Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Η κυβέρνηση επιχειρεί με έμφαση πλέον να προσανατολίσει τη δράση της στην προσέλκυση επενδύσεων και την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να οδηγήσει την οικονομία σε ανάκαμψη.

Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός πραγματοποιεί επισκέψεις σε επιλεγμένες επιχειρήσεις, επιδιώκοντας να δώσει το στίγμα των προτεραιοτήτων για το επόμενο διάστημα.
Το γεγονός είναι ότι με τα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί πλέον στην ευρωζώνη και την μνημονιακή Ελλάδα, η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και η διευκόλυνση της δράσης των επιχειρήσεων παρουσιάζονται ως ο μοναδικός δρόμος για την οικονομική μεγέθυνση.

Το οικονομικό δόγμα της ευρωζώνης δεν αφήνει στη διάθεση των κυβερνήσεων άλλα εργαλεία, παρά μόνο εκείνα της αγοράς, για να δημιουργήσουν εισόδημα και απασχόληση.
Οι παραδοσιακές οικονομικές πολιτικές της Αριστεράς που βασίζονται στην ενίσχυση των εισοδημάτων με δημόσιες επενδύσεις και δαπάνες, προστασία της εργασίας και σημαντικό ρόλο του Κράτους στην οικονομία, είναι στην ουσία απαγορευμένες στην ευρωζώνη η οποία υιοθετεί όλο και περισσότερο το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο.

Στο πλαίσιο αυτό, η προστασία της εργασίας πρέπει να περιοριστεί, για να προσλαμβάνουν και να απολύουν ελεύθερα οι επιχειρήσεις προκειμένου να προσαρμόζονται στις ανάγκες της αγοράς και του οικονομικού κύκλοι.

Η λογική αυτή είναι ιδεολογικά διαφορετική από το DNA του Σύριζα, αλλά είναι προφανές ότι η κυβέρνηση προσαρμόστηκε στην πραγματικότητα που οριοθετεί ο δυτικός καπιταλισμός της εποχής μας και αποφάσισε να παίξει το οικονομικό παιχνίδι με αυτούς τους όρους.

Το ζήτημα, πλέον, είναι κατά πόσον η στροφή αυτή στον οικονομικό ρεαλισμό θα φέρει τα ζητούμενα αποτελέσματα.

Διότι όσο κι αν η κυβέρνηση δείχνει να αποδέχεται πλέον τη σημασία της αγοράς, των επιχειρήσεων και των επενδύσεων, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα εμπόδια, τα προβλήματα και οι στρεβλώσεις που ταλανίζουν την ελληνική οικονομία είναι διαχρονικά.

Γραφειοκρατία, εχθρικό και αναποτελεσματικό κράτος, φτωχές υποδομές, είναι λίγα μόνο από τα προβλήματα που καθιστούν τη χώρα μας αφιλόξενο τόπο για ξένες επενδύσεις, αλλά και δύσκολο πεδίο για την ανάπτυξη επιχειρήσεων που θα είναι διεθνώς ανταγωνιστικές.

Τα προβλήματα αυτά δεν οφείλονται, βέβαια, στη σημερινή κυβέρνηση, ούτε θα πάψουν να υφίστανται εάν έρθει μια άλλη πιο «φιλελεύθερη» κυβέρνηση.
Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις.

Χρειάζονται μεγάλες αλλαγές, με μακροχρόνιο σχέδιο, το οποίο μοιραία απαιτεί πολιτικές και οικονομικές συναινέσεις.

Το γεγονός είναι ότι με τα σημερινά δεδομένα, για να αλλάξει η εικόνα στην οικονομία δεν αρκούν οι «business as usual», αλλά χρειάζονται δραστικές λύσεις, με έκτακτα, «πολεμικά» μέτρα, όπως ειδικά κίνητρα και μεγάλες φοροαπαλλαγές για τις επιχειρήσεις θα τολμήσουν να ρισκάρουν σε τομείς που έχουν μέλλον, υψηλή προστιθέμενη αξία και μπορούν να γεννήσουν θέσεις εργασίας με υψηλές αμοιβές.
Δεν είναι κακό να επιχειρηθεί ο επαναπατρισμός νέων επιστημόνων με κίνητρα για πρόσληψη στο ελληνικό Δημόσιο, που αναγγέλθηκε προ ημερών.

Δεν θα λυθεί, όμως, το πρόβλημα με αυτόν τον τρόπο.

Το ζήτημα είναι πώς θα φέρουμε πίσω τους νέους επιστήμονες για να στήσουν δικές τους επιχειρήσεις που θα παράγουν καινοτόμα προϊόντα τα οποία θα έχουν ζήτηση στη διεθνή αγορά.

Τα ελληνικά μυαλά και τα επιχειρηματικά δαιμόνια υπάρχουν, αλλά ψάχνουν τη διέξοδο σε άλλες χώρες, όσο στην Ελλάδα κυριαρχούν τα αντικίνητρα και η υψηλότατη φορολογία.

Ας ψάξουν, λοιπόν, οι κυβερνώντες με ποιο τρόπο μπορούν να δημιουργήσουν θύλακες σε κάποιους κρίσιμους τομείς καινοτομίας, με ειδικό καθεστώς, χωρίς φόρους και χωρίς εμπόδια, για να δράσουν και να δημιουργήσουν αυτά τα ελληνικά μυαλά τα οποία σήμερα ξενιτεύονται μαζικά.

Ένα είδος «εξαιρέσων» μέσα στο προβληματικό ελληνικό περιβάλλον για να γεννηθεί η νέα ελληνική οικονομία.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια μια οικονομική επίθεση στην οποία μπορεί να απαντήσει μόνο με τακτικές ανορθόδοξου πολέμου.

Μοιράσου το άρθρο: