της Μάχης Μαργαρίτη

«Χρονιά-ρεκόρ για τον τουρισμό.» «Απογειώνεται ο τουρισμός.» «Ρεκόρ εισπράξεων από τον τουρισμό.» Οι τίτλοι στις ειδήσεις είναι γνωστοί. Η εικόνα παρουσιάζεται ειδυλλιακή. Τα νησιά και οι τουριστικοί προορισμοί της χώρας γεμίζουν, τα ταμεία -κρατικά και ιδιωτικά- γεμίζουν, δεκάδες χιλιάδες οι θέσεις εργασίας.

«Βαρέθηκα να μένω σε δωμάτια που κοστίζουν το μισό από όσο τα χρεώνουν», έλεγε πρόσφατα μια γνωστή, συζητώντας για τις επερχόμενες διακοπές -ή μη-σε κάποιο ελληνικό νησί. Φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα κάθε καλοκαίρι στις συζητήσεις ανθρώπων που προγραμματίζουν – ή προσπαθούν να προγραμματίσουν – τις διακοπές τους. Όχι κάπου μακριά, όχι κάπου εξωτικά. Σε κάποιον προορισμό εντός. Με απλά πράγματα. Θάλασσα και ήλιο. Κάτι που δεν αποδεικνύεται πάντα τόσο απλό.

Ένα ζήτημα είναι τα καταλύματα. Ναι, υπάρχουν και φθηνά δωμάτια. Αλλά, σε γενικές γραμμές, το να βρει κανείς ένα καλό από άποψης παροχών δωμάτιο, δεν είναι πάντα οικονομική υπόθεση, δεδομένου του επιπέδου των μισθών, πολύ περισσότερο όταν αυξάνονται συνεχώς οι ροές τουριστών από όλο τον κόσμο. Συχνά, στη διαδικασία αναζήτησης καταλύματος,  προκύπτει ότι μεγάλος αριθμός κρατήσεων έχει γίνει μήνες νωρίτερα «από ξένους τουρίστες, αυτοί κλείνουν νωρίς τις διακοπές τους», όπως συχνά λένε οι ιδιοκτήτες καταλυμάτων. Κάτι που δε μπορεί να συμβεί σε μία χώρα όπου, στη διάρκεια της χρονιάς, μεγάλο μέρος του πληθυσμού επικεντρώνεται στην προσπάθεια να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα – και δεν του περισσεύουν και χρήματα για να προπληρώσει καλοκαιρινές διακοπές μήνες πριν. Ενώ, συχνά, «γουρλώνει κανείς τα μάτια», βλέποντας πόσο αυξάνονται οι τιμές δωματίων επειδή «τώρα είναι Δεκαπενταύγουστος». Πολλοί το λένε, ελεύθερη αγορά. Και άλλοι, επιτρεπόμενη αισχροκέρδεια.

Έπειτα, έρχεται το ζήτημα της μετακίνησης προς τον προορισμό. Η επιλογή αεροπλάνου σημαίνει αεροπορικά εισιτήρια και ενοικίαση αυτοκινήτου στο μέρος των διακοπών. Κοστίζει. Η επιλογή πλοίου, κάτι που επιτρέπει τη μεταφορά αυτοκινήτου, επίσης, δεν είναι φθηνή επιλογή για μια οικογένεια -πολλές φορές το κόστος είναι δυσθεώρητο, και τελικά, αποτρεπτικό. Η οδική μετάβαση, αν πρόκειται για μεγάλη απόσταση, έχει, επίσης, το κόστος της, και περιορίζει τις επιλογές προορισμού.

Και μετά, είναι το κόστος της διαμονής στον τόπο των διακοπών. Πολλές φορές, ακόμα και η ξαπλώστρα πληρώνεται, δηλαδή πωλείται το δικαίωμα να έχει κάποιος μια θέση στην άμμο μπροστά στη θάλασσα. Φυσικά, έρχεται το αντεπιχείρημα, «μπορείς να καθίσεις εκεί όπου δεν είναι ‘οργανωμένη’ η παραλία» -στην πράξη, στα κομμάτια που μένουν ελεύθερα από τις ξαπλώστρες των καταστημάτων, όπου στριμώχνονται όσοι δε μπορούν, ή δε θέλουν,  να πληρώσουν.

Στο τέλος, το σύνολο των χρημάτων που πρέπει να δώσει κανείς για να κάνει μία εβδομάδα διακοπών σε ένα αξιοπρεπές κατάλυμα σε κάποιο παραθαλάσσιο μέρος, φτάνει να γίνεται απλησίαστο. Και όλο και περισσότεροι, καταλήγουν στις «διακοπές στο χωριό» -όσοι έχουν- ή και στις καθόλου διακοπές.

Όσον αφορά τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται, πράγματι, οι αριθμοί δείχνουν ότι ο τουρισμός «γεννά» θέσεις εργασίας -συχνά, όμως, προσωρινές, λόγω της εποχικότητας του κλάδου. Όσο για τις εργασιακές σχέσεις, ο λόγος σε αυτούς που -πάντα- ξέρουν καλύτερα από όλους τις συνθήκες εργασίας: στους ίδιους τους εργαζόμενους. Τον περασμένο χειμώνα, στο απολογιστικό συνέδριο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργατών Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων, ο πρόεδρός της έλεγε πως, «σε έναν κλάδο όπως ο Τουρισμός, παρά τη συνεχή μεγέθυνση και τα ρεκόρ επισκεψιμότητας και εσόδων, η εργοδοτική ασυδοσία έχει επιφέρει απορρύθμιση, μισθολογική ανισότητα και χειραγώγηση των εργασιακών σχέσεων, με συνεχή και βίαιη αποειδίκευση των κλαδικών ειδικοτήτων σε όρους εργασίας και αποδοχές ανειδίκευτου εργάτη, καθώς και γενικευμένη ανασφάλεια ιδιαίτερα στον χαοτικό χώρο του Επισιτισμού». Ενώ πριν από λίγες μέρες γινόταν γνωστό ότι στην Κρήτη καταγράφεται «φρενήρης αύξηση» της εργασίας ανηλίκων στον τουρισμό. Το περασμένο καλοκαίρι, η ομοσπονδία πραγματοποιούσε απεργία στον επισιτιστικό και τουριστικό κλάδο, και το γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ARD έκανε ρεπορτάζ για τις συνθήκες εργασίας στον τουριστικό κλάδο της Ελλάδας, με τίτλο «Σύγχρονοι σκλάβοι».

«Αντι-τουριστικό αίσθημα»

Το πρόβλημα δεν είναι «εθνικό». Στην Ισπανία, ακτιβιστές κατά του τουρισμού μιλούν για «μαζικό τουρισμό που καταστρέφει τη Μαγιόρκα και καταδικάζει σε μια ζωή δυστυχίας την εργατική τάξη». «Πρώτα η Βενετία και η Βαρκελώνη: τώρα οι διαδηλώσεις κατά του τουρισμού εξαπλώνονται στην Ευρώπη», έγραφε τον περασμένο Αύγουστο η εφημερίδα Guardian. Και ο βρετανικός Independent συμπλήρωνε, «κάτοικοι των τουριστικών προορισμών βλέπουν τα ενοίκια να εκτοξεύονται. Το ίδιο και οι τιμές αγοράς των ακινήτων. Νέοι εργαζόμενοι στον τουρισμό στερούνται μιας αξιοπρεπούς και σταθερής ζωής, δουλεύοντας σε μια βιομηχανία με χαμηλούς μισθούς και επιμηκυμένα ωράρια».

Ο τουρισμός είναι βιομηχανία, γράφει ο καθηγητής του πανεπιστημίου του ανατολικού Λονδίνου, Ραούλ Μπιάνκι, και το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι μεγάλες εταιρίες που ελέγχουν τον κλάδο. «Μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις συχνά είναι ανταγωνιστικές προς το ξένο κεφάλαιο και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Όλες οι τουριστικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους, κινούνται επιζητώντας το κέρδος. Συχνά, τοπικοί επιχειρηματίες είναι το ίδιο επιθετικοί στο κυνήγι του κέρδους όσο και οι ‘μεγάλοι παίκτες’».

Και υπάρχει και το οικολογικό αποτύπωμα του τουρισμού, που όλο και μεγαλώνει. Οι προβλέψεις είναι ότι μέχρι το 2030, ο αριθμός των τουριστών που περνούν σύνορα, θα πλησιάζει τα δύο δισεκατομμύρια. Η πίεση σε φυσικούς πόρους και οικοσυστήματα μεγαλώνει. Και άρα, «να σταματήσει ο άνθρωπος να ταξιδεύει και να γνωρίζει νέα πράγματα;», αναρωτιούνται πολλοί. Μάλλον, να μπορεί -ο καθένας- να απολαύσει, με βιώσιμο τρόπο, διακοπές, και αυτό να μην είναι προνόμιο για λίγους.

Αν κοιτά κανείς σκέτους αριθμούς, είναι αλήθεια ότι ο τουρισμός συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στο ΑΕΠ της Ελλάδας. Αλλά, η κοινωνία θα πρέπει να σκεφτεί αν το να προσφέρει διαμονή, εστίαση και αναψυχή στον υπόλοιπο πλανήτη, είναι ο βασικός δρόμος ανάπτυξης που θέλει να ακολουθήσει. Ή αν θέλει να αξιοποιήσει -και- αλλιώς τους ανθρώπους της και τους πόρους της.

Και υπάρχουν, ακόμα, και τα ευρύτερα ερωτήματα για το τι πραγματικά είναι τουρισμός. Στο βιβλίο τους για τη Γεωγραφία του Τουρισμού, οι Χολ και Πέιτζ εξηγούν με ποιους τρόπους τα μέσα ενημέρωσης και η διαφήμιση συνδέουν -τεχνητά- νοήματα και αξίες, με αντικείμενα και τόπους. Ηρεμία, ρομαντισμός, ευτυχία, συνδέονται με συγκεκριμένους τόπους και δραστηριότητες -έναντι τιμήματος- κινώντας μια παγκόσμια βιομηχανία. «Στρατηγικές της επιθυμίας», τις έχει ονομάσει ο Μποντριγιάρ, με στόχο να ικανοποιούνται τα ενδιαφέροντα των τουριστών μέσω της κατανάλωσης. Όλα αυτά, σε ένα οικονομικό σύστημα που διαχωρίζει -απόλυτα- την ψυχαγωγία, από τη ζωή στο σπίτι και τη δουλειά. Περνώντας το μήνυμα ότι χρόνος και χώρος για την απόλαυση και την ευτυχία δεν υπάρχει στην καθημερινότητα, αλλά μόνο στις «αποδράσεις». Ίσως επειδή, αν αυτό το μήνυμα δεν περάσει, ο άνθρωπος αρχίσει να αναζητά τη χαρά και την απόλαυση εκεί όπου ζει. Στην καθημερινότητά του. Ως δικαίωμα. Και αυτά, είναι αχαρτογράφητα νερά. Και, γι΄αυτό, τόσο ενδιαφέροντα.

 

 

 

Μοιράσου το άρθρο: