της Μάχης Μαργαρίτη

Στην Ευρώπη και τον κόσμο, συμβαίνει όλο και πιο συχνά: ακροδεξιά κόμματα ενισχύονται εκλογικά ξανά και ξανά. Πολλοί σοκάρονται, ανησυχούν, «πέφτουν από τα σύννεφα». Και τίθεται το ερώτημα: γιατί η δεκαετία της χειρότερης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού μετά το κραχ του ΄30, που οδήγησε σε πολιτικές σκληρής λιτότητας, έφερε ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων -στην πραγματικότητα, κομμάτι του συστήματος;

Αυτό που σίγουρα συνέβη τα τελευταία χρόνια είναι η μεγάλη αύξηση της ανισότητας σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Καταγράφεται στις χώρες του νότου της Ευρώπης. Πολιτικές λιτότητας εφαρμόζονται, όμως, και στις θεωρούμενες ευημερούσες καπιταλιστικές χώρες, δηλαδή, τις σκανδιναβικές. Το αφήγημα περί ευημερίας τους βασίζεται στο γεγονός ότι στις χώρες του βορρά το βιοτικό επίπεδο για τους πολλούς είναι υψηλότερο σε σχέση με άλλες χώρες. Αυτή είναι η μισή αλήθεια.
Υπάρχει και η υπόλοιπη μισή -αυτή δεν ακούγεται. Οι εργαζόμενοι σε αυτές τις χώρες, βλέπουν, επίσης, κατακτήσεις να χάνονται. Στη Σουηδία, ο διευθυντής του λεγόμενου «Γραφείου Χρέους» μιλούσε πριν από λίγες εβδομάδες για υπερβολική λιτότητα, κάνοντας λόγο για «ανταγωνισμό στη λιτότητα μεταξύ των δύο μπλοκ». Η Φινλανδία βρέθηκε σε ύφεση τα τελευταία χρόνια -εφαρμόστηκαν και εκεί πολιτικές λιτότητας. Αυτές τις μέρες, πέντε συνδικάτα βρίσκονται σε εικοσαήμερη απεργιακή κινητοποίηση σε όλη τη χώρα ενάντια σε μέτρα που κάνουν πιο εύκολες τις απολύσεις σε επιχειρήσεις. «Η Δανία», έγραφε το 2015 ο Πολ Κρούγκμαν, παρότι δεν έχει ευρώ, «διαχειρίζεται το νόμισμά της σαν να είχε, και εφαρμόζει δημοσιονομική λιτότητα». Η κρίση, λοιπόν, «χτύπησε» παντού -αλλά όχι όλους το ίδιο.

Αντί των ταξικών ζητημάτων, «πολιτικές ταυτότητας»

Θα σκεφτόταν κανείς ότι μετά από μια τέτοια δεκαετία καταστροφής και απώλειας εργατικών κατακτήσεων, τα ταξικά ζητήματα θα έρχονταν δυναμικά στην «κεντρική πολιτική σκηνή». Πράγματι, η λέξη «τάξη» άρχισε να ακούγεται ξανά, και οι πωλήσεις των βιβλίων του Καρλ Μαρξ εκτοξεύτηκαν. Αλλά σε αυτό που ονομάζεται «προσκήνιο» και διαμορφώνεται από τις κυρίαρχες δυνάμεις και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης αναδείχτηκαν όσο ποτέ, «ζητήματα ταυτότητας»: φυλή, φύλο, σεξουαλική ταυτότητα. Δεν πρόκειται για νέα ζητήματα. Σημείο καμπής για αυτές τις διεκδικήσεις, η δεκαετία του ’60.
Τότε που αναδύθηκαν απελευθερωτικά κινήματα κάθε είδους -ανθρώπινα δικαιώματα, φεμινιστικό κίνημα, σεξουαλική ελευθερία- τα οποία σάρωναν την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, δίνοντας διέξοδο σε συσσωρευμένη καταπίεση που είχαν μέχρι τότε υποστεί ομάδες και μειονότητες.
Ταυτόχρονα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι μορφώνονταν -και συνέβαιναν πολιτικές μετατοπίσεις. Η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι χαρακτηριστική -αλλά όχι μοναδική. Το 1952, τον υποψήφιο των Δημοκρατικών Στίβενσον είχε ψηφίσει το 29% των μορφωμένων με πτυχίο. Το 2012, το αντίστοιχο ποσοστό που ψήφισε τον υποψήφιο των Δημοκρατικών, τον Μπαράκ Ομπάμα, ήταν 53%. Τα «Λευκά Κολάρα» μετακόμισαν στους Δημοκρατικούς. Αλλά τι συνέβη με τα «Μπλε Κολάρα», τα μέλη της εργατικής τάξης που παραδοσιακά συνδέονταν με τους Δημοκρατικούς; Προσπάθησαν να βρουν τρόπο να «χωρέσουν» στο Δημοκρατικό Κόμμα, οι ίδιοι και τα αιτήματά τους για βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Την ίδια ώρα, έβλεπαν την πολιτική τους στέγη να μετατοπίζεται πιο δεξιά στο πεδίο της οικονομίας. «Οι ομιλίες Χίλαρι Κλίντον και Ομπάμα σε εταιρίες της Γουόλ Στριτ, δεν είναι καλή εικόνα. Οι τράπεζες δε σε τιμούν αν πιστεύουν ότι θα τους πάρεις τα χρήματα και θα τις βάλεις φυλακή», έλεγε στους New York Times ο Ντιν Μπέικερ από το Κέντρο για την Έρευνα για την Οικονομία και την Πολιτική.
Σταδιακά, οι εκπρόσωποι των Δημοκρατικών άρχισαν να μιλούν όλο και πιο πολύ για ζητήματα ταυτοτήτων, παρότι τμήμα της βάσης τους οργανωνόταν -και οργανώνεται- γύρω από ταξικά ζητήματα. Λίγο πριν τις τελευταίες εκλογές, ο ακροδεξιός πρώην σύμβουλος του Τραμπ Στιβ Μπάνον, έλεγε, «όσο περισσότερο οι Δημοκρατικοί μιλούν για ζητήματα ταυτότητας, τους έχουμε. Αν εμείς προχωρήσουμε με αιχμή τον οικονομικό εθνικισμό, μπορούμε να τους συντρίψουμε». Ο Τραμπ εκλέχτηκε. Επιλέγοντας να εστιάσουν τόσο πολύ σε ζητήματα ταυτότητας, Δημοκρατικοί -με εξαίρεση τον Μπέρνι Σάντερς, που δεν πήρε, όμως, το χρίσμα- και φιλελεύθεροι άφησαν το πεδίο ελεύθερο στον Τραμπ να απευθυνθεί στη λευκή αγροτική και εργατική τάξη της Αμερικής, εξασφαλίζοντας τη νίκη.
H κοινωνιολόγος Χοστσάιλντ, έχει περιγράψει ως εξής την εικόνα, όπως τη βλέπουν οι λευκοί αμερικανοί: στέκονται όλοι σε μια γραμμή προς έναν λόφο, με την ευημερία στην κορυφή. Τις τελευταίες δεκαετίες, η γραμμή έχει σταματήσει να κινείται. Και, υπό το δικό τους πρίσμα, άλλες ομάδες -μαύροι, λατίνοι, γυναίκες- κόβουν τώρα τη γραμμή, επειδή κερδίζουν ευκαιρίες μέσα από νόμους και πολιτικές κατά των διακρίσεων. Και επιπλέον, πολλοί λευκοί αμερικανοί αισθάνονται ότι δε μπορούν καν να μιλήσουν για αυτό, εξαιτίας αυτού που αποκαλούν «πολιτική ορθότητα». Ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι ένα: κανείς δε θέλει να μείνει πίσω στην ουρά.
Η Χίλαρι Κλίντον αποκαλεί «άθλιους και ελεεινούς» πολλούς ψηφοφόρους του Τραμπ. Γνωστά πρόσωπα του Χόλιγουντ συμμετέχουν σε εκστρατείες υπεράσπισης ταυτοτήτων -γελοιοποιώντας ταυτόχρονα τον Τραμπ με μιμήσεις και σκετσάκια. Το κίνημα «MeToo» και το «Black Lives Matter» έχουν προβολή. Απλοί άνθρωποι κινητοποιούνται σε αυτά, βρίσκοντας μια διέξοδο στην παθητικότητα και την «απραξία του καναπέ». Αλλά τα όρια αυτών των εκστρατειών είναι πεπερασμένα: τα έχουν χαράξει εκείνοι που τα έχουν φέρει στο προσκήνιο. Πόσο, όμως, ασχολούνται τα γνωστά πρόσωπα του Χόλιγουντ και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης με το «Fight for $15» -την εκστρατεία για ωρομίσθιο 15 δολαρίων, που έχει στόχο να βελτιωθεί η ζωή όλων, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, θρησκείας; «Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμορφοι, καλοντυμένοι διάσημοι παραινούν τους ανθρώπους που βρίσκονται σε ανέχεια να σταματήσουν να είναι ρατσιστές και ομοφοβικοί, να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι», λέει ο πολιτικός αναλυτής και ιστορικός Τόμας Φρανκ. Το αποτέλεσμα είναι να ενισχύονται τα αισθήματα κατά του κατεστημένου σε αυτούς που στερούνται του λεξιλόγιου να σχηματοποιήσουν όλα όσα αποτελούν τις πραγματικές τους ανησυχίες -ο πυρήνας αυτών των ανησυχιών είναι υλικός, και έχει να κάνει με το βιοτικό τους επίπεδο. Πολλοί από αυτούς, καταλήγουν να τις εκφράζουν με ξενοφοβικό λόγο, επειδή δεν ξέρουν πώς αλλιώς να το κάνουν -αυτό τους προσφέρεται ως εύκολη λύση από την ακροδεξιά ή «λαϊκιστική δεξιά». Οι ακροδεξιές δυνάμεις ξέρουν ότι η πολιτική απαιτεί πάντα ένα δίπολο: «εμείς/αυτοί». Και το προσφέρουν ανέξοδα: «εμείς, κόντρα στις ελίτ και το κατεστημένο που σας υποτιμούν». Το πόσο κενό νοήματος είναι αυτό το σύνθημα, φαίνεται μόλις τέτοιες δυνάμεις παίρνουν την εξουσία και ψηφίζουν αντεργατικά μέτρα που εξυπηρετούν το σύστημα: η διοίκηση Τραμπ έβαλε αμέσως στο στόχαστρο το Obamacare, το πρόγραμμα για τους ανασφάλιστους που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Ομπάμα, αφήνοντας πιθανά εκτός ασφάλισης και εκατομμύρια λευκούς αμερικανούς της εργατικής τάξης. Στην Αυστρία, ο κυβερνητικός συνασπισμός στον οποίο μετέχει η ακροδεξιά ψήφισε νόμο που επιτρέπει εργασία 12 ωρών την ημέρα, εξυπηρετώντας, προφανώς, τα συμφέροντα των εργοδοτών και όχι των εργαζόμενων.
Υπό το βάρος της πόλωσης γύρω από ζητήματα ταυτότητας, που συχνά τους προκαλούν αμυντικά αντανακλαστικά, τα μέλη της εργατικής τάξης καταλήγουν να ψηφίζουν ενάντια στα οικονομικά τους συμφέροντα, έγραφαν πριν από λίγα χρόνια σε μελέτη τους οι Άχτερμπεργκ, ντερ Βάαλ και Χούτμαν. Όμως, «η τάξη δεν πέθανε -έχει θαφτεί ζωντανή κάτω από το αυξανόμενο βάρος της πολιτισμικής ψήφου, συστηματικά λανθασμένα ερμηνευόμενης ως πτώσης της ταξικής ψήφου».

Η κατασκευή του νέου δίπολου

Αλλά γιατί τα λεγόμενα προοδευτικά κόμματα εστιάζουν πια τόσο πολύ σε ζητήματα ταυτότητας, πολώνοντας προς αυτή την κατεύθυνση; Γιατί έχει μετατοπιστεί η πολιτική σύγκρουση από το παραδοσιακό δίπολο «Αριστερά-Δεξιά» στο νέο δίπολο «Φιλελεύθεροι- Ακροδεξιά» -χαρακτηριστικό παράδειγμα Μακρόν έναντι Λεπέν; Από τη μία, φιλελευθερισμός, ατομικά δικαιώματα, «κοσμοπολιτισμός», και από την άλλη, «εθνικό κράτος», με «παραδοσιακές αξίες», χωρίς «τον ξένο, τον διαφορετικό». Πού πήγε η κεντρική πολιτική σύγκρουση με βάση τα ταξικά συμφέροντα;
Τα παραδοσιακά κόμματα της αριστεράς δεν αντιπροσωπεύουν πια τα εργατικά στρώματα και την κατώτερη μεσαία τάξη, έλεγε πρόσφατα ο γάλλος οικονομολόγος Πικετί. Τα σοσιαλιστικά κόμματα απομακρύνθηκαν από την εργατική τάξη και τα προβλήματά της. Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, αυτό που γενικά παρουσιάζεται ως σοσιαλδημοκρατική-αριστερή πολιτική αποσυνδέθηκε πλήρως
από οποιαδήποτε ξεκάθαρα αρθρωμένη εναντίωση στον καπιταλισμό. Αντίθετα, παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές-αριστερές δυνάμεις εφαρμόζουν στον έναν ή τον άλλο βαθμό, με το ένα ή το άλλο όνομα, πολιτικές λιτότητας που ζητούν τράπεζες και εταιρίες.
«Οι Ρεπουμπλικανοί είναι γνωστό μέγεθος: θα κάνουν οτιδήποτε, θα πουν οτιδήποτε, θα δηλώσουν πίστη σε οτιδήποτε, αρκεί να πετύχουν απορρύθμιση, μείωση φορολογίας και να κρατούν τους εργαζόμενους ‘στρατιωτάκια’. Τίποτα άλλο δεν είναι ιερό για αυτούς. Κανόνες, παραδόσεις, η βίβλος, το σύνταγμα, τίποτα. Δεν τους νοιάζει. Οι Δημοκρατικοί, από την άλλη, παραμένουν μυστήριο. Τους παρακολουθούμε να διστάζουν στις κρίσιμες στιγμές, να προδίδουν τα κινήματα που τους υποστήριξαν, ακόμη και να εξουδετερώνουν κάθε ιδέα που προκαλεί ηλεκτρισμό στον κόσμο». Αυτά έγραφε πρόσφατα στον Guardian ο αναλυτής Τόμας Φρανκ. Αυτά που περιγράφει δε συμβαίνουν μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή είναι η εικόνα παντού.
Η θεμελιώδης αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό είναι ότι όλα τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία αποδέχτηκαν το δόγμα του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς -είτε ολοκληρωτικά, είτε με μεταρρυθμίσεις. «Δεν υπάρχει εναλλακτική», είναι το μήνυμα -αλλά όταν το συστημικό μήνυμα είναι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, πού θα στραφεί η οργή των φτωχότερων για τη φτώχια και την εξαθλίωση στην οποία τους βυθίζουν; Πού θα κατευθυνθεί η απελπισία για το ζοφερό μέλλον που βλέπουν μπροστά τους, όταν η συζήτηση για τη φύση του συστήματος στο οποίο ζουν είναι εξοβελισμένη από το
προσκήνιο; Το πεδίο ελευθερώνεται σε αντιδραστικές δυνάμεις να «καναλάρουν» την απογοήτευση, μέσω του θυμικού, σε εθνικιστικές ξενοφοβικές οδούς.
Απέναντί τους -στην κεντρική πολιτική σκηνή- συντάσσεται ένα ομιχλώδες «προοδευτικό μέτωπο». Αλλά τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια ενός τέτοιου μετώπου; Μπορεί να «θεραπευτεί η ασθένεια» αν δεν υπάρχει συμφωνία για το ποια είναι η αιτία της;

Το «Κάστρο του Δράκουλα»

Ο Μπαράκ Ομπάμα είναι μαύρος. Από τη στιγμή που τελείωσε η προεδρική του θητεία, πληρώνεται ποσά με πέντε μηδενικά για κάθε ομιλία του σε εταιρίες και φωτογραφίζεται στο ιδιωτικό νησί του δισεκατομμυριούχου Ρίτσαρντ Μπράνσον, την ώρα που ένας φτωχός μαύρος πέφτει νεκρός, άοπλος, από σφαίρες αστυνομικού.
Η Κριστίν Λαγκάρντ είναι γυναίκα. Πληρώνεται ως επικεφαλής του ΔΝΤ -τουλάχιστον έτσι ξεκίνησε τη θητεία της- όσα και ο άντρας προκάτοχός της, την ώρα που μια εργάτρια σε ένα εργοστάσιο παρενοχλείται σεξουαλικά και απολύεται αν το καταγγείλει.
Ο Έλτον Τζον είναι ομοφυλόφιλος. Παντρεύεται τον σύντροφό του και τραγουδά στους βασιλικούς γάμους της Βρετανίας, ενώ ένας φτωχός ομοφυλόφιλος δέχεται γροθιές στη μέση ενός δρόμου.
Αυτό που καθορίζει τη ζωή του καθενός τους δεν είναι η ταυτότητά τους. Είναι η θέση τους στην οικονομική και κοινωνική πυραμίδα. Αυτό είναι που συνδέει τους τρεις πρώτους -και τους χωρίζει από τους δεύτερους.
Άρα, να μην υπάρχει συζήτηση-διεκδίκηση για δικαιώματα που αφορούν ζητήματα ταυτοτήτων; Η σωστή ερώτηση είναι, μάλλον, άλλη: μπορεί αυτή η διεκδίκηση να γίνεται χωρίς ταυτόχρονη σύγκρουση με το ίδιο το σύστημα που τρέφεται με το «διαίρει και βασίλευε»;
Έναν χρόνο πριν τον θάνατό του στα 48 του χρόνια, ο βρετανός συγγραφέας Μαρκ Φίσερ έγραφε το 2016, στο πιο πολυσυζητημένο, ίσως, άρθρο του, για αυτό που ονόμαζε «Κάστρο του Δράκουλα» και τη συνειδητή του επιμονή σε ζητήματα ταυτοτήτων: «Το Κάστρο του Δράκουλα ειδικεύεται στο να διαδίδει την ενοχή. Ο κίνδυνος του να του επιτεθεί κανείς είναι να φανεί σαν να επιτίθεται στους αγώνες ενάντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό και την ετεροσεξουαλικότητα… Και μόνο να αναφερθεί από κάποιον η τάξη, αυτόματα αντιμετωπίζεται σαν να προσπαθεί να υποβαθμίσει τη φυλή και το φύλο. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: το Κάστρο του Δράκουλα χρησιμοποιεί μια εν τέλει φιλελεύθερη αντίληψης της φυλής και του φύλου, για να υποβαθμίσει την τάξη.»
Υπάρχουν εκείνοι που από την «καρδιά του συστήματος» καταγγέλλουν τον φασισμό, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον σεξισμό, την ομοφοβία. Συμμετέχουν σε εκστρατείες -που σωστά γίνονται- για τα δικαιώματα καταπιεσμένων ομάδων, υπογράφουν κείμενα και διαμαρτυρίες κάθε είδους -αλλά ποτέ για τα δικαιώματα της καταπιεσμένης ομάδας η οποία περιλαμβάνει «κάθε ταυτότητα»: των εργαζόμενων. Οργίζονται κάθε φορά που κλείνουν δρόμοι για εργατικές κινητοποιήσεις -αλλά καθόλου δεν τους ενοχλεί όταν κλείνουν δρόμοι για κάθε είδους αγώνα «running» και «φιλανθρωπικές εκδηλώσεις». Η κουβέντα -και ακόμη περισσότερο η διεκδίκηση- για τα εργατικά δικαιώματα, για τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος που αντί να διευρύνονται με την τεράστια αύξηση του πλούτου, μειώνονται- για την κατοχή και τον έλεγχο των φυσικών πόρων, για το
δημόσιο-κοινωνικοποιημένο απέναντι στο ιδιωτικό, για τους μισθούς, για το ωράριο, για τα χρόνια εργασίας, για το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο, για το δικαίωμα όλων των ανθρώπων, κάθε «ταυτότητας», σε μια ωραία ζωή εδώ και τώρα ώστε να μην καταλήγουν να βλέπουν τον εχθρό στον διπλανό τους, απλώς δε γίνεται. Θεωρείται «γραφική» και «παρωχημένη». Αυτοί που την αγνοούν, τη γελοιοποιούν, την παραπέμπουν στις καλένδες
με το επιχείρημα «μη μιλάτε, υπάρχουν και χειρότερα», ή προσπαθούν να κάνουν διαχείριση της φτώχιας και της ανισότητας, είναι οι ίδιοι που σοκάρονται -αληθινά ή και όχι- με την άνοδο της ακροδεξιάς.
Αλλά ο Μαξ Χορκχάιμερ έχει πει το 1939, στην αρχή της πιο καταστροφικής πολεμικής σύγκρουσης στην ιστορία της ανθρωπότητας, «αν δε θέλεις να μιλήσεις για τον καπιταλισμό, τότε καλύτερα να μη μιλήσεις για τον φασισμό». Η ιστορία υπάρχει για να μαθαίνουμε από αυτή. Όχι για να την παρακολουθούμε να επαναλαμβάνεται, «πέφτοντας από τα σύννεφα».

Μοιράσου το άρθρο: