Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

«Οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν το ελληνικό πρόβλημα να υπάρχει για πάντα. Θέλουν κι εκείνοι να βγούμε από το πρόγραμμα και να κοιτάξει και η Ευρώπη τα υπόλοιπα προβλήματα που έχει».
Με αυτή τα λόγια περιέγραψε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος την κατάσταση, στη διάρκεια της συνέντευξής του στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ.
Ο υπουργός Οικονομικών αποτύπωσε την πολιτική της κυβέρνησης η οποία πλέον εστιάζει στο να κλείσει η αξιολόγηση το ταχύτερο δυνατόν, έτσι ώστε να υπάρχει χρόνος για να προχωρήσουν οι συζητήσεις για το ελληνικό χρέος, οι οποίες με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το επόμενο Αύγουστο.
Στο πλαίσιο αυτό η κυβέρνηση υιοθέτησε μέτρα και στόχους με τους οποίους στην πραγματικότητα δεν συμφωνεί.
Είναι σαφές όμως ότι η κυβέρνηση δεν προσδοκά ότι μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα στην παρούσα φάση ούτε ότι έχει τη δυνατότητα για ουσιαστικά κέρδη από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, όπως άλλωστε έχει δείξει και η προηγούμενη εμπειρία.
Επομένως επιχειρεί να κλείσει γρήγορα το μέτωπο των διαπραγματεύσεων έτσι ώστε να μην δώσει επιχειρήματα σε όσους ψάχνουν αφορμή για να αποφύγουν τις συζητήσεις για το χρέος.
Επιχειρεί, όμως, η κυβέρνηση να κρατήσει σε πολιτικό επίπεδο αποστάσεις από πολλές πλευρές του προγράμματος, με την ελπίδα ότι εάν στην πορεία οι συσχετισμοί το επιτρέψουν θα επιδιώξει να διεκδικήσει διορθώσεις και αναπροσαρμογές.
Άλλωστε στο ζήτημα αυτό έχει την υποστήριξη του ΔΝΤ, αλλά και της Γαλλίας.
Είναι σαφές -και το υποδεικνύει ο υπουργός Οικονομικών- ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την ανάγκη των δανειστών να δείξουν ότι και το ελληνικό ζήτημα έχει τεθεί υπό έλεγχο, διότι σε διαφορετική περίπτωση δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος ότι υπάρχουν κυβερνήσεις της ευρωζώνης που θα μπορούσαν να περάσουν νέα στήριξη για την Ελλάδα, ιδιαίτερα υπό τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί σήμερα στην Ευρώπη.
Επομένως, η έξοδος της Ελλάδας από το πρόγραμμα και η επιστροφή της στις αγορές είναι η μόνη πολιτικά βιώσιμη λύση τόσο για την Ελλάδα όσο και για τους δανειστές και εκεί εδράζεται και η αισιοδοξία που εκφράζει ως προς το ζήτημα αυτό ο υπουργός Οικονομικών.
Είναι πολύ πιθανόν βέβαια ότι ο παραλογισμός των υψηλών πλεονασμάτων θα δημιουργήσει πιέσεις στο μέλλον, εάν οι στόχοι δεν αναπροσαρμοστούν ή εάν οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν είναι οι προσδοκώμενοι. Το ομολογεί, άλλωστε και ο κ. Τσακαλώτος όταν λέει ότι «η Ελλάδα που έχει χάσει το 25% του ΑΕΠ της δεν μπορεί να έχει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Δεν είναι κατανοητό. Είναι εφικτό, με δυσκολία».
Γνωρίζει, όμως, ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει εναλλακτική ούτε δυνατότητα να αλλάξουν τα δεδομένα.
Αυτό ίσως γίνει κάποια στιγμή στο μέλλον, εφόσον οι συζητήσεις για τις μεγάλες αλλαγές στην Ευρώπη και την εφαρμογή της ατζέντας Μακρόν προχωρήσουν, διαμορφώνοντας νέους συσχετισμούς στο πλαίσιο των οποίων ορισμένα πράγματα ίσως να τεθούν ξανά στο τραπέζι.

Μοιράσου το άρθρο: