Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Οι πληροφορίες που έρχονται στο προσκήνιο για το παράλληλο νόμισμα και τα παρασκήνια των διαπραγματεύσεων του 2015 είναι λογικό να προκαλούν έντονες αντιπαραθέσεις, καθώς αφορούν σε μια φορτισμένη περίοδο η οποία είχε συνέπειες οι οποίες μας ακολουθούν μέχρι σήμερα.

Είναι επίσης αναμενόμενο να υπάρχει έντονη κομματική αντιπαράθεση, καθώς η αντιπολίτευση εκμεταλλεύεται τη συγκυρία προκειμένου να κατηγορήσει την κυβέρνηση για επιζήμιες έως καταστροφικές επιλογές, ενώ η κυβέρνηση από την πλευρά της υποστηρίζει ότι έδρασε στο πλαίσιο της εντολής που είχε από τους ψηφοφόρους και μέσα στους δυσμενείς συσχετισμούς στην Ευρωζώνη, οι οποίοι τελικά έκριναν και το αποτέλεσμα.

Η ουσία της υπόθεσης, όμως, συχνά μένει εκτός συζήτησης και δεν εξάγονται ορισμένα συμπεράσματα τα οποία είναι κρίσιμα, καθώς αναδεικνύουν δυναμικές τις οποίες η χώρα θα βρει μπροστά της τα επόμενα χρόνια.

Όσοι «σοκάρονται» από την ύπαρξη σχεδίου για παράλληλο νόμισμα θα πρέπει να λάβουν υπ΄ όψιν ότι όλες οι χώρες της ευρωζώνης πλέον έχουν επεξεργαστεί εναλλακτικά σχέδια για διαφορετικά σενάρια, όπως οφείλουν.

Κάθε χώρα, πολύ δε περισσότερο η Ελλάδα θα πρέπει να έχει επεξεργασμένα σχέδια δράσης για τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις: Τη διάλυση του ευρώ, την αποπομπή από το ευρώ ή την εθελοντική αποχώρηση από αυτό. Ακόμα κι αν δεν χρειαστεί ποτέ να τεθούν σε εφαρμογή.

Εάν από το 2010 μέχρι το 2015 δεν είχαν γίνει τέτοιοι σχεδιασμοί, αυτό αποτελεί μεγάλη παράλειψη των τότε κυβερνώντων. Ελπίζουμε ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν τέτοιοι σχεδιασμοί την περίοδο εκείνη αλλά δεν έγιναν γνωστοί επειδή έμειναν απόρρητοι, όπως θα ήταν και το σωστό.

Αντιστρόφως, οι αποκαλύψεις για τα σχέδια του 2015 από ένα σημείο και πέρα είναι επιβλαβείς. Όπως δεν γίνεται πολιτική αντιπαράθεση για τα σχέδια απόβασης στις τουρκικές ακτές (τα οποία είναι βέβαιο ότι υπάρχουν) σε περίπτωση σύρραξης, έτσι δεν θα έπρεπε να γίνεται λεπτομερής δημόσια συζήτηση για απόρρητους εναλλακτικούς σχεδιασμούς γύρω από το νόμισμα.

Το γεγονός, βέβαια, ότι σχετικές πληροφορίες και συζητήσεις είχαν διαρρεύσει και τότε, πολύ δε περισσότερο τώρα, πρέπει να μας προβληματίσει όλους για τη σοβαρότητα με την οποία λειτουργεί το πολιτικό σύστημα συνολικά. Όσο για τον κυνισμό που αποκαλύπτουν διάφοροι διάλογοι που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, εάν είναι αληθινοί δεν θα πρέπει να προκαλούν έκπληξη, αφού ο κυνισμός είναι βασικό συστατικό -συχνά απαραίτητο- των πολιτικών διεργασιών.

Κακώς οι εμπλεκόμενοι (Βαρουφάκης και άλλοι) σπεύδουν να υποστηρίξουν ότι το σχέδιο δεν ήταν για «παράλληλο νόμισμα», αλλά για «παράλληλο σύστημα πληρωμών». Οι ασκήσεις σημασιολογίας δεν έχουν την παραμικρή σημασία, αφού -ιδιαίτερα υπό τις τότε συνθήκες- από τη στιγμή που θα δημιουργείτο δυνατότητα πληρωμής πέραν του ευρώ, θα προέκυπτε και μια δεύτερη άτυπη ισοτιμία και ανάλογοι φόβοι ή προσδοκίες.
Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η τεχνική αξιολόγηση των σχεδίων που υπήρχαν τότε. Ένα παράλληλο νόμισμα πιθανόν να λειτουργούσε και θετικά για την οικονομία υπό κάποιες προϋποθέσεις.
Μια τέτοια πρόταση, με οικονομικά κριτήρια, δεν είναι καθόλου παράλογη. Το αντίθετο.
Όμως το κριτήριο δεν ήταν οικονομικό, αλλά πολιτικό.

Έγινε σαφές το 2015 ότι η βασική προτεραιότητα των δανειστών δεν ήταν οι οικονομικές διευθετήσεις με τις οποίες θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα η ελληνική οικονομία και να ξεπεράσει την κρίση η ευρωζώνη.

Η βασική επιδίωξή τους ήταν να μην ανατραπούν οι δύο βασικοί πυλώνες του status quo που είναι αφενός το ευρώ και αφετέρου οι περιοριστικές πολιτικές, η λεγόμενη λιτότητα.
Εάν υποθέσουμε ότι το παράλληλο νόμισμα εφαρμοζόταν κάποια στιγμή σε μια χώρα μέλος του ευρώ και λειτουργούσε θετικά, θα αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση και για άλλα κράτη -εξέλιξη που θα ήταν σοβαρό πλήγμα στο ευρώ.

Το ίδιο θα συνέβαινε εάν επιτρεπόταν εξαίρεση για μια χώρα από τις πολιτικές λιτότητας, πολύ δε περισσότερο εάν κάτι τέτοιο γινόταν από μια κυβέρνηση από αριστερό πρόσημο.
Γιαυτό και η ευρωζώνη ήταν -και είναι- αποφασισμένη να μετατρέψει σε παράδειγμα προς αποφυγή οποιαδήποτε απόπειρα εφαρμογής διαφορετικών πολιτικών, έστω και εάν υπομείνει και η ίδια σημαντικό κόστος, γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε υπαρξιακό πρόβλημα για την ίδια.

Την πραγματικότητα αυτή διαπίστωσαν σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών (Παπανδρέου, Σαμαρά, Τσίπρα), οι οποίες κάθε φορά που επιχείρησαν επαναδιαπραγμάτευση ή χαλάρωση συνάντησαν την αδιαλλαξία των δανειστών και τιμωρητική αντιμετώπιση.

Το κατά πόσον η κυβέρνηση το 2015 καθυστέρησε να αποδεχθεί την πραγματικότητα αυτή και να συμβιβαστεί ή αντιθέτως εάν έπρεπε να εξαντλήσει τα περιθώρια μέχρι να φανούν τα όρια, είναι ένα θέμα που είναι ανοικτό σε πολιτική αξιολόγηση.

Η πραγματικότητα, όμως είναι ότι οι εναλλακτικές στο οικονομικό δόγμα είναι απαγορευμένες και στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ενταχθεί και ο τρόπος που διεξάγεται σήμερα η συζήτηση γύρω από τα θέματα αυτά, η οποία στην ουσία «ποινικοποιεί» κάθε σκέψη για άλλες επιλογές.

Μοιράσου το άρθρο: