Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Βουλευτικές εκλογές διεξάγονται στην Ουγγαρία στις 8 Απριλίου, μια βδομάδα μετά το Πάσχα των Καθολικών/Διαμαρτυρομένων. Περίπου έξι εκατομμύρια ψηφοφόροι θα αποφασίσουν για την νέα Ουγγρική Βουλή, σε μια εκλογική αναμέτρηση που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εκτός από τους Ούγγρους, για τις Βρυξέλλες, αλλά για και αρκετές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Εκπρόσωποι των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, κυβερνήσεις και πολιτικές δυνάμεις αρκετών άλλων χωρών μελών της Ένωσης θα παρακολουθούν όχι το αν θα κερδίσει ο Βίκτορ Ορμπάν για 4η φορά τις κοινοβουλευτικές εκλογές της χώρας (τρίτη συνεχόμενη από το 2010 και άλλη μία το 1998), αλλά με ποια διαφορά θα το πετύχει κι αν θα κατορθώσει αυτός και οι σύμμαχοί του να συγκεντρώσουν τα 2/3 των 199 εδρών του κοινοβουλίου. Σε μια τέτοια περίπτωση ο Ορμπάν θα μπορεί να προχωρήσει σε νέα αλλαγή του συντάγματος, ολοκληρώνοντας τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησε το 2011 και οι οποίες επικρίθηκαν έντονα εντός και εκτός, ως υπερβαίνουσες τα όρια για τις θεσμικές ισορροπίες μιας δημοκρατικής ευρωπαϊκής κοινωνίας.

Τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν λίγες οι φορές που εκπρόσωποι των οργάνων της ΕΕ, αλλά και κυβερνήσεων των χωρών μελών έχουν ασκήσει κριτική για τους χειρισμούς της κυβέρνησης Ορμπάν ειδικά σε θέματα μεταναστευτικής πολιτικής,  ελευθερίας του τύπου, ανεξαρτησίας των δικαστηρίων, ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και βασικών ελευθεριών των ατόμων. Κι αν κάτι τέτοιο συνεχιστεί και μετά τις εκλογές τότε αυτό σημαίνει περισσότερη αντιπαράθεση  και της επόμενης κυβέρνησης της χώρας με τις Βρυξέλλες.

 

Οι σχέσεις με την ΕΕ και το ενδιαφέρον για άλλα μοντέλα…

Σημαντικό σημείο αντιπαράθεσης στις εκλογές είναι το μεταναστευτικό, αφού η Ουγγαρία βρίσκεται στην καρδιά της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής κρίσης από το 2015.

Ο Βίκτορ Όρμπαν έχει δεχθεί έντονη κριτική από άλλους ευρωπαίους ηγέτες αλλά και από πολιτικούς εντός της Ουγγαρίας για την σκληρή μεταναστευτική πολιτική του και για  δηλώσεις, που μερικές φορές έχουν κριθεί έως και ρατσιστικές.  Ωστόσο, ο Ορμπάν δεν έχει πτοηθεί και αντιστρέφει τις κριτικές, δηλώνοντας πως ο «στρεβλός φιλελευθερισμός» στα πολιτικά και οικονομικά θέματα της ΕΕ και οι «θεωρίες» για τη σημασία της πολυπολιτισμικότητας και των ανοικτών συνόρων στα ζητήματα της μετανάστευσης θέτουν σε κίνδυνο τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τις αξίες τους… Ο ίδιος δεν έχει κρύψει την συμπάθεια του σε καθεστώτα όπως του Πούτιν και του Ερντογάν, και όπως προαναφέρεται, θεωρεί πως το μοντέλο της φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας πάσχει σε πολλά σημεία.

Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, μεταξύ των άλλων, επιρρίπτει τις ευθύνες για το «πρόβλημα» της παράνομης μετανάστευσης στην χώρα  του στον γεννημένο στην Ουγγαρία δισεκατομμυριούχο Τζορτζ Σόρος. Ο Ορμπάν τον κατηγορεί ότι χρηματοδοτεί ΜΚΟ που προωθούν τις αντιλήψεις των ανοιχτών συνόρων για όλους. Και ως ένα μέτρο αντίδρασης έχει επιβάλει φορολογία 25% για τις ξένες δωρεές που γίνονται προς ΜΚΟ  της Ουγγαρίας, ενώ επιδιώκει να συρρικνώσει το «Κεντρικό Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης», ένα ιδιωτικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης που ίδρυσε ο Σόρος και το οποίο θεωρεί «όργανο προπαγάνδας».

 

Το προεκλογικό σκηνικό

Όπως προαναφέρεται, το κόμμα Fidesz του Όρμπαν αναμένεται ότι θα είναι και πάλι ο νικητής, με δεύτερη δύναμη, το πιθανότερο, το ακροδεξιό Jobbik και τρίτους τους Σοσιαλιστές.

Το Fidesz (που σημαίνει Ουγγρική Ένωση Πολιτών) είναι το συντηρητικό εθνικιστικό δεξιό κόμμα της χώρας, το οποίο σε συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες (KDNP) βρίσκεται διαρκώς στην κυβέρνηση από το 2010. Ο 54χρονος σήμερα, Ορμπάν είχε βοηθήσει μαζί με άλλους στην ίδρυση του κόμματος Fidesz το 1988 και ανέβηκε στην εξουσία ως πρωθυπουργός το 1998 μέχρι το 2002, ενώ εκλέχθηκε και πάλι πρωθυπουργός το 2010 μέχρι σήμερα.

Η νίκη του Fidesz θεωρείται δεδομένη, καθώς έχει ένα μεγάλο προβάδισμα έναντι των αντιπάλων του. Όμως δεν είναι σίγουρο, ακόμη, ότι θα καταφέρει να πάρει μόνο του την αυτοδυναμία στην Βουλή, αλλά και μαζί με τους συμμάχους τους να ανακτήσει την πλειοψηφία των δύο τρίτων, η οποία απαιτείται για να κάνει συνταγματικές αλλαγές. Μετά από ορισμένες αποχωρήσεις και διακοπή πολιτικών συνεργασιών, ο Βίκτορ Ορμπάν έχασε αυτή τη λεγόμενη «υπερ-πλειοψηφία» το 2015. Για να το καταφέρει, μάλιστα, ο Ορμπαν κάνει εκστρατεία πέρα από τα σύνορα, απευθυνόμενος στους Ούγγρους που ζουν στις γύρω χώρες και έχουν πολιτικά δικαιώματα στην Ουγγαρία.

Το κόμμα που εμφανίζεται δεύτερο στις δημοσκοπήσεις είναι το Jobbik, που σημαίνει «Κίνημα για μια Καλύτερη Ουγγαρία». Πρόκειται για το εθνικιστικό ακροδεξιό κόμμα της χώρας, με αρκετούς νεοναζί και αντισημιτικούς στους κόλπους του. Στις τελευταίες εκλογές είχε κερδίσει ένα αρκετά υψηλό ποσοστό της τάξης του 20%. Ηγέτης του κόμματος είναι ο Γκάμπορ Βόνα, ο οποίος περιγράφει τον εαυτό του ως σκληρό πατριώτη, ενώ τώρα, σύμφωνα με αναλυτές, προσπαθεί να εμφανίσει τον εαυτό του ως πιο μοντέρνο, προσπαθώντας να κερδίσει ψήφους από τους κεντρώους ψηφοφόρους. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αποτελεί τον μεγαλύτερο αντίπαλο του Fidesz, με αποτέλεσμα ορισμένες αντιπολιτευόμενες ομάδες, που αγωνίζονται να απομακρύνουν τον Ορμπάν από την εξουσία, να φτάνουν να υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να συνεργαστούν ακόμη και μαζί του.

Τρίτοι στις προβλέψεις έρχονται οι Ούγγροι Σοσιαλιστές, που ονομάζονται «Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα» (MSZP). Αποτελούν κατά πολύ συνέχεια του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, που κυβερνούσε τη χώρα κατά διάρκεια του κομμουνισμού. Ωστόσο και μετά το 1989 το ΜSZP αποτέλεσε βασική δύναμη των περισσότερων  μετακομμουνιστικών κυβερνήσεων της Ουγγαρίας, έως το 2008-2009, όταν κατέρρευσε μαζί με την ουγγρική οικονομία και έφτασε σε μονοψήφια ποσοστά. Σήμερα είναι στον ίδιο χώρο με το κεντρώο κόμμα φιλελευθέρων, Parbeszed και πιστεύεται ότι η δύναμη του θα κινηθεί περίπου στο 15%.

Ακόμη, ελπίδες για εκλογή βουλευτών στο νέο κοινοβούλιο έχει και το σχήμα «Η Πολιτική Μπορεί να είναι Διαφορετική» (LMP). Είναι το κόμμα των Πρασίνων στην Ουγγαρία, η εκστρατεία του οποίου κινείται κυρίως σε θέματα περιβαλλοντικής προστασίας, καθώς και σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν το πολιτικό σύστημα και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Στο τελευταίο κοινοβούλιο είχε έξι έδρες από τις 199.

Να σημειωθεί ότι μέχρι τις εκλογές του 2010 το ουγγρικό κοινοβούλιο απαρτιζόταν από 386 βουλευτές, αλλά από τις προηγούμενες εκλογές του 2014 ο αριθμός μειώθηκε στους 199, ως συνέπεια των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων του 2011.

 

H ιδιαίτερη πολιτική προϊστορία της Ουγγαρίας

H νεότερη ιστορία της Ουγγαρίας θεωρείται πως ξεκινά το 1867, όταν η χώρα ανακηρύσσεται ισότιμος εταίρος στα πλαίσια της Αυστρουγγαρικής Αυτοκρατορίας. Ανεξάρτητα πόσο αυτή η σχέση ήταν πραγματική ή συμβολική, η Ουγγαρία ακολουθεί την Αυστρουγγαρική Αυτοκρατορία στη συμμετοχή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην ήττα. Η αποσύνθεση της Αυτοκρατορίας γεννά, μεταξύ άλλων, την Ουγγρική Δημοκρατία το 1918. Το ιδιαίτερο, όμως, ιστορικό δεδομένο είναι ότι το 1919, και για περίπου ένα χρόνο, η Ουγγαρία μετατρέπεται, στο δεύτερο ευρωπαϊκό κράτος με κομμουνιστικό καθεστώς, πέραν της ΕΣΣΔ, υπό τον Μπέλα Κουν. Ωστόσο, η άρτι κομμουνιστική Ουγγαρία έρχεται σε σύγκρουση ταυτόχρονα με την Τσεχοσλοβακία και τη Ρουμανία. Στρατεύματα της τελευταίας καταλαμβάνουν τη Βουδαπέστη, ανατρέπουν τους κομμουνιστές και εγκαθιστούν στην κυβέρνηση τον ναύαρχο επί Αυστρουγγαρικής Αυτοκρατορίας Μίκλος Χόρτι.

Η Συνθήκη του Τριανόν του 1920, που ακολουθεί, συρρικνώνει την Ουγγαρία περίπου στο ½ των ιστορικών της εδαφών και αφήνει τα 2/3 των ουγγρικής καταγωγής κατοίκων εκτός εθνικής επικράτειας, καθώς οι περιοχές που ζούσαν απετέλεσαν εδάφη της Τσεχοσλοβακίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας. Η Ουγγαρία, με ένα έντονο αίσθημα εθνικού ακρωτηριασμού και υπό τη διακυβέρνηση αυταρχικών κυβερνήσεων, οδηγείται στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της χιτλερικής Γερμανίας. Μεγάλο μέρος των στρατευμάτων που μετείχαν στην εισβολή των Ναζί ήταν ουγγρικά και τα οποία έχασαν στις ρωσικές στέπες τους περισσότερους άνδρες τους. Το 1944 η Ουγγαρία κηρύσσει συνθηκολόγηση με τους συμμάχους, για να  υποστεί με τη σειρά της εισβολή των Ναζί. Τον ένα χρόνο που η Ουγγαρία έμεινε κατειλημμένη, οι Γερμανοί Ναζί έστειλαν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους και Τσιγγάνους κατοίκους της στα στρατόπεδα του θανάτου.

Μετά τη λήξη του πολέμου στην Ουγγαρία εισέρχονται τα σοβιετικά στρατεύματα, με τη βοήθεια των οποίων οι Ούγγροι κομμουνιστές καταλαμβάνουν την εξουσία οριστικά το 1947. Ωστόσο, η εξέγερση της Βουδαπέστης τον Οκτώβριο του 1956 είναι η πρώτη μεγάλη αντίδραση στην Α. Ευρώπη εναντίον ενός τέτοιου καθεστώτος, καθώς και της σοβιετικής παρουσίας. Η εξέγερση διαρκεί μερικές εβδομάδες και προς στιγμήν, το Νοέμβριο, εγκαθίσταται μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση, υπό τον Ιμρε Νάγκι, έναν μετριοπαθή και δημοφιλή κομμουνιστή πολιτικό, που ήταν πρωθυπουργός την περίοδο 1953-1955. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται, ο σοβιετικός στρατός επεμβαίνει και παραδίδει την εξουσία στην σκληρή πτέρυγα του ΚΚΟ, υπό τον Γιάνος Καντάρ. Ο Νάγκι και η ηγεσία του κινήματος της Βουδαπέστης συλλαμβάνονται, περνούν από δίκη, καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται, ο δε Καντάρ μένει στη θέση του Γ.Γ. του ΚΚΟ έως το 1988.

Ωστόσο, ο Γιάνος Καντάρ είναι εκείνος που, μετά το 1968 και την Άνοιξη της Πράγας, αρχίζει να μετατρέπει την Ουγγαρία στην πρώτη χώρα της ΚΟΜΕΚΟΝ με στοιχεία ελεύθερης οικονομίας. Η δεύτερη πρωτιά της Ουγγαρίας έρχεται τον Μάιο του 1989,  όταν γίνεται η πρώτη χώρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας που ανοίγει τα σύνορά της με την Αυστρία για να περάσουν χιλιάδες πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας που είχαν εισρεύσει, προσπαθώντας να περάσουν στη Δύση.  Και τελικά το άνοιγμα αυτό αποβαίνει καθοριστικό για την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, αλλά και όλου του Ανατολικού Μπλοκ μέσα σε μερικούς μήνες…

 

Μοιράσου το άρθρο: