της Μάχης Μαργαρίτη

Ο Οράτιος Άλγκερ ήταν αμερικανός συγγραφέας. Έγραφε μυθιστορήματα για νέους τον 19ο αιώνα. Το μοτίβο των γραπτών του, ένα φτωχό αγόρι καταφέρνει να ανεβεί από το ταπεινό του υπόβαθρο στην ασφάλεια της μεσαίας τάξης, χάρη στη σκληρή δουλειά, την αποφασιστικότητα και εντιμότητά του. Το αποκάλεσαν, «Ο μύθος του Οράτιου Άλγκερ», και ενίσχυσε την πίστη στο Αμερικανικό Όνειρο. Προς το τέλος του αιώνα, ο μύθος άρχισε να χάνει από την αίγλη του, καθώς τα πράγματα δεν έμοιαζαν πια και τόσο ρόδινα: η ανισοκατανομή του πλούτου και οι εργατικές διεκδικήσεις μέσω των συνδικάτων μεγάλωναν, μαζί με τις αμφιβολίες για τη δυνατότητα ενός καθημερινού ανθρώπου να κατακτήσει το Όνειρο.

Από τότε πέρασε πάνω από ένας αιώνας. Αλλά το ιδεολόγημα της κοινωνικής κινητικότητας αποδείχτηκε ιδιαίτερα ανθεκτικό. «Δεν έχει σημασία ποιοι είναι οι γονείς σου και η κοινωνικοοικονομική τους θέση. Δούλεψε σκληρά, αξιοποίησε τις ευκαιρίες, και θα καταφέρεις να σκαρφαλώσεις την κοινωνική σκάλα. Αν είσαι ικανός.» Ανταγωνισμός, αξιοκρατία, κοινωνική κινητικότητα.

Τι συνέβη, όμως, στην κοιτίδα της Βιομηχανικής Επανάστασης, τη Βρετανία, από τη μετάβασή της από τον προ-βιομηχανικό κόσμο μέχρι το σήμερα; Μαζική δημόσια εκπαίδευση, επέκταση του συστήματος υγείας, συνταξιοδότηση του πληθυσμού. Οι φτωχοί πήραν τα απολύτως στοιχειώδη για να συντηρούνται και να κινούν την «ατμομηχανή» της παραγωγής, άρα απέκτησαν ένα σχετικά καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Αλλά αυξήθηκε η κοινωνική κινητικότητα; Στην πραγματικότητα, παρέμεινε στους προ-βιομηχανικούς ρυθμούς της. Ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις Γκρέγκορι Κλαρκ μελέτησε το «κύρος» σπάνιων επώνυμων στην εξέλιξη γενεών, για να μετρήσει τους ρυθμούς κοινωνικής κινητικότητας στην Αγγλία από το 1670 μέχρι το 2012. Το συμπέρασμά του; Η κοινωνικοοικονομική θέση στην εποχή του Ντέιβιντ Κάμερον -πρωθυπουργός το 2012, οπότε ολοκληρώθηκε η μελέτη- παραμένει όπως στην προ-βιομηχανική Αγγλία. «Η καταγωγή είναι μοίρα. Στη γέννηση, το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής εξέλιξης του ατόμου μπορεί να προβλεφθεί από την οικογενειακή ιστορία», έλεγε πριν από λίγα χρόνια στην εφημερίδα Guardian ο καθηγητής. Οι γάμοι ήταν συνήθως μεταξύ «συμβατών» ατόμων, με παρόμοιο υπόβαθρο -και έτσι παραμένουν. Στα καλύτερα πανεπιστήμια της Αγγλίας, Οξφόρδη και Κέμπριτζ, εισάγονται συνήθως οι γόνοι των ανώτερων τάξεων.

Ακόμη και στη θεωρούμενη, τουλάχιστον μέχρι πρότινος, «μοντέλο» σοσιαλδημοκρατία της Σουηδίας -όπου, ειρήσθω εν παρόδω, οι νέοι είναι οι πιο απαισιόδοξοι για το μέλλον τους σε πρόσφατη έρευνα σε 15 χώρες του κόσμου- οι ρυθμοί κοινωνικής κινητικότητας είναι, επίσης, χαμηλοί. Η Σουηδία «έχει μια τάξη ανθρώπων που κατάγονται από την αριστοκρατία του 18ου αιώνα και έχουν διακριτά, και νομικά προστατευμένα, επώνυμα, όπως Ρόζενκραζ, φον Έσεν και Τζίλενχαλ. Κάποιος με αυτό το επώνυμο, είναι ακόμα και σήμερα, οκτώ γενιές μετά, τρεις ή τέσσερις φορές πιο πιθανό να είναι δικηγόρος, ή γιατρός, ή στις βασιλικές ακαδημίες, σε σχέση με τον μέσο σουηδό. Οι απόγονοι τους παραμένουν πλουσιότεροι από τον μέσο όρο, και ζουν στις πιο ακριβές γειτονιές της Στοκχόλμης». Γιατί, λοιπόν, θεωρείται η Σουηδία καλύτερη κοινωνία για τις κατώτερες τάξεις; Όχι επειδή προσφέρει γρήγορη κινητικότητα προς τα πάνω, αλλά επειδή προσφέρει καλύτερες συνθήκες ζωής για τους φτωχούς.

Γεννημένοι «στη λάθος πλευρά»

Όσο πιο νέος είναι κανείς, τόσο λιγότερο πιστεύει στην κοινωνική κινητικότητα. Σε πρόσφατο Βαρόμετρο στη Βρετανία, το 51% των νέων απαντούν ότι το πού θα καταλήξουν οι άνθρωποι καθορίζεται από το ποιοι είναι οι γονείς τους. Οι νέοι «νιώθουν όλο και πιο πολύ ότι είναι στη λάθος πλευρά μιας βαθιάς αδικίας», είπε ο ειδικός σε θέματα κοινωνικής κινητικότητας Άλαν Μίλμπουρν, στέλεχος των Εργατικών που συνεργάστηκε με την κυβέρνηση των Συντηρητικών, για να παραιτηθεί τελικά πέρυσι.

150 χρόνια μπορεί να χρειαστούν για ένα παιδί από μια φτωχή οικογένεια της Βρετανίας προκειμένου να φτάσει να κερδίζει όσο ο εθνικός μέσος όρος -120 χρόνια είναι το αντίστοιχο διάστημα στην Ελλάδα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ σε 24 χώρες. Ένα στα τρία παιδιά με πατέρα με χαμηλό εισόδημα, θα μείνει παγιδευμένο σε χαμηλά εισοδήματα. Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα δύο τρίτα των παιδιών θα ανεβούν μόλις ένα σκαλί στο εισόδημα στη διάρκεια της ζωής τους. Με αφορμή τα ευρήματα, ο ΟΟΣΑ κάλεσε τις κυβερνήσεις να κάνουν περισσότερα για τη στέγαση, την εκπαίδευση και τις μεταφορές. Είναι ο ίδιος οργανισμός που οκτώ χρόνια πριν καλούσε τις αναπτυγμένες χώρες να κάνουν περικοπές στις δημόσιες δαπάνες τους. Και οι κυβερνήσεις το έκαναν.

«Φτωχός στα 20, Φτωχός για Πάντα»

Αυτός ήταν ο τίτλος ενός άρθρου του αμερικανικού περιοδικού «The Atlantic» το 2016. Οι οικονομολόγοι Καρ και Γουέμερς από το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης είχαν μελετήσει τις πιθανότητες οικονομικής εξέλιξης ενός νέου, με στοιχεία από το 1981 μέχρι το 2008. Από τη δεκαετία του ΄80 μέχρι το 2000, έγινε λιγότερο πιθανό ένας εργαζόμενος να ανεβεί τη σκάλα του εισοδήματος. Αυτοί που ξεκινούν με λίγα χρήματα στις πρώτες τους δουλειές είναι πιο πιθανό να συνεχίζουν να κερδίζουν λίγα δεκαετίες μετά, και αυτοί που ξεκινούν από την κορυφή, να συνεχίζουν να κερδίζουν πολλά χρήματα στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.

Όλο και πιο πολύ φαίνεται ότι «το από πού ξεκινάς γίνεται όλο και πιο σημαντικό για το πού θα καταλήξεις», είπαν οι δύο ερευνητές.

Όλα ξεκινούν από νωρίς. Από το σχολείο. Η σύνδεση «ανάμεσα στο οικογενειακό εισόδημα και την εκπαιδευτική επίδοση του παιδιού δεν έχει σπάσει», αναφερόταν σε έκθεση της βρετανικής κυβέρνησης το 2016. Φτωχά, έξυπνα παιδιά αρχίζουν να μένουν πίσω σε σχέση με τα πλουσιότερα από πολύ νωρίς. Παιδιά από οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα είναι πολύ πιο πιθανό να τα πηγαίνουν άσχημα στις εξετάσεις -που αποτελούν φραγμούς στη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το χάσμα διευρύνεται από τα 3 μέχρι τα 18 τους χρόνια. «Φυσική» συνέχεια, από τους 6.500 φοιτητές που δέχονται κάθε χρόνο τα δύο πιο γνωστά πανεπιστήμια της Βρετανίας, η Οξφόρδη και το Κέμπριτζ, μόλις οι 40 είναι «τόσο φτωχοί» ώστε να δικαιούνται δωρεάν γεύματα. Είναι αυτό τόσο καθοριστικό; Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι απόφοιτοι του «Όξμπριτζ» είναι το 1% του πληθυσμού, αλλά από αυτούς προέρχεται το 75% των ανώτατων δικαστών και πάνω από το 50% των πιο γνωστών δημοσιογράφων της χώρας. Μόλις το 4% των γιατρών και το 6% των δικηγόρων στη χώρα είναι παιδιά εργατικών οικογενειών.

Ας δεχτεί, πάντως, κάποιος το ενδεχόμενο η εκπαίδευση να καταφέρει να «σπάσει» φράγματα, και ένα φτωχό παιδί να λάβει μια πολύ καλή μόρφωση. Τι γίνεται μετά; Η έλλειψη κινητικότητας ισχύει ακόμη και για απόφοιτους κολεγίων. Στη Βρετανία, η πιθανότητα να πάρει κανείς υψηλά αμειβόμενη θέση σε ένα επάγγελμα κύρους, είναι ακόμα στενά συνδεδεμένη με το κοινωνικό υπόβαθρο της οικογένειας, έλεγε η ίδια έκθεση. Παιδιά από την εργατική τάξη -ακόμη κι αν έχουν υψηλές επιδόσεις- είναι λιγότερο πιθανό να εξασφαλίσουν τέτοιες θέσεις εργασίας, επειδή έχουν μικρότερη πρόσβαση σε δίκτυα και λιγότερες γνώσεις να κινηθούν μέσα στο σύστημα.

Διότι δεν αρκεί να πάρει κανείς πτυχίο από ένα «πανεπιστήμιο των ελίτ» -πρέπει να κινείται και στους ίδιους κύκλους, να ζει στις σωστές περιοχές των πόλεων, να έχει τις σωστές διασυνδέσεις. Το «επί ίσοις όροις», απλώς δεν υπάρχει.

Αξιοκρατία

Υπάρχει, βέβαια, το επιχείρημα ότι κάποιοι ξεκινούν από «χαμηλά» και ανεβαίνουν στην ελίτ της πυραμίδας. Αυτοί είναι οι εξαιρέσεις. Μελετώντας κοινωνίες εκατοντάδων χρόνων, ο ιστορικός της Οικονομίας Γκρέγκορι Κλαρκ καταλήγει ότι η σύνθεση της οικονομικής ελίτ κάθε χώρας έχει παραμείνει εντυπωσιακά σταθερή. Αυτός είναι ο κανόνας. Αλλά αν όλα αυτά ισχύουν, αν η καταγωγή μετρά τόσο καθοριστικά -και τα στοιχεία αυτό αποδεικνύουν- τότε γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων αποδέχεται κάτι τόσο καταφανώς άδικο; Με ποιον τρόπο πείστηκε ότι αυτό πρέπει να δέχεται ως δεδομένο;

Στη φεουδαρχία, η θέση του ανθρώπου στην κοινωνία καθοριζόταν ευθέως από την καταγωγή του: αριστοκράτης ή δούλος. Μετά ήρθε η Γαλλική Επανάσταση, και οι φιλελεύθερες ιδέες. Ο παλιός κόσμος ανατρεπόταν, μαζί και το προνόμιο της καταγωγής. Λιγότερο από έναν αιώνα μετά, και ενώ η αστική τάξη έγραφε τώρα τους κανόνες τους παιχνιδιού εγκαθιδρύοντας τη δική της εξουσία, ο  Εμίλ Μπουτμί ίδρυε στη Γαλλία το περίφημο μέχρι σήμερα Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, προορισμένο για την ελίτ της χώρας, με μια ξεκάθαρη ιδέα: «αναγκασμένες να δεχτούν την κυριαρχία της πλειοψηφίας, οι τάξεις που αυτοαποκαλούνται ‘ανώτερες τάξεις΄ μπορούν να διατηρήσουν την πολιτική ηγεμονία τους μόνο επικαλούμενες τα δικαιώματα των πιο ικανών. Καθώς τα παραδοσιακά αφηγήματα της ανώτερης τάξης καταρρέουν, το κύμα της δημοκρατίας θα αντιμετωπίσει μια δεύτερη γραμμή άμυνας». Η δεύτερη γραμμή άμυνας ήταν η «αξιοσύνη». Απαραίτητη ιστορικά διεκδίκηση για να κοντραριστεί το «κληρονομικώ ελέω» της αριστοκρατίας και να περάσει η εξουσία σε περισσότερα χέρια, ή ανάχωμα στο να περάσει η εξουσία στα χέρια των πολλών -ή «πέρασμα» σταδιακά από το πρώτο στο δεύτερο;

Μέχρι σήμερα, πάντως, οι κοινωνίες φαίνεται ότι ανέχονται την οικονομική ανισότητα, αν προκύπτει από αυτό που διδάσκονται από πολύ νωρίς να αντιλαμβάνονται ως αξιοκρατική διαδικασία. Αυτό που δε διδάσκονται, είναι να αναρωτιούνται σε ποιες υλικές συνθήκες δημιουργούνται οι «άξιοι» και οι λιγότερο άξιοι. Για να μην αμφισβητήσει ποτέ ο άνθρωπος το δομικό πρόβλημα αυτού του διαχωρισμού -και άρα το σύστημα ολόκληρο- διδάσκεται, επίσης, να πιστεύει στην κοινωνική κινητικότητα: Κανείς δεν είναι καταδικασμένος, όλοι μπορούν δυνάμει να «αλλάξουν κατηγορία», να μετακινηθούν, χάρη στον ανταγωνισμό -κάποιοι, βέβαια, γεννιούνται στην «καλή» κατηγορία, οπότε δε χρειάζεται να κάνουν και πολλά, αλλά αυτό καλύπτεται τεχνηέντως στη διάρκεια των νουθεσιών προς τους λιγότερο τυχερούς «να δουλέψουν σκληρότερα για να διακριθούν και να καταφέρουν να ζήσουν καλύτερα».

Κοινωνική κινητικότητα. Όρος, έτσι κι αλλιώς, προβληματικός. Γιατί, ποιος είναι ο σκοπός μιας κοινωνίας; Να αυξάνονται οι πιθανότητες να «ανεβούν» κάποιοι, ή να ανεβεί το επίπεδο της ζωής όλων; Το 1962 ο Μάικλ Χάρινγκτον δημοσίευσε το βιβλίο του με τίτλο «Η Άλλη Αμερική», αποδομώντας τον μύθο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μετατραπεί σε κοινωνία της «μεσαίας τάξης» χάρη στην κινητικότητα. «Η τύχη των φτωχών βρίσκεται στα χέρια των πλούσιων. Αν η οργή και η ντροπή για αυτό δεν είναι μπροστά μας, κάποιος μπορεί να γράψει ένα βιβλίο για την άλλη Αμερική μια γενιά από τώρα, και τα πράγματα θα είναι τα ίδια ή και χειρότερα». Πρόβλεψε σωστά. Φυσικά, πολύ νωρίτερα από αυτόν, τα είχαν προβλέψει άλλοι. Που πίστευαν, όμως, και κάτι ακόμα: ότι η τύχη των φτωχών, στην πραγματικότητα, δε βρίσκεται ούτε στα χέρια των πλούσιων, ούτε στα χέρια των εκπροσώπων τους -παρά μόνο στα δικά τους χέρια.

Μοιράσου το άρθρο: