της Μάχης Μαργαρίτη

«Ασύμμετρη η ποινή», «κόντρα στο κοινό περί δικαίου αίσθημα», «εξάντλησε την αυστηρότητά της η δικαιοσύνη». Είναι μερικοί από τους τίτλους για τη φυλάκιση της καθαρίστριας από τον Βόλο, που κρίθηκε ένοχη επειδή εργαζόταν με πλαστό «τίτλο σπουδών» της έκτης Δημοτικού, ενώ ήταν απόφοιτος της πέμπτης. Το μεγαλύτερο μέρος των μέσων ενημέρωσης κράτησε παρόμοια στάση, θεωρώντας από «παράλογη» ως «απάνθρωπη» την ποινή που επιβλήθηκε.

Ο βασικός άξονας της κριτικής ήταν ότι έγινε μεν αδίκημα, αλλά η ποινή ήταν δυσανάλογη. Τα βέλη στράφηκαν κυρίως εναντίον του δικαστικού συστήματος για την απόφασή του. Η περίπτωση της αυστηρής ποινής για ανάλογο αδίκημα, όμως, δεν είναι μοναδική. Υπάρχουν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας, καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που εφαρμόζεται ο συγκεκριμένος νόμος. Το δικαστικό σύστημα καλείται να κρίνει, αφού ανακαλυφθούν οι εργαζόμενοι που έχουν πλαστά πτυχία. Έχει προηγηθεί η πολιτική απόφαση για αυτό. Για «ένα καλύτερο Δημόσιο»;

Οι έλεγχοι για πλαστά πτυχία στο Δημόσιο άρχισαν το 2014. Δηλώσεις πολιτικών και τίτλοι ειδήσεων, δε διέφεραν και πολύ. «Δε θα ξεφύγει κανείς», «μπαράζ πλαστών πτυχίων στο δημόσιο», «ενδελεχής έλεγχος στα πτυχία των δημόσιων υπάλληλων», «χιλιάδες πλαστά πτυχία», «θα τιμωρηθούν όσοι διέπραξαν απάτη». Αυτό το κλίμα καλλιεργήθηκε με στόχο την ιδεολογική απαξίωση του Δημοσίου ως χώρου που βρίθει παρανομιών και διαφθοράς, «βαρίδιου» για την κοινωνία. Ήταν ένα από τα ιδεολογικά εργαλεία που -μαζί με άλλα- χρησιμοποιήθηκε για να «νομιμοποιήσει» τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, την επίθεση στους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τα δικαιώματά τους, αλλά και τις ιδιωτικοποιήσεις, αφού στον ιδιωτικό τομέα «δε συμβαίνουν αυτά».

Ταυτόχρονα, η πολιτική αντιπαράθεση, φεύγοντας, αθόρυβα, από τα ταξικά ζητήματα, άρχιζε να επικεντρώνεται όλο και πιο πολύ σε ζητήματα «διαφθοράς». «Διαφάνεια», «αξιοκρατία», «αξιολόγηση», «μηδενική ανοχή σε φαινόμενα διαφθοράς» -σε αυτά εντάσσονταν και τα πλαστά πτυχία- ήταν ρητορική που άρχισε να χρησιμοποιείται από σχεδόν όλους τους πολιτικούς χώρους. Περνώντας στην κοινωνία το μήνυμα ότι τα δεινά της οφείλονται στη διαφθορά, οι διεκδικητές της εξουσίας μετέτρεπαν σιγά-σιγά τη σύγκρουση πολιτικών ιδεολογιών σε «ηθικό ζήτημα». Διαφορές προσώπων, «διεφθαρμένοι και αδιάφθοροι». Μέσα ενημέρωσης υποδαύλιζαν αυτό το κλίμα.

Σε αυτή ακριβώς την πολωμένη προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση ατμόσφαιρα άρχισαν οι έλεγχοι πιστοποιητικών στο Δημόσιο, που συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Βέβαια, τα ευρήματα δεν ήταν αντίστοιχα του θόρυβου. Το ποσοστό δημόσιων υπάλληλων που βρέθηκαν με πλαστά πιστοποιητικά ήταν ελάχιστο -αυτό, ωστόσο, «πέρασε στα ψιλά», αν ακούστηκε και καθόλου. Ο ντόρος, όμως, είχε γίνει. Το Δημόσιο, στοχοποιούμενο με κάθε τρόπο, συρρικνώθηκε, και τα εργασιακά και μισθολογικά δικαιώματα μεγάλου μέρους των εργαζόμενων σε αυτό χτυπήθηκαν με μανία. Αν το ζήτημα ήταν να ικανοποιηθεί ένα αίσθημα «κοινωνικού αυτοματισμού» -που καθόλου αυτόματα δεν προέκυψε, πάντως-  αυτό ναι, ίσως να συνέβη. Αλλά, στην πραγματικότητα, ποιον ωφέλησε η εξίσωση προς τα κάτω; Ωφέλησε τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα; Βελτίωσε την κατάσταση στη χώρα;

Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για τα «πλαστά πτυχία». Μερικές εκατοντάδες εργαζόμενοι απολύθηκαν. Ποιος ωφελήθηκε; Τι άλλαξε προς το καλύτερο; Έγιναν προσλήψεις για να καλυφθούν οι θέσεις τους; Και αν γίνονταν, πόσες χιλιάδες άνθρωποι θα διαγωνίζονταν για μια δουλειά; Αν πάλι το ζήτημα ήταν να αποκατασταθούν αδικίες, θα ήταν ίσως σωστό να σκεφτεί κανείς τι σημαίνει αδικία. Τι είδους σύστημα είναι αυτό που στερεί από τους ανθρώπους το δικαίωμα να επιβιώσουν με μια θέση εργασίας -και τους βάζει να διαγκωνίζονται για αυτή, στη λογική του «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Και ακόμη, είναι ικανοποιημένο το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» αν η «κάθε καθαρίστρια» δεν πάει στη φυλακή αλλά σταματήσει να μπαίνει στο σπίτι της οικογένειας ο μοναδικός μισθός που υπήρχε; Αν η τιμωρία είναι «απλώς» η απόλυση, είναι ευχαριστημένη η κοινωνία; Είναι σίγουρο αυτό;

Άρα, να μην τιμωρηθούν όσοι βρέθηκαν με πλαστά πιστοποιητικά στο Δημόσιο; Πρώτα από όλα, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπιστεί μια κατάσταση -εξαρτάται ποιος είναι ο στόχος. Κυρίως, όμως, δεν είναι ίδιες όλες οι περιπτώσεις. Άλλο είναι ο διευθυντής δημόσιας υπηρεσίας, άλλο είναι ο απλός εργαζόμενος. Άλλο είναι ο γιατρός με πλαστό πτυχίο που χειρουργεί, άλλο είναι η καθαρίστρια του νοσοκομείου με πλαστό απολυτήριο. Αν, όμως, ο στόχος είναι η ικανοποίηση του θεωρούμενου «κοινού αισθήματος», δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια. Θα χάσει τη δουλειά του και αυτός που ενδεχομένως έχει τα μέσα να ζήσει και χωρίς αυτή, θα χάσει τη δουλειά του και αυτός που δε μπορεί να ζήσει χωρίς αυτή -και αυτό καλό είναι να το σκεφτεί όποιος διατυπώνει εύκολα μια κρίση για το τι πρέπει να γίνει. «Και τότε ποιος vα αποφασίζει τι να γίνει;», είναι το επόμενο ερώτημα. Μάλλον εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος.

Για την υπόθεση «της καθαρίστριας» γράφτηκαν και ειπώθηκαν αμέτρητες λέξεις. Ανάμεσά τους, αυτές των συναδέλφων της από το Σωματείο Καθαριστών-Καθαριστριών της Μαγνησίας: «Ζητάμε να αποφυλακιστεί άμεσα η συνάδελφός μας γιατί δεν είναι έγκλημα να εργάζεται κάποιος για να ζήσει και μάλιστα όταν αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Γιατί δεν είναι έγκλημα ο αγώνας για επιβίωση ενός φτωχού ανθρώπου σε ένα σύστημα όπου νόμιμα και παράνομα κλέβονται δεκάδες δισεκατομμύρια, όπου νόμιμα και παράνομα φυσικά πρόσωπα και επιχειρηματικοί όμιλοι πλουτίζουν σε βάρος του λαού. Όπου η αστική δικαιοσύνη έχει ‘ερμητικά κλειστά τα μάτια’ μπροστά στην πραγματική κοινωνική αδικία, που καταδικάζει στη φτώχεια και στην ανέχεια χιλιάδες εργαζόμενους και συνταξιούχους, που αναζητούν απελπισμένα τρόπο να ζήσουν.» Αυτά έκριναν οι συνάδελφοι της καθαρίστριας. Οι απλοί εργαζόμενοι. Αυτοί των οποίων την κρίση δεν εμπιστεύεται ποτέ το σύστημα όταν παίρνει τις αποφάσεις. Αυτοί στους οποίους δε δίνεται ποτέ ο λόγος -αλλά όταν τον παίρνουν, τα λένε συνήθως καλύτερα από όλους. Το μόνο που χρειάζεται, είναι η εμπιστοσύνη των ίδιων στη δύναμή τους.

 

Μοιράσου το άρθρο: