Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Στο παρά 5’ των ιταλικών εκλογών οι προβλέψεις μιλούν για ένα ασαφές αποτέλεσμα, όπου κανένα κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων δε μοιάζει να αποκτά την απαιτούμενη πλειοψηφία για να σχηματίσει κυβέρνηση. Άλλωστε, όλο το προηγούμενο διάστημα οι Ιταλοί έδειξαν ότι δεν τους ενθουσίασε η προεκλογική εκστρατεία κανενός. Έτσι δεν αποκλείεται, βοηθούσης και της κακοκαιρίας, η αποχή να ξεπεράσει ακόμη και το 40%, με επιπτώσεις στο αποτέλεσμα και τους τελικούς συσχετισμούς.

Το ιταλικό «εργαστήρι»

Στις δεκαετίες ’70 και ’80 και έως τις αρχές του ’90, η Ιταλία εθεωρείτο πολιτικό και κοινωνικό εργαστήρι. Ήταν οι αναζητήσεις της μετριοπαθούς-ευρωπαϊστικής αριστεράς, η διερεύνηση της συνύπαρξής της με τη δεξιά, οι θεωρίες και ο ακτιβισμός της ριζοσπαστικής αριστεράς, η αντιμετώπιση της πολιτικής τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, ο έντονος ευρωπαϊσμός που έφτανε στην έκφραση φεντεραλιστικών απόψεων για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα από τις κύριες δυνάμεις της χώρας, η «επανάσταση των δικαστών» που παρέπεμψε ή απομάκρυνε σημαντικό μέρος του παλιού πολιτικού συστήματος, οι καινοτομίες στις κοινωνικές αξίες και την τέχνη/αισθητική.

Σήμερα η Ιταλία μπορεί να θεωρηθεί και πάλι εργαστήρι.

Μόνο που οι πειραματισμοί έχουν πλέον να κάνουν με το κατά πόσο η Μπερλουσκονική δεξιά μπορεί να συγκυβερνήσει, στην 4η πολιτική νεκρανάστασή της, με την μεταλλαχθείσα από αποσχιστικό κίνημα σε ακροδεξιό κόμμα Λέγκα του Βορρά , καθώς και τους νεοφασιστικής προέλευσης «Αδελφούς της Ιταλίας».

Έχει επίσης σχέση με το εάν το φθαρμένο από την 3ετή διακυβέρνηση και από τις πολλαπλές αποχωρήσεις εξ αριστερών Δημοκρατικό Κόμμα των Ρέντσι και Τζεντιλόνι μπορεί να περιορίσει την 3η μεγάλη αναδίπλωση της Κεντροαριστεράς την τελευταία 20ετία· κι αν για να το πετύχει θα πρέπει να συνεργαστεί ξανά με το «διε-φθαρμένο σύστημα» Μπερλουσκόνι ή κι ένα δημαγωγικό και σχετικά αλλοπρόσαλλο κίνημα όπως των 5 Αστέρων…

Σε ό, τι αφορά το τελευταίο, όπου τη θέση του Γκρίλο έχει πάρει ο Λουίτζι Ντι Μάιο, οι πειραματισμοί αφορούν το πώς το μεγαλύτερο μεμονωμένο κόμμα της χώρας δεν θέλει ή δεν μπορεί να συνεργαστεί με καμμιά άλλη πολιτική δύναμη, ακουμπώντας στα αριστερά στις κοινωνικές ευαισθησίες της αριστεράς και στα δεξιά στον αντιμεταναστευτικό και αντιευρωπαϊκό λόγο της Λέγκας.

Ακόμη, στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς, όπου, υπό την πρόσφατη δημιουργία των «Ελεύθερων και Ίσων», έχουν συνασπιστεί προσωπικότητες όπως οι Πιέτρο Γκάσο και Λάουρα Μπολτρίνι (πρόεδροι μέχρι πρότινος της Γερουσίας και της Βουλής), Πιερλουίτζι Μπερσάνι και Μάσιμο Ντ’Αλέμα, (Κίνημα Προοδευτικών Δημοκρατών-Αρθρο Ένα) Νικόλα Φρατοϊάνι (Ιταλική Αριστερά), Μπέε Τσιβάτι (κίνημα Possibile-Εφικτό) και Νίκι Βέντολα (Αριστερά-Οικολογία-Ελευθερία), το ερώτημα είναι να όλοι αυτοί οι σημαντικοί μπορούν να βρουν κάποιο δημιουργικό λόγο (συν)-ύπαρξης, πέραν της κριτικής στο Δημοκρατικό Κόμμα και της επίσπευσης της ήττας του.

Επίσης, στο σημερινό εργαστήρι της Ιταλίας έχει ενδιαφέρον το αν θα εξακολουθήσει να βρίσκει μια άξια λόγου έκφραση ο ευρωπαϊσμός, πέραν των θεωρητικών -και εν πολλοίς αντιλαϊκών- λόγων του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και του ευρωπαϊκού μαξιμαλισμού της πρώην Επιτρόπου Εμα Μπονίνο, που έχει δημιουργήσει το κίνημα “Piu Europa” (Ευρώπη+), από το παλιότερο και αρκετά αντιφατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα.

Επιπλέον, «εργαστηριακά» έχει τεράστια σημασία για την ίδια την Ιταλία, αλλά και όλη την Ευρώπη, αν η οικονομία της μπορεί να μεταρρυθμιστεί πριν εκτροχιαστεί τελείως το χρέος της χώρας, πριν χαθεί και άλλη ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της, πριν κινδυνέψουν άμεσα οι τράπεζες της και πριν ξαναθεριέψει το αντι-ευρώ αίσθημα (που εξέφραζαν έως πρότινος οι Γκρίλο/Μάιο, Σαλβίνι αλλά έμμεσα και Μπερλουσκόνι)· κι αν όλα αυτά, βέβαια, μπορούν να διατηρήσουν μια απαραίτητη συναίνεση της πλειοψηφίας των πολιτών, αλλά και των επιχειρήσεων.

Τέλος, μέρος των ιταλικών πειραματισμών, που παρακολουθούν στενά κι άλλα ευρωπαϊκά κράτη, είναι αν οι αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές –κυρίως από την Αφρική- μπορούν να είναι διαχειρίσιμες στο έδαφος της χώρας, αν θα υπάρξει κοινή πολιτική της ΕΕ για το θέμα ή αν (θα) είναι πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων της Αστυνομίας και του Στρατού, όχι απλώς στη Μεσόγειο Θάλασσα, αλλά στο εσωτερικό της Λιβύης, της Τυνησίας κι ακόμη και του Νίγηρα…

Το εκλογικό σύστημα περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση…

Στις 4 Μαρτίου οι Ιταλοί καλούνται να ψηφίσουν βάση του νέου εκλογικού νόμου που ψηφίστηκε το περασμένο φθινόπωρο, που αποκαλείται και Rosatellum, από το όνομα του κοινοβουλευτικού του Δημοκρατικού Κόμματος Eτορε Poσάτο, ο οποίος υπήρξε ο εισηγητής του. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα περίπλοκο εκλογικό σύστημα, υβρίδιο μεταξύ απλής αναλογικής για τα 2/3 των εδρών Βουλής και Γερουσίας και πλειοψηφικού για το 1/3 βάση μονοεδρικών περιφερειών. Οι παρατηρητές εκτός Ιταλίας δυσκολεύονται να το κατανοήσουν κι οι Ιταλοί ψηφοφόροι να το συνηθίσουν.

Έτσι, το νέο εκλογικό σύστημα έρχεται να εντείνει την αβεβαιότητα που δημιουργούν τα ποσοστά αλλά και οι αντιφάσεις των τριών μεγάλων συνασπισμών γύρω από τους οποίους έχει παγιωθεί η πολιτική διαίρεση της χώρας (κατά σειρά δημοσκοπικών ευρημάτων: Δεξιά, Κίνημα 5 Αστέρων, Κεντροαριστερά). Έτσι η μεγαλύτερη βεβαιότητα που δημιουργεί το Rosatellum είναι πως υπό τις διατάξεις είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει κάποιος καθαρός νικητής.

Και τούτο διότι, με τον νέο εκλογικό νόμο, η αυτοδυναμία επιτυγχάνεται με το 40% των ψήφων και –οριακά- με κάπως χαμηλότερο ποσοστό σε περίπτωση συνδυασμού καλών αποτελεσμάτων σε σειρά μονοεδρικών περιφερειών. Να σημειωθεί, βέβαια, ότι ορισμένες μετρήσεις των τελευταίων εβδομάδων έως και ημερών θέλουν τον Συνασπισμό της Κεντροδεξιάς-Άκρας Δεξιάς, (Φόρτσα Ιταλία, Λέγκα του Βορρά, Αδελφοί της Ιταλίας) να πλησιάζει το 40% και επομένως την αυτοδυναμία.

Την τάση αυτή προσπάθησε να ενισχύσει περαιτέρω ο Μπερλουσκόνι, προτείνοντας την «τελευταία» στιγμή για πρωθυπουργό ενός τέτοιου συνασπισμού τον Αντόνιο Ταγιάνι, τωρινό Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και παλιό/καλό συνεργάτη του.

Στην επιλογή αυτή υπάρχει μια τριπλή στόχευση: ο Ταγιάνι είναι αρκετά δημοφιλής και σχετικά άφθαρτος για αρκετούς συντηρητικούς Ιταλούς ψηφοφόρους· η επιλογή του στέλνει καθησυχαστικά μηνύματα προς τις Βρυξέλλες, έπειτα από χρόνια αντιευρωπαϊκής ρητορικής και του ίδιου του Μπερλουσκόνι· ο «σύμμαχος», επικεφαλής της Λέγκας του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι, του πλέκει το εγκώμιο, δηλώνοντας ότι «αν η Ευρώπη είναι ο Γιούνκερ, είμαι αντιευρωπαϊστής, αλλά ο Ταγιάνι δεν είναι Γιούνκερ…».

Από την άλλη, να σημειωθεί ότι μερίδα αναλυτών θεωρεί τις παρούσες εκλογές απλώς μία αναμέτρηση ‘θέσεων μάχης’ και ίσως μία ανώφελη προσφυγή στις κάλπες ενόψει ενός δεύτερου, πιο αποφασιστικού γύρου. Ακόμη, ορισμένοι αναλυτές κρίνουν πως οι εκλογές αυτές μπορούν να αποτελέσουν ένα προοίμιο κάποιου νέου πολιτικού κύκλου με εντολοδόχους κυβερνήσεις, που θα έχουν ως επικεφαλής λιγότερο φθαρμένα πρόσωπα.

Όμως, μέχρι να κλείσουν όλοι αυτοί οι κύκλοι και να βρεθούν οι νέες ισορροπίες στο πολιτικό σύστημα της Ιταλίας, τουλάχιστον, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα παρακολουθούν με αγωνία τις εξελίξεις στο εσωτερικό της και κυρίως την επίπτωσή τους στην οικονομία της ευρωζώνης.

Μοιράσου το άρθρο: