Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Όλα δείχνουν ότι η εξίσωση του ΔΝΤ είναι πολύ δύσκολο να λυθεί και όσο δεν διευκρινίζεται η σχέση του Ταμείου με την ευρωζώνη, το βάρος πέφτει στις πλάτες της Ελλάδας.

Η αναδίπλωση Σόιμπλε, με τις δηλώσεις του ότι χωρίς το ΔΝΤ δεν μπορεί να υπάρξει το πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας δείχνει ότι το Βερολίνο εκτιμά ότι η αποχώρηση του Ταμείου θα έχει μεγάλο εσωτερικό πολιτικό κόστος, διότι η Ελλάδα θα βρεθεί και στο επίκεντρο νέων δύσκολων διαπραγματεύσεων, δίνοντας ένα σήμα ότι οι χειρισμοί της Γερμανίας μέχρι τώρα έχουν αποτύχει.
Κάτι τέτοιο θα ενισχύσει το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» που ήδη κινείται ανοδικά στις δημοσκοπήσεις εν όψει των εκλογών του επομένου Σεπτεμβρίου.
Φαίνεται, όμως, ότι και σε άλλες χώρες όπως η «φίλη Γαλλία», αλλά και η Ιταλία οι ηγεσίες εκτιμούν ότι εάν η Ελλάδα βρεθεί στη δίνη προβλημάτων, θα τροφοδοτηθεί ο αντιευρωπαϊσμός των πολιτικών αντιπάλων όπως η Μαρίν Λεπέν και Πέπε Γκρίλο.

Επομένως δεν υπάρχει το έδαφος για ευρωπαϊκές συμμαχίες εναντίον του ΔΝΤ στο οποίο υπολόγιζε η ελληνική πλευρά.

Με τα δεδομένα αυτά, οι διαπραγματεύσεις γίνονται δυσκολότερες για την ελληνική κυβέρνηση διότι δεν φαίνεται να «βγαίνουν από το κάδρο» οι απαιτήσεις του ΔΝΤ για νέα επώδυνα μέτρα με στόχο να καλυφθούν οι πιθανές ανάγκες για την περίοδο μετά το 2018.

Η Αθήνα από την πλευρά της προτάσσει μια συμβιβαστική πρόταση, με την υιοθέτηση του λεγόμενου «ενισχυμένου δημοσιονομικού κόφτη» ο οποίος θα ενεργοποιείται για να περικόπτονται αυτόματα οι δημόσιες δαπάνες σε περίπτωση που οι στόχοι για τα πλεονάσματα δεν καλύπτονται μετά το 2018.
Η πρόταση προβλέπει μάλιστα ότι θα περιγράφονται συγκεκριμένες δαπάνες στις οποίες θα γίνονται οι περικοπές, έτσι ώστε ο μηχανισμός να είναι όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένος και να γίνει αποδεκτός από τους δανειστές.

Η ελληνική κυβέρνηση πιστεύει ότι ο μηχανισμός δεν θα χρειαστεί να ενεργοποιηθεί διότι οι στόχοι θα επιτευχθούν και επομένως το πολιτικό κόστος θα είναι διαχειρίσιμο. Βάζει, επίσης, ως προϋπόθεση ότι η Ευρωζώνη από την πλευρά της θα προσδιορίσει τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, έστω και χωρίς ποσοτικές δεσμεύσεις.

Το κακό με το ΔΝΤ είναι ότι επιμένει στα μέτρα και είναι αμφίβολο εάν θα δεχθεί το μηχανισμό του «κόφτη». Το καλό, όμως, είναι ότι επιμένει στα μέτρα για το χρέος και μπορεί να συμβάλει στο να καμφθούν οι αντιρρήσεις Σόιμπλε έτσι ώστε να υπάρξει πρόοδος.

Βέβαια, το μέγιστο που μπορεί να προσδοκά η ελληνική πλευρά στο θέμα των μεσοπρόθεσμων μέτρων είναι μια περιγραφή από το Eurogroup του είδους των μέτρων που θα εφαρμοστούν μετά το 2018 για το χρέος, τα οποία είναι εν πολλοίς γνωστά, χωρίς όμως συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Κάτι τέτοιο θα ήταν ένα πολιτικό βήμα προς τα εμπρός, αλλά το όφελος θα είναι κατά βάση θεωρητικό. Άλλωστε, πολιτική απόφαση του Eurogroup για ελάφρυνση του χρέους υπάρχει από το 2012, η οποία ακόμα δεν έχει εφαρμοστεί.

Είναι επομένως ορατό το ενδεχόμενο η Ελλάδα το επόμενο διάστημα να βρεθεί και πάλι στη γωνία, αντιμετωπίζοντας πιέσεις για τη λήψη των μέτρων από όλες τις πλευρές, με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών και το χρόνο να κυλάει σε βάρος της.

Μοιράσου το άρθρο: