Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Η στρατηγική της κυβέρνησης είναι φανερό ότι βασίζεται σε δύο άξονες. Από τη μια επιχειρεί να ολοκληρώσει το πρόγραμμα στην ώρα του, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση της χώρας στο δανεισμό από τις αγορές και τον μέγιστο βαθμό ελευθερίας από τους δανειστές -ή, εάν το δούμε ανάποδα, τον μικρότερο βαθμό εποπτείας.

Από την άλλη επιδιώκει να χαράξει μια διαχωριστική γραμμή από τους πολιτικούς της αντιπάλους σε σχέση με τις κοινωνικές προτεραιότητες και ευαισθησίες, διασφαλίζοντας κάποιες -ελάχιστες- παροχές στο πιο αδύνατα στρώματα της κοινωνίας.

Το πρόσθετο όφελος για την κυβέρνηση είναι ότι η «ένεση» του κοινωνικού μερίσματος θα τονώσει την οικονομική ανάπτυξη και θα βελτιώσει τους σχετικούς δείκτες, που ήδη κινούνται ανοδικά.

Σε ότι αφορά στο πρώτο, την ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν υπάρχει ισχυρός πολιτικός αντίλογος.

Εκτός από τις μικρότερες πολιτικές δυνάμεις που επιμένουν στην αντιμνημονιακή ρητορική, η πλειονότης του πολιτικού φάσματος υιοθετεί τη λογική της εξόδου από το μνημόνιο, της εφαρμογής των μέτρων και της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης.

Στο πεδίο αυτό οι κατηγορίες της αντιπολίτευσης κατά βάση εστιάζονται σε διαχειριστικές αστοχίες από την πλευρά της κυβέρνησης, σε επιχειρήματα του τύπου, «εμείς θα τα κάνουμε καλύτερα γιατί ξέρουμε τη συνταγή και την πιστεύουμε» καθώς και σε κριτική ότι τα κυβερνώντα κόμματα άργησαν να αντιληφθούν την πραγματικότητα και σπατάλησαν χρόνο και χρήμα με μια άστοχη διαπραγμάτευση.

Σε κάποιο βαθμό, όμως, κυβέρνηση και αντιπολίτευση έχουν τον ίδιο στόχο: Να βγει η χώρα από το μνημόνιο και να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μέσα από την ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Σε ότι αφορά στις παροχές, το λεγόμενο κοινωνικό μέρισμα, η κριτική της αντιπολίτευσης εστιάζεται στο ότι αυτό αποδίδεται από το υπερ-πλεόνασμα του προϋπολογισμού που προήλθε από την μεγάλη πίεση στην οικονομία με υψηλούς φόρους και εισφορές.

Το επιχείρημα είναι ότι δεν χρειαζόταν όλη αυτή η αφαίμαξη από την οικονομία για να προκύψουν περισσότερα έσοδα από όσα ήταν αναγκαία, έτσι ώστε να διανεμηθούν. Πολύ περισσότερο που η φορολογική πίεση εξ ορισμού λειτουργεί ανασχετικά και στην πολυπόθητη ανάπτυξη.

Από οικονομική σκοπιά, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να απορριφθεί a priori. Είναι γεγονός ότι η υψηλή φορολόγηση έχει μακροοικονομικές παρενέργειες. Το ζούμε δέκα χρόνια τώρα.

Ο παράγοντας, όμως, τον οποίο αφήνει απ΄έξω η κριτική αυτή, είναι ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι επεβλήθησαν από την τρόικα, ιδιαίτερα από το ΔΝΤ το οποίο μέχρι πρότινος αμφισβητούσε κατηγορηματικά τη δυνατότητα της κυβέρνησης να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα και απαιτούσε πρόσθετα μέτρα.

Μόλις προ ημερών άλλαξε «σκοπό» το ΔΝΤ και εκφράζει πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, αφού βέβαια είδε τις προβλέψεις του να διαψεύδονται για νιοστή φορά.

Η μόνη επιλογή που είχε η κυβέρνηση όταν οι δανειστές απαιτούσαν τα μέτρα τα οποία οδήγησαν στο σημερινό υπερ-πλεόνασμα ήταν να στυλώσει τα πόδια, προκαλώντας νέα κρίση στις σχέσεις με τους δανειστές, κάτι το οποίο απέφυγε.

Δεν είναι καθόλου προφανές ότι υπήρχε τότε άλλη επιλογή εκτός από τη σύγκρουση με τους δανειστές.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι υπό το φως των νέων δεδομένων πρέπει να επιδιωχθεί και πάλι υπερ-πλεόνασμα.

Αντιθέτως, η εμπειρία μέχρι τώρα, αλλά και η διαφαινόμενη μεταστροφή των δανειστών προς μια αντικειμενικότερη και επιεικέστερη στάση πρέπει να γίνει αφορμή για να επαναπροσδιοριστούν στόχοι και εργαλεία και να σταθμιστούν κόστη και ωφέλειες, έτσι ώστε να ελαφρυνθεί όσο γίνεται το φορολογικό βάρος το οποίο έχει φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Η φορολογική κόπωση είναι προφανής από τα στοιχεία των εσόδων και την επισημαίνει και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Μοιράσου το άρθρο: