Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Τα μηνύματα που βγήκαν στο τετραήμερο της επίσκεψης Μακρόν και των εγκαινίων της ΔΕΘ έδειξαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να δώσει την εικόνα ότι η κυβέρνηση είναι φιλική προς τις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις και ότι βασίζεται στην επιχειρηματικότητα για να «γυρίσει» η οικονομία.
Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή, αφού τα κλασσικά εργαλεία οικονομικής πολιτικής της Αριστεράς, ήτοι η αύξηση των επενδύσεων και της κατανάλωσης με δημόσιο χρήμα δεν είναι εφικτή.
Δεν είναι μόνο ότι ο κρατικός προϋπολογισμός της Ελλάδας κινείται μέσα σε ασφυκτικό πλαίσιο λόγω του μνημονίου, αλλά και το γεγονός ότι οι λεγόμενες κεϋνσιανές πολιτικές με αύξηση των δημοσίων δαπανών είναι σχεδόν απαγορευμένες στην ευρωζώνη.
Με αυτό το δεδομένο, οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι κρίσιμες για την ελληνική οικονομία η οποία παλεύει να βγει από μια δεκαετία ύφεσης ή στασιμότητας, ιδιαίτερα οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ).
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η Ελλάδα ποτέ δεν είχε καλές επιδόσεις στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
Ακόμα και στις καλές εποχές, την περίοδο της φούσκας, τα νούμερα ήταν πολύ χαμηλά.
Υπάρχει, βέβαια, η προσδοκία ότι ύστερα από την μεγάλη συμπίεση των αξιών των περιουσιακών στοιχείων (επιχειρήσεις, ακίνητα) και των αμοιβών στην Ελλάδα, υπάρχουν αρκετές “ευκαιρίες” τις οποίες τα ξένα κεφάλαια θα θελήσουν να εκμεταλλευτούν.
Από την άλλη, όμως, το ευρύτερο επενδυτικό περιβάλλον δεν έχει αλλάξει.
Η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει, ενώ οι συνθήκες του επιχειρείν στη χώρα μας δεν είναι και τόσο φιλικές και αυτό είναι παγκοσμίως γνωστό.
Δεν είναι μόνο τα εμπόδια στην πραγματοποίηση μιας επένδυσης, στα οποία αναφέρθηκε και ο πρωθυπουργός -εξαγγέλλοντας μάλιστα μια ειδική μονάδα επίλυσης προβλημάτων την οποία θα επιβλέπει ο ίδιος- αλλά και το δύσκολο περιβάλλον επιχειρηματικής λειτουργίας στην Ελλάδα.
Από την άλλη πλευρά, σε ότι αφορά την εσωτερική αγορά το κοκτέιλ φόρων και εισφορών λειτουργεί ως ουσιαστικό αντικίνητρο για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης και ρίσκου.
Με λίγα λόγια, οι συνθήκες στην Ελλάδα σήμερα δεν ευνοούν τις επενδύσεις με μακροχρόνιο ορίζοντα, από επιχειρήσεις οι οποίες θα θελήσουν να “στήσουν” μια νέα παραγωγική δραστηριότητα και να επωφεληθούν από τις προοπτικές της εσωτερικής αγοράς ή από τις εξαγωγικές ευκαιρίες.
Εκεί που πιθανόν να υπάρξει κινητικότητα είναι από κεφάλαια που θα ενδιαφερθούν για εξαγορά υφιστάμενων επιχειρήσεων και περιουσιακών στοιχείων είτε από ιδιωτικοποιήσεις είτε από εταιρείες που πνίγονται στα κόκκινα δάνεια.
Και τούτο θα συμβεί κατά κύριο λόγο σε λίγους κλάδους, όπως π.χ. ο τουρισμός, που αποτελεί έναν από τους λίγους κλάδους που ανθούν διαχρονικά στην Ελλάδα, ο οποίος επειδή είναι έντασης εργασίας ευνοείται από την συμπίεση των αμοιβών και την χαλάρωση της προστασίας των εργαζομένων.
Οι επενδύσεις δεν πρόκειται να έρθουν αυτόματα.
Θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να αλλάξει το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα και θα πρέπει οι κυβερνώντες να σχεδιάσουν ειδικά ξεχωριστά κίνητρα, με γενναίες φορολογικές απαλλαγές, για κάποιους τομείς ειδικού ενδιαφέροντος, που εντάσσονται στη σφαίρα της καινοτομίας στην οποία αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός.
Γιατί η σκληρή αλήθεια είναι ότι υπό καθεστώς υπερφορολόγησης οι επενδύσεις δεν πρόκειται να απογειωθούν.

Μοιράσου το άρθρο: