Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Στο πρώτο πεντάμηνο του 2017 δημιουργήθηκαν περίπου 200.000 «καθαρές» νέες θέσεις απασχόλησης, εάν δηλαδή αφαιρέσουμε τις αποχωρήσεις από τις προσλήψεις που έγιναν το ίδιο διάστημα, γεγονός που αποτελεί την καλύτερη επίδοση από το 2001.
Το στοιχείο αυτό επικαλέστηκε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατά την επίσκεψή του χθες στο υπουργείο Εργασίας, ως ένδειξη ανάκαμψης της οικονομίας και έθεσε ως στόχο τη μείωση της ανεργίας κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως.

Η αντιπολίτευση έσπευσε να απαξιώσει την εξέλιξη, ενώ η Ν.Δ. αλλά και το ΠΑΣΟΚ τόνισαν ανάμεσα σε άλλα ότι στην αγορά εργασίας κυριαρχούν οι ευέλικτες μορφές εργασίας, με χαμηλές αμοιβές, αντί της πλήρους απασχόλησης.

Είναι αλήθεια ότι η απασχόληση ανακάμπτει, αλλά είναι γεγονός ότι περίπου οι μισές θέσεις εργασίας είναι μερικής απασχόλησης, έστω και εάν το μερίδιο της ελαστικής εργασίας υποχωρεί ελαφρά τους τελευταίους μήνες.

Η πολιτική ερμηνεία του ζητήματος είναι λίγο-πολύ αναμενόμενη: Η κυβέρνηση θα σταθεί στη θετική πλευρά και η αντιπολίτευση στην αρνητική.
Η ουσία, όμως, είναι ότι οι ελαστικές μορφές εργασίας βρίσκονται πλέον στον πυρήνα των πολιτικών που εφαρμόζονται σε όλη την ευρωζώνη.

Στην πραγματικότητα η λεγόμενη «ευελιξία στην αγορά εργασίας» δεν είναι μια παράπλευρη επίπτωση, κάτι ανεπιθύμητο που πρέπει να διορθωθεί, αλλά αντιθέτως αποτελεί το ζητούμενο των λεγόμενων μεταρρυθμίσεων σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, από την πλεονασματική Ολλανδία μέχρι την ελλειμματική και υπερχρεωμένη Ελλάδα.

Είναι δε ενδεικτικό ότι χρησιμοποιούνται ανώδυνοι λεκτικοί ευφημισμοί, όπως «ελαστικότητα», «ευελιξία», και «απελευθέρωση» της εργασίας, για να περιγραφεί κάτι που στην πραγματικότητα είναι κατάργηση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και υποβάθμιση της εργασίας ως συντελεστή της παραγωγής.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αλήθεια ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας και η οριακή βελτίωση, όσο κι αν είναι καλοδεχούμενη δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς, αλλά από την άλλη πλευρά είναι και ολίγον φαρισαϊκή η κριτική για την μερική απασχόληση, ιδιαίτερα από την πλευρά κομμάτων που ασπάζονται την νεοφιλελεύθερη οικονομική οπτική, θεμέλιος λίθος της οποίας είναι μια «ευέλικτη» αγορά εργασίας.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι για να δημιουργηθούν οι περίφημες «ποιοτικές και καλά αμοιβόμενες» θέσεις εργασίας δεν αρκούν ούτε οι νόμοι ούτε η δρακόντεια εργασιακή νομοθεσία, η οποία ούτως ή άλλως είναι υπό διωγμόν στην ευρωζώνη, πολύ δε περισσότερο στην μνημονιακή Ελλάδα.

Εφόσον διατηρηθεί το μοντέλο μιας οικονομίας που βασίζεται κυρίως στον τουρισμό και σε υπηρεσίες που καταναλώνονται στο εσωτερικό, θα παράγεται κυρίως απασχόληση χαμηλής εξειδίκευσης και αμοιβής.

Χρειάζεται ριζική διαφοροποίηση του οικονομικού μοντέλου για να αλλάξει και η αγορά εργασίας, αλλά το για το στόχο αυτό ουδείς μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει μια αξιόπιστη πρόταση για το πώς μπορεί να επιτευχθεί.

Μοιράσου το άρθρο: