Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων στη Σόφια έχει ως στόχο να υπογραμμιστεί η ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής και να συμφωνηθεί ένας οδικός χάρτης δράσεων με έμφαση στη διασύνδεση των υποδομών και την ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών στην περιοχή.

Οι 28 της ΕΕ δεν πρόκειται να προσφέρουν μια «λευκή επιταγή» ένταξης των χωρών της περιοχής στην ΕΕ ή να δεσμευθούν σε τελικές ημερομηνίες. Ωστόσο, η περιοχή των Βαλκανίων, έπειτα από δύο δεκαετίες, ξαναμπαίνει, όπως φαίνεται, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Ευρώπης και των σχεδιασμών που γίνονται στις Βρυξέλλες για την επόμενη ημέρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πολιτική για τα Βαλκάνια αποτελεί πλέον μια σημαντική συνιστώσα  για την όποια περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης. Κι αυτό λόγω της στρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας που αποκτούν στο σημερινό ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Εντός αυτού,  η Ευρώπη και κυρίως το Βερολίνο και το Παρίσι επαναπροσδιορίζουν συμμαχίες, συσπειρώσεις, αντιπαλότητες, στόχους, λαμβάνοντας υπόψιν τη δράση στην περιοχή των ΗΠΑ –με την οποία αλλού συμπλέουν και αλλού διαφοροποιούνται- της Ρωσίας με την οποία βρίσκονται σε ανοικτό ανταγωνισμό, αλλά και τη διείσδυση της Κίνας και ακόμη και της Τουρκίας, που δημιουργούν ανησυχίες.

Στο  πλαίσιο αυτό, τα συμφέροντα της Ελλάδας πηγαίνουν πολύ πιο μακριά από τις διαφορές με την ΠΓΔΜ, αν και κάνουν ακόμη πιο επείγουσα την διευθέτησή τους. Και να μην αγνοείται ότι ήταν πρώτη η χώρα μας που εισήγαγε, κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής προεδρίας της το 2003, στην ατζέντα της ΕΕ την στρατηγική της Ένωσης για τα Βαλκάνια (τότε για το σύνολο των βαλκανικών χωρών).

Έκτοτε βέβαια συνέβησαν πολλές εξελίξεις: Η Ελλάδα, μετά την ένταξη της Βουλγαρίας και Ρουμανίας στην ΕΕ το 2007 δεν είναι το μοναδικό μέλος της Ένωσης, αλλά αυτό αποτέλεσε και μια από τις επιτυχίες της στρατηγικής. Εν συνεχεία, λόγω και της οικονομικής κρίσης, η επιρροή της χώρας μας στα ενταγμένα πλέον Ανατολικά Βαλκάνια και τα υπό ένταξη Δυτικά περιορίστηκε εκ των πραγμάτων. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει η χώρα με το μεγαλύτερο ΑΕΠ της περιοχής και εκείνη που είναι μέλος όλων των διεθνών και ευρωπαϊκών ενώσεων. Επομένως ο ρόλος της στην περιοχή παραμένει σημαντικός.

Ο σκοπός και η σύνθεση της Συνόδου

Η Σύνοδος Κορυφής ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων της Σόφιας  θα επιχειρήσει να δώσει νέα δυναμική στις σχέσεις ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων. Συγκεκριμένα, η Σύνοδος  θα επιδιώξει:  -να επιβεβαιώσει την προσήλωση της ΕΕ έναντι των εταίρων της στα Δυτικά Βαλκάνια και να επαναλάβει ότι η περιοχή ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια  -να ενισχύσει τους δεσμούς μεταξύ της ΕΕ και των Δυτικών Βαλκανίων με τη διασύνδεση υποδομών, ψηφιακών μέσων και ανθρώπων  – να ενισχύσει τη συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, όπως η ασφάλεια, η μετανάστευση, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι σχέσεις καλής γειτονίας

Στη σύνοδο κορυφής ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων μετέχουν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των 28 κρατών μελών της ΕΕ και  οι ηγέτες των 6 εταίρων της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια: Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Σερβία, Μαυροβούνιο, πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και Κοσσυφοπέδιο. Οικοδεσπότης της Συνόδου είναι ο Μπόικο Μπορίσοφ, Πρωθυπουργός της Βουλγαρίας που ασκεί το διάστημα αυτό την Προεδρία του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ προεδρεύει της συνόδου,  εκπροσωπώντας την ΕΕ από κοινού με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιουγκέρ.

Σε διάφορες περιστάσεις οι δύο αυτοί εκπρόσωποι της ΕΕ έχουν δηλώσει ότι μέχρι το 2025 η Ένωση θα μπορούσε να δεχθεί νέα μέλη, με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο να συγκεντρώνουν τις περισσότερες πιθανότητες. Ωστόσο κανένα όργανο της ΕΕ δεν έχει δεσμευτεί για το σχετικό χρονοδιάγραμμα. Παράλληλα, η Ένωση έχει θέσει ως προϋπόθεση την επίλυση των διμερών διαφορών που έχουν οι υποψήφιες χώρες. Μία από αυτές είναι η ονομασία των Σκοπίων και μια άλλη, σημαντικότερη, η διαφορά ανάμεσα σε Σερβία και Κόσοβο. Επίσης για την ένταξη των υπόλοιπων βαλκανικών χωρών στην ΕΕ έχουν τεθεί ως προαπαιτούμενα οι βαθιές μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίζουν το κράτος δικαίου. Τέλος, ο Πρόεδρος της Γαλλίας Μακρόν, δήλωσε σε πρόσφατη ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο ότι θα υποστηρίξει τη διεύρυνση προς τα Δ. Βαλκάνια μόνο αφού πρώτα έχει υπάρξει εμβάθυνση και μεταρρύθμιση της ίδιας της ΕΕ.

Η ιστορία της προσέγγισης ΕΕ – Δ.Βαλκανίων

Οι βάσεις της προσέγγισης των 2 πλευρών είχαν τεθεί για πρώτη φορά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, τον Απρίλιο του 1997.  Τότε έγινε αναφορά στις δεσμεύσεις που θα έπρεπε να υλοποιήσει η κάθε χώρα για να αναπτύξει τις σχέσεις της με την ΕΕ, με γνώμονα την υλοποίηση των λεγόμενων κριτηρίων της Κοπεγχάγης και στη βάση μιας Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης, η διαμόρφωση της οποίας ολοκληρώθηκε το 1999. Εν συνεχεία, όπως προαναφέρεται, στη Σύνοδο Κορυφής της Θεσσαλονίκης στις 19 και 20 Ιουνίου του 2003 επιβεβαιώθηκε η ενταξιακή προοπτική των χωρών της περιοχής μέσα από τη «Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης». Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2006 τονίστηκε η ανάγκη για την τήρηση των κριτηρίων ένταξης από την πλευρά των κρατών όπως και της Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης, ως μοχλών για την ομαλή ενσωμάτωσή τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια.  Και τον περασμένο Φεβρουάριο του 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τη νέα στρατηγική της Ένωσης για την ενταξιακή προοπτική των χωρών της περιοχής, με βασικούς άξονες την ενισχυμένη συνεργασία σε θέματα ασφάλειας, την προστασία του κράτους δικαίου και τη διεύρυνση της ενεργειακής ένωσης. Και τις παραμονές της Συνόδου της Σόφιας η Κομισιόν προχώρησε στην πρόταση προς το Συμβούλιο των χωρών μελών της ΕΕ για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Αλβανία και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, στις οποίες είχε απλώς δοθεί η ιδιότητα του υποψήφιου κράτους μέλους.

Η κατάσταση των σχέσεων της Ενωσης με τις 6 ενδιαφερόμενες για ένταξη χώρες των Δ. Βαλκανίων

H Αλβανία είχε υπέβαλε αίτηση για ένταξη τον Απρίλιο του 2009.  Tην  ίδια χρονιά τέθηκε για αυτήν σε ισχύ η Συμφωνία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης, ενώ, επίσης το 2009, η Αλβανία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η γειτονική χώρα έλαβε καθεστώς υποψήφιας για ένταξη στην ΕΕ μόλις το 2014. Σε ό,τι έχει να κάνει με τις οικονομικές σχέσεις της Αλβανίας με την ΕΕ, η τελευταία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της τόσο στις εισαγωγές (4.82 δις. Ευρώ) όσο και στις εξαγωγές (2.82 δις. Ευρώ), ενώ, παράλληλα, αποτελεί τον κύριο πάροχο οικονομικής βοήθειας στη χώρα, με έμφαση στην υποστήριξη της δημοκρατίας και την ενίσχυση των μεταφορών. Επίσης, η Αλβανία συμμετέχει στο πρόγραμμα Erasmus+, οι δε πολίτες της δεν χρειάζονται βίζα για να ταξιδέψουν προς την Ένωση  από το Δεκέμβριο του 2010.

Η ΠΓΔΜ έχει υποβάλλει αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2004, τον δε Απρίλιο εκείνου του χρόνου  τέθηκε σε ισχύ η Συμφωνία Σύνδεσης και Σταθεροποίησης με την ΕΕ. Το Δεκέμβριο του 2005 η ΠΓΔΜ χαρακτηρίστηκε υποψήφιο κράτος για προσχώρηση στην Ένωση και από το 2009 η Κομισιόν εισηγείται στις κυβερνήσεις των χωρών μελών την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων,  κάτι το οποίο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα λόγω κυρίως των ελληνικών αντιδράσεων.  Αναφορικά με τις οικονομικές σχέσεις ΕΕ – Σκοπίων, το διμερές εμπόριο ξεπερνά τα 7 δις. Ευρώ. Επίσης,  η γειτονική χώρα απέκτησε καθεστώς άρσης της βίζας το Δεκέμβριο του 2009 και από την περίοδο 2015-2016 άρχισε να επωφελείται από το Erasmus+,  με 2500 νέους της να συμμετέχουν ενεργά στο πρόγραμμα. Τέλος, η ΕΕ συνιστά τον μεγαλύτερο πάροχο αναπτυξιακής βοήθειας στα Σκόπια (1.3 δις. την περίοδο 2007 – 2020), με την κοινοτική χρηματοδότηση να εστιάζεται στην ενδυνάμωση της δημοκρατίας, τη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών, τις μεταφορές και την αγροτική ανάπτυξη.

Η Σερβία έλαβε καθεστώς υποψήφιας χώρας το Σεπτέμβριο του 2013, χρονολογία που τέθηκε σε ισχύ και η συμφωνία σταθεροποίησης και σύνδεσης με την ΕΕ. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2014, με 12 από τα 35 κεφάλαια να ανοίγουν προς συζήτηση, ενώ 2 εξ’ αυτών έχουν κλείσει σε προκαταρκτικό στάδιο. Αναφορικά με τις διμερείς οικονομικές σχέσεις ΕΕ – Σερβίας, το 66% των σερβικών εξαγωγών πηγαίνουν προς την Ένωση και το 63% των εισαγωγών να προέρχονται από αυτήν. Η  Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει αναπτυξιακούς πόρους για την ενίσχυση της Σερβίας στους τομείς  αγροτικής ανάπτυξης, των μεταφορών και της δημόσιας διοίκησης. Ακόμη,  η κατάργηση της βίζας το Δεκέμβριο του 2009 αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την προσέγγιση των δύο πλευρών. Σε γενικές γραμμές η ένταξη της Σερβίας στην ΕΕ θα μπορούσε να προχωρήσει σχετικά γρήγορα, αν η Ένωση αποφασίσει τη νέα Διεύρυνση και εφόσον βέβαια διευθετηθεί η μεγάλη εκκρεμότητα των σχέσεων με το Κοσσυφοπέδιο.

Το Μαυροβούνιο είναι η άλλη χώρα της περιοχής η οποία, έχοντας κάνει αίτηση για ένταξη στην ΕΕ το 2008, έλαβε καθεστώς υποψήφιου κράτους για προσχώρηση το 2010, οι δε διαπραγματεύσεις με την Ένωση ξεκίνησαν ήδη από το 2012.  Να σημειωθεί ότι το Μαυροβούνιο απέκτησε την ανεξαρτησία του από τη λεγόμενη Νέα Γιουγκοσλαβία στην οποία μετείχε με την Σερβία μόλις το 2008. Η χώρα χρησιμοποιεί ήδη το ευρώ ως επίσημο νόμισμα της, ενώ  σε ό,τι έχει να κάνει με τις οικονομικές σχέσεις με την ΕΕ, η τελευταία αποτελεί τον βασικό εμπορικό εταίρο του Μαυροβουνίου.  Η χώρα λαμβάνει  κοινοτική χρηματοδότηση σε τομείς, όπως η υποστήριξη του κράτους δικαίου, η αγροτική ανάπτυξη και οι μεταφορές,  οι δε πολίτες της δεν χρειάζονται από το 2010 βίζα για να ταξιδέψουν στις χώρες της Ένωσης.

Το Κόσσοβο και η ευρωπαϊκή προοπτική του αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ΕΕ. Η χώρα δεν περιλαμβάνεται προς το παρόν στις ενταξιακές διαδικασίες της ΕΕ, καθώς ακόμη δεν αναγνωρίζεται από πέντε κράτη μέλη (Ελλάδα, Κύπρος, Ισπανία, Σλοβακία, Ρουμανία), οι δε διαφορές της με τη Σερβία, όσο δεν διευθετούνται, αποτελούν εμπόδιο για την ίδια, αλλά και το Βελιγράδι. Το 2016, τρία χρόνια αφότου υπογράφηκε η συμφωνία των Βρυξελλών με τη Σερβία για την ενταξιακή διαδικασία της τελευταίας, ενεργοποιείται η συμφωνία σταθεροποίησης και σύνδεσης του Κοσσόβου με την ΕΕ. Το Μάιο της ίδιας χρονιάς υπήρξε πρόταση της Κομισιόν για την απελευθέρωση του καθεστώτος της βίζας για τους πολίτες του Κοσσόβου, η οποία δεν έχει γίνει ακόμη δεκτή από το Συμβούλιο.  Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, η Ένωση συνιστά τον κυρίαρχο εταίρο του Κοσσόβου εμπορικά, με τη χρηματοδότησή της να επικεντρώνεται σε διάφορους τομείς, όπως το κράτος δικαίου, οι μεταφορές και η εκπαίδευση. Η αναπτυξιακή βοήθεια προς τη χώρα ανέρχεται σε περίπου 1.5 δις. ευρώ την περίοδο από το 2007 μέχρι και το 2020..

Η Βοσνία – Ερζεγοβίνη, τέλος, αποτελεί την πιο δύσκολη περίπτωση για ένταξη στην ΕΕ, λόγω των τεταμένων σχέσεων των τριών κοινοτήτων που την απαρτίζουν, των περίπλοκων ομοσπονδιακών θεσμών της -που ακόμη αμφισβητούνται- και των εκκρεμών σχέσεων της με τρίτες χώρες. Έτσι προς το παρόν η χώρα, αν και έχει υποβάλλει αίτηση ένταξη στην ΕΕ το 2016, διαθέτει από το 2015 απλώς μια Συμφωνία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης. Στο οικονομικό, όμως, επίπεδο, με 9 δις. ευρώ συνολικές ανταλλαγές αγαθών, η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, με την Ένωση να στηρίζει οικονομικά τη Βοσνία σε ζητήματα διακυβέρνησης, κράτους δικαίου και καινοτομίας. Ακόμη,  το Δεκέμβριο του 2010 υπήρξε κατάργηση της βίζας για τους Βόσνιους πολίτες, η δε  χώρα αποτελεί κομμάτι του προγράμματος Erasmus+.

Μοιράσου το άρθρο: