν ήταν το μόνο που πανηγύρισε, μια και ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος σχολίασε (και προσπάθησε να καρπωθεί ο ίδιος) την επιτυχία. Αφορμή ήταν όχι μόνο το γεγονός πως η σειρά παραμένει μια αναπαράσταση της αμερικανικής εργατικής τάξης των μεσοπολιτειών, η οποία έδωσε στον Ντόναλντ Τραμπ την εκλογική νίκη, αλλά και το ότι η ίδια η Ροζάν Μπαρ είναι ένθερμη οπαδός του.

Η επιτυχία της σειράς έχει διχάσει τους κριτικούς και τους τηλεθεατές στα ίδια στρατόπεδα που διαμορφώνει η πολιτική ιδεολογία. Παρά την παρουσία χαρακτήρων που ταυτίζονται με το Δημοκρατικό κόμμα με το ίδιο πάθος, με το οποίο η Roseanne (η κωμικός αλλά και ο τηλεοπτικός της χαρακτήρας) ταυτίζεται με τον πρόεδρο Τραμπ, κανείς δεν είναι απολύτως αποφασισμένος αν πρόκειται για ένα πρόγραμμα που προωθεί τη μία ή την άλλη πολιτική. Η ίδια η Ροζάν Μπαρ σχολιάζει ότι η τηλεοπτική σειρά δεν έχει άποψη, απλώς αναπαριστά την πραγματικότητα. Με την διαφορά, θα συμπλήρωνε κάποιος, πως η αναπαράσταση φαίνεται να είναι πολύ περισσότερο δημοφιλής από την πραγματικότητα.

Μοιράσου το άρθρο: