Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Η πολιτική που θα ακολουθήσει η νέα γερμανική κυβέρνηση στην Ευρώπη αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα στις διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού στη χώρα.
Το γερμανικό Der Spiegel είχε μεταδώσει μάλιστα ότι επειδή οι Φιλελεύθεροι του Κρίστιαν Λίντνερ διεκδικούν το υπουργείο Οικονομικών, οι Χριστιανοδημοκράτες της Άνγκελα Μέρκελ εξέτασαν το ενδεχόμενο να αφαιρέσουν τις ευρωπαϊκές αρμοδιότητες από το συγκεκριμένο υπουργείο ώστε να συνεχίσουν να ελέγχουν εκείνοι τις κινήσεις στην ευρωπαϊκή σκακιέρα.
Ένας από τους αρθρογράφους του ίδιου μέσου ενημέρωσης χαρακτήρισε τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε βαθιά αντιευρωπαίο και παρότρυνε την Άνγκελα Μέρκελ να αξιοποιήσει τις προτάσεις του Εμανουέλ Μακρόν για να βγει η Ε.Ε. από το τέλμα, “από την αντιδημοκρατική φάση” στην οποία βρίσκεται σήμερα.
Το τοπίο φαίνεται τόσο θολό που άρχισαν να κυκλοφορούν και σενάρια νέων εκλογών στη χώρα, εφόσον οι προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης δεν ευοδωθούν.
Η αλήθεια είναι ότι ουδείς αμφισβητεί πλέον ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης βρίσκεται σε βαθιά κρίση.
Ο μόνος που διαθέτει σχέδιο και προτάσεις αυτή τη στιγμή είναι ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος προτείνει μια μεγάλη συζήτηση η οποία θα ξεκινήσει από τη βάση, από τους πολίτες, για το τι ακριβώς πρέπει να είναι η Ευρώπη, με ποιο τρόπο πρέπει να επανεφευρεθεί.
Το πρόβλημα είναι ότι ύστερα από τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου η Άνγκελα Μέρκελ είναι αποδυναμωμένη, όπως άλλωστε φαίνεται και από τις πρώτες συζητήσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης στη χώρα της.
Εάν οι Φιλελεύθεροι περάσουν τις θέσεις τους είναι βέβαιο ότι τίποτα ουσιαστικό δεν πρόκειται να προχωρήσει, καθώς το συγκεκριμένο κόμμα είναι κάθετα αντίθετο στον πυρήνα των γαλλικών προτάσεων.
Τη στιγμή που η κριτική σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ότι η Ευρώπη γίνεται όλο και πιο γερμανική, για τους Γερμανούς φιλελεύθερους το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο. Πιστεύουν ότι όλες οι χώρες της Ευρωζώνης πρέπει να γίνουν ακόμα πιο “γερμανικές” και ότι η χώρα τους δεν θα πρέπει να κάνει ούτε ένα βήμα πίσω σε ότι αφορά τη χρηματοδότηση επενδύσεων με κοινό προϋπολογισμό ή τον Ευρωπαίο υπουργό Οικονομικών, που ζητεί ο Μακρόν.
Οι Πράσινοι, από την πλευρά τους, συμφωνούν με τις γαλλικές προτάσεις κατά το μεγαλύτερο μέρος.
Αλλά και η Άνγκελα Μέρκελ είχε εμφανιστεί θετική απέναντι στις προτάσεις Μακρόν ή, τουλάχιστον, διατεθειμένη να τις συζητήσει.
Με τα δεδομένα, όμως, που υπάρχουν σήμερα στο πολιτικό σκηνικό φαίνεται δύσκολο έως αδύνατο για την καγκελάριο να αναβιώσει τον γαλλο-γερμανικό άξονα, κάτι που είναι απαραίτητο για να προχωρήσουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στην Ευρώπη.
Όλοι παραδέχονται ότι χωρίς μεγάλες αλλαγές η “ενωμένη Ευρώπη” οδεύει προς διάλυση, αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν εννοούν όλοι τις ίδιες αλλαγές.
Δεν είναι όλοι οι ευρωσκεπτικισμοί ίδιοι.
Οι λόγοι που οι Γάλλοι και οι Ιταλοί είναι δυσαρεστημένοι από το ευρώ και την ευρωζώνη είναι διαμετρικά αντίθετοι από εκείνους που τροφοδοτούν τον αντιευρωπαϊσμό του ακροδεξιού κόμματος “Εναλλακτική για τη Γερμανία”.
Οι μεν δεν θέλουν άλλο να παίζουν ένα παιχνίδι όπου κερδίζουν πάντα οι Βόρειοι γείτονες, οι δε θέλουν να σταματήσουν να πληρώνουν τους Νότιους “τεμπέληδες”.
Σε όλες τις χώρες που αντιμετωπίζουν σήμερα μεγάλα οικονομικά αδιέξοδα, όπως κατ΄ εξοχήν η Γαλλία και η Ιταλία -για να περιοριστούμε στις μεγάλες οικονομίες- οι ηγεσίες εντοπίζουν την αιτία στη Γερμανία και την οικονομική πολιτική της, η οποία της έφερε την επιτυχία, σε βάρος όμως των συμφερόντων των εταίρων της.
Την ίδια στιγμή, όμως, όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα τα πράγματα, τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τη συναίνεση των Γερμανών.
Στο τραπέζι των συζητήσεων μεταξύ των γερμανικών κομμάτων δεν διακυβεύεται μόνο η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης της χώρας, αλλά και η κατεύθυνση που θα πάρουν τα πράγματα στην ευρωζώνη.
Οι συσχετισμοί, δυσυχώς, προοιωνίζονται μια νέα περίοδο γερμανικής ακαμψίας και κατά συνέπεια ευρωπαϊκής στασιμότητας, η οποία αντί να βελτιώσει θα οξύνει τις αντιθέσεις.

Μοιράσου το άρθρο: