Δύο δικηγόροι μοιράζονται τα φώτα της δημοσιότητας στην Αμερική, και εμπλέκονται και οι δύο στην ίδια υπόθεση: Ο ένας είναι ο Μάικλ Κόεν, ο δικηγόρος του Ντόναλντ Τραμπ. Ο άλλος είναι ο Ρόμπερτ Μιούλερ, ο άνθρωπος που προσπαθεί να καθίσει και τους δύο στο σκαμνί.

Την Δευτέρα, το FBI εισέβαλλε στο γραφείο του Κόεν, κατάσχοντας πλήθος εντύπων και ηλεκτρονικών εγγράφων. Ασφαλώς, η επιχείρηση του διάσημου ομοσπονδιακού γραφείου ερευνών προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις σχετικά με την νομιμότητά της, καθώς η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών ανάμεσα σε έναν δικηγόρο και τους πελάτες του είναι εξαιρετικά σημαντικό συστατικό στοιχείο της απονομής δικαιοσύνης. Το σίγουρο είναι πως η έρευνα του FBI ήταν νόμιμη -και θα περιγράψουμε το γιατί σε λίγο. Σε μια υπόθεση, όμως, που πρωταγωνιστούν συγχρόνως ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ένας πρώην ιδιοκτήτης εταιρείας ταξί, και μία πορνοστάρ που συνδέονται σε μια προσπάθεια ξένου κράτους να καθορίσει το αποτέλεσμα των εκλογών, αυτή η τεχνική λεπτομέρεια μάλλον δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει.

Ο Μάικλ Κόεν είναι μια ξεχωριστή περίπτωση δικηγόρου. Όπως σχολιάζει η USA Today, μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου έγινε συν-ιδιοκτήτης μιας εταιρείας ταξί και ξεκίνησε να δικηγορεί. Το πάθος του για τα ακίνητα τον έκανε να αγοράσει διάφορα διαμερίσματα σε κτίρια ιδιοκτησίας του Ντόναλντ Τραμπ. Μετά από κάποιο καιρό, ο γιος του Αμερικανού προέδρου τον σύστησε στον πατέρα του, ο οποίος τον πρόσέλαβε ύστερα από κάποιες αρχικές νομικές συμβουλές. Κάπως έτσι ξεκίνησε μια σχέση που έδωσε στον 51χρονο δικηγόρο από το Λονγκ Άιλαντ την ευκαιρία να φανερώσει δύο χαρακτηριστικά του που τον έφεραν τελικά στο επίκεντρο της τωρινής ποινικής έρευνας: Το ένα είναι η εξαιρετική πίστη του στον Ντόναλντ Τραμπ. Παρά τους διάφορους που υποστηρίζουν ότι τελικά η πίστη του αυτή είναι καθαρά εγωιστική, και καθοδηγείται από την ανάγκη του να έχει την εύνοια του ισχυρότερου πολιτικού στον κόσμο, τα όσα έχει κάνει για να την αποδείξει ξεπερνούν κάθε απλή έννοια προστασίας του προσωπικού του συμφέροντος. Και αυτό μας φέρνει στο δεύτερο χαρακτηριστικό του, το οποίο είναι μια σχεδόν φυσική τάση για υπερβολή που φαίνεται να φτάνει συνέχεια στα εξώτερα όρια της νομιμότητας. Για παράδειγμα, όταν μία διαγωνιζόμενη στα καλλιστεία της Miss USA (τα οποία χρηματοδοτούνται από τον Αμερικανό πρόεδρο) υποστήριξε ότι ο διαγωνισμός ήταν στημένος, ο Κόεν ήταν αυτός που ανέλαβε να την σταματήσει, και το έκανε απειλώντας ότι θα την «καταστρέψει». Παρόμοιες απειλές εκτόξευσε και εναντίον της πρώην συζύγου του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, λέγοντας στον δικηγόρο της ότι θα «του πάρει και την τελευταία δεκάρα που ακόμα δεν έχει βγάλει».

Η υπόθεση που οδήγησε τους πράκτορες του FBI στο γραφείο του ήταν η πληρωμή 130000 δολαρίων στην Στέφανι Κλίφορντ, την πορνοστάρ που είναι γνωστή ως Στόρμι Ντάνιελς, για την εξαγορά της σιωπής της σε όσα αφορούν την σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Κόεν κατασκεύασε μια εταιρεία-κέλυφος και, υποθηκεύοντας προσωπική του περιουσία, δανείστηκε χρήματα που έστειλε μέσω αυτής της εταιρείας στον δικηγόρο της Κλίφορντ/Ντάνιελς. Το ιδιωτικό συμφωνητικό τους μπορεί να παρουσιάζει διάφορα προβλήματα, όμως αυτό που αναζητούν οι ομοσπονδιακοί πράκτορες είναι πολύ συγκεκριμένο, και όπως σχολιάζει στην Ουάσινγκτον Ποστ ο ειδικός περί εκλογικού νόμου, Ρικ Χέιζεν, αφορά στην πιθανή τεκμηρίωση της κατηγορίας πως ο Κόεν προχώρησε σε αυτήν την πληρωμή, η οποία προηγήθηκε για ελάχιστο χρονικό διάστημα των προεδρικών εκλογών, για να επηρεάσει το αποτέλεσμά τους. Αυτή η σημαντική διαφορά, η οποία ασφαλώς δεν αποδεικνύεται από την χρονική συγκυρία και μόνο, οδηγεί στον Ρόμπερτ Μιούλερ, τον ειδικό κατήγορο στην υπόθεση της ρωσικής ανάμειξης στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016.

Ως ειδικός κατήγορος, ο Ρόμπερτ Μιούλερ απολαμβάνει ξεχωριστή ελευθερία κινήσεων. Παρ’ ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει κατ’επανάληψη τονίσει ότι υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» σε όσα θα του επιτρέψει να ερευνήσει, αυτά τα όρια δεν είναι τόσο καθαρά. Σε κάθε περίπτωση, κάποια όρια υπάρχουν, αλλά υπάρχουν και παρακαμπτήριες οδοί. Ο Μιούλερ, λοιπόν, ήταν εκείνος, ο οποίος έδωσε την πληροφορία στο FBI, για διαφορετική έρευνα σε σχέση με τραπεζική απάτη και παραβιάσεις της εκλογικής νομοθεσίας, πως στο γραφείο του Κόεν θα μπορούσαν να βρεθούν ενοχοοποιητικά στοιχεία. Οι ομοσπονδιακοί πράκτορες ενήργησαν σε συνεργασία με το γραφείο του εισαγγελέα της Νότιας Νέας Υόρκης, το οποίο περιγράφεται σταθερά ως ένα από τα πλέον ανεξάρτητα και αυστηρά στην Αμερική. Αυτή τη στιγμή, επικεφαλής βρίσκεται ο Τζέφρι Μπέρμαν, ο οποίος, όμως, έχει αποσυρθεί από την συγκεκριμένη υπόθεση λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, καθώς έχει διοριστεί από τον πρόεδρο Τραμπ, στην προκελογική εκστρατεία του οποίου είχε συνεισφέρει οικονομικά. Πρόκειται για τον δεύτερο αξιωματούχο που παραιτείται των ευθυνών του σε πτυχές της υπόθεσης λόγω σύγκρουσης συμφερόντων -είχε προηγηθεί ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης, Τζεφ Σέσιονς.

Χωρίς τον Μπέρμαν και χωρίς τον Σέσιονς, η εξουσιοδότηση της έρευνας προήλθε από τον αμέσως επόμενο στην ιεραρχία. Όπως σχολιάζει το NPR, αυτός ήταν ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Ροντ Ρόζενσταϊν. Ο Αμερικανός πρόεδρος έδειξε την οργή του για την έρευνα σε μια σειρά δηλώσεων και tweets, αλλά φαίνεται πως δεν μπορεί να κάνει κάτι. Όσο ασυνήθιστο και αν είναι να χορηγείται ένταλμα για την κατάσχεση επικοινωνιών ενός δικηγόρου με τους πελάτες του, το σχετικό απόρρητο δεν στερείται προϋποθέσεων. Για παράδειγμα, συζητήσεις για μελλοντικά εγκλήματα, καθώς και επικοινωνία του δικηγόρου με τρίτα πρόσωπα για οποιαδήποτε υπόθεση, δεν καλύπτονται από το απόρρητο, το οποίο επιτρέπει μέχρι και την αξιολόγηση στοιχείων, τα οποία προκύπτουν από την έρευνα, ακόμα και αν οι υποθέσεις και οι κατηγορίες που θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν από αυτά δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικό ένταλμα. Ακόμα και αν όλα αυτά δεν ίσχυαν, αξίζει να παρατηρηθεί πως ο ίδιος ο Κόεν παραβίασε το απόρρητο της επικοινωνίας με τον διάσημο πελάτη του, όταν (κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου) προχώρησε στην πληρωμή της Κλίφορντ/Ντάνιελς χωρίς να τον ενημερώσει.

Με αυτά το δεδομένα, πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Ρόμπερτ Μιούλερ χρησιμοποίησε την ομάδα εφόδου στο γραφείο του Κόεν ως αυτό που στην Αμερική λέγεται «taint team», δηλαδή ως μια ομάδα που θα μπορούσε να προχωρήσει σε λεπτομερή έρευνα, έχοντας την υποχρέωση να του αποκαλύψει οποιοδήποτε τυχόν ενοχοποιητικό στοιχείο θα ανακάλυπτε. Το κίνητρο για τον Μιούλερ είναι σαφές: Ο Μάικλ Κόεν είναι το άτομο που βρίσκεται εγγύτερα από όλους στον πρόεδρο Τραμπ και τις πλέον αναλυτικές πληροφορίες για την όποια παράνομη δραστηριότητά του. Αν καταφέρει να βρει στοιχεία εναντίον του, μπορεί να τα χρησιμοποιήσει είτε για την δίωξή του, είτε για να διαπραγματευτεί την συνεργασία του με τις διωκτικές Αρχές. Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο, μια και ο Κόεν μπορεί απλώς να καταδικαστεί και να περιμένει την απονομή χάριτος από τον Αμερικανό πρόεδρο. Το ζήτημα είναι αν οι όποιες αποδείξεις θα επιτρέπουν στον Ντόναλντ Τραμπ να παραμείνει σε αυτό το αξίωμα.

Μοιράσου το άρθρο: