Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Το εξωτερικό περιβάλλον για την Ελλάδα το επόμενο διάστημα διαγράφεται ως το πιο ευνοϊκό που έχει υπάρξει τα τελευταία δέκα χρόνια, αλλά τα εμπόδια που υπάρχουν για την επάνοδο σε πορεία ουσιαστικής και διατηρήσιμης ανάκαμψης δεν παύουν να είναι σημαντικά.

Η συγκυρία παρουσιάζει ορισμένες θετικές πλευρές:

  1. Οι δανειστές υιοθετούν θετική στάση απέναντι στη χώρα μας, για τους δικούς τους λόγους βέβαια, που συνδέονται με τη βούλησή τους να δείξουν ότι η διαχείριση της κρίσης ήταν επιτυχημένη και ότι ακόμα κι Ελλάδα -που χαρακτηρίστηκε ειδική περίπτωση- από τη στιγμή που ευθυγραμμίστηκε με τις απαιτήσεις τους πετυχαίνει και βγαίνει από τα προγράμματα στήριξης.
  2. Στη Γερμανία άνοιξε ο δρόμος για το σχηματισμό κυβέρνησης, η οποία υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό την ατζέντα των μεταρρυθμίσεων του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Δεν αναμένεται βέβαια στροφή 180 μοιρών από τις πολιτικές των σφιχτών προϋπολογισμών -της λεγόμενης λιτότητας- στην ευρωζώνη αλλά υπάρχουν προσδοκίες ότι η ρητορική περί επενδύσεων και ανάπτυξης που υιοθετούν πλέον οι δύο μεγάλες χώρες της Ε.Ε. θα μεταφραστεί και σε κάποια συγκεκριμένα μέτρα.
  3. Οι προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη στην ευρωζώνη είναι οι καλύτερες των τελευταίων ετών, πράγμα που σημαίνει ότι θα επηρεαστούν θετικά και οι τομείς της ελληνικής οικονομίας που συνδέονται με τις αντίστοιχες αγορές, όπως ο τουρισμός και ορισμένοι εξαγωγικοί κλάδοι.

Η κυβέρνηση «διαβάζει» τα δεδομένα αυτά και βλέπει μια ευκαιρία να επιτύχει τη λεγόμενη «καθαρή έξοδο» από το μνημόνιο, ήτοι την χρηματοδότηση από τις αγορές, χωρίς «προληπτική γραμμή πίστωσης» ή άλλη μορφή στήριξης που θα συνοδεύεται από υποχρεώσεις.

Είναι δεδομένο, βέβαια, ότι σε κάθε περίπτωση η επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας θα είναι υπαρκτή και μάλιστα μεγαλύτερη από εκείνη που υπήρξε για τις άλλες χώρες μετά τη λήξη των μνημονίων, ανεξάρτητα από την τυπική μορφή που θα λάβει. Ο βασικός λόγος είναι βέβαια το τεράστιο ελληνικό χρέος, το οποίο θα επικρέμαται για πολλές δεκαετίες και υποχρεώνει τη χώρα μας να παράγει υψηλά πλεονάσματα τα οποία θα προκαλούν ασφυξία στον προϋπολογισμό.

Υπάρχουν, λοιπόν, ορισμένα ερωτήματα, που συνδέονται με τα ρίσκα που θα βρει μπροστά της η ελληνική οικονομία στην επόμενη φάση.

Καθοριστικό ζήτημα είναι οι διευθετήσεις που θα γίνουν για το χρέος.

Εάν υπάρξει ουσιαστική αναδιάρθρωση (όπως ζητεί το ΔΝΤ) είναι δυνατόν να υπάρξουν συνθήκες μακροχρόνιας ανάπτυξης στο μέλλον.

Εάν, αντιθέτως, γίνουν μόνο επιφανειακές διευθετήσεις, τότε το πρόβλημα θα επανεμφανιστεί, έστω ύστερα από κάποια χρόνια και η κατάσταση αυτή θα αποτελεί αντικίνητρο για μακροχρόνιες επενδύσεις.

Η ευφορία που καταγράφεται προς το παρόν στην αγορά κεφαλαίων (υποχώρηση αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, ανοδική κίνηση μετοχών) οφείλεται περισσότερο σε βραχυχρόνια κερδοσκοπικά κεφάλαια που «παίζουν» το σενάριο της εξόδου από το μνημόνιο.

Οι αποφάσεις για το χρέος είναι εκείνες που θα διαμορφώσουν τη μακροχρόνια προοπτική, η οποία με τη σειρά της θα επηρεάσει και το κόστος με το οποίο η Ελλάδα θα χρηματοδοτείται από την αγορά σε βάθος χρόνου.

Από εκεί και πέρα, το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσον θα υπάρξουν κινήσεις στο πεδίο της λεγόμενης «παραγωγικής ανασυγκρότησης», την οποία κυβέρνηση και αντιπολίτευση έχουν αναγορεύσει σε κεντρικό στόχο.

Ακόμη, όμως, δεν έχει φανεί πρόοδος και οι όποιες θετικές εξελίξεις στην πραγματική οικονομία συνδέονται περισσότερο με τη συγκυρία, όπως η αύξηση του τουριστικού ρεύματος και με μικρή μόνο βελτίωση στην εξωστρέφεια η οποία αντανακλάται στην αύξηση των εξαγωγών.

Μοιράσου το άρθρο: