της Μάχης Μαργαρίτη

Είναι μια εικόνα: πριν από λίγες μέρες, στις νότιες ακτές της Λέσβου, η σορός ενός παιδιού. Η εννιάχρονη κόρη μιας οικογένειας προσφύγων. Αγνοούνταν από τις 13 Φεβρουαρίου, όταν βούλιαξε η βάρκα που τους μετέφερε όλους σε «ασφαλές έδαφος». Η είδηση, και, κυρίως, η εικόνα που σχηματίζεται στο μυαλό από την είδηση, προκαλεί συναισθήματα σε πολλούς ανθρώπους: λύπη, θυμό, συγκίνηση.

Σχεδόν τρία χρόνια πριν, ρεπορτάζ της ΕΡΤ έχει τον τίτλο, «Παγκόσμια Συγκίνηση» -και είναι αλήθεια. Αυτό προκαλεί η φωτογραφία ενός πρόσφυγα από τη Συρία, τη στιγμή που αποβιβάζεται στη Λέσβο, κουβαλώντας στην πλάτη την τυφλή γυναίκα του και το μωρό τους.

Πριν από λίγους μήνες, σε ένα τηλεπαιχνίδι μαγειρικής, εμφανίζεται ένας 28χρονος από το Αφγανιστάν. Μαγειρεύοντας, διηγείται την ιστορία του. Κι η ιστορία του έχει μέσα «δράκους και τέρατα» -προσφυγιά, βασανιστήρια, απώλειες ανθρώπων. Η ιστορία του συγκινεί αυτούς που τον ακούν να μιλά μπροστά τους, και, από ό, τι φαίνεται στη συνέχεια, και πολλούς άλλους.

Η 21η Μαρτίου είναι η μέρα του χρόνου που τα Ηνωμένα Έθνη έχουν κηρύξει «Ημέρα κατά του Ρατσισμού και των Φυλετικών Διακρίσεων». Τα στοιχεία για την κατάσταση στον κόσμο είναι πολλά, και, σε μεγάλο βαθμό γνωστά. Αλλά υπάρχει χώρος και για μερικές ακόμα σκέψεις -σκέψεις για τις ορατές διακρίσεις, και τις πιο «αόρατες».

Στις αρχές Ιανουαρίου, η ελληνική Πολιτεία απέδωσε τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια σε τρεις μετανάστες ψαράδες οι οποίοι κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς στο Μάτι έσωσαν ανθρώπους που είχαν πέσει στη θάλασσα για να σωθούν. Δύο άνθρωποι αιγυπτιακής καταγωγής, και ένας αλβανικής. Εφαρμόστηκε ο νόμος που προβλέπει την «τιμητική πολιτογράφηση για εξαιρετικές υπηρεσίες στην Ελλάδα». «Πάντα ένιωθα έλληνας», είχε πει ο ένας από τους τρεις ψαράδες, ο οποίος πήρε την ιθαγένεια μετά από 31 χρόνια στην Ελλάδα. 31 χρόνια. Μια ολόκληρη ζωή. Και αν δε συνέβαινε αυτό που συνέβη στο Μάτι; Αν απλώς ζούσε στην Ελλάδα μια ζωή, όπως χιλιάδες άλλοι μετανάστες και τα παιδιά τους; Οι τρεις ψαράδες τιμήθηκαν για την πράξη τους -και σωστά. Αλλά πόσο ηθικό είναι να εκτιμούνται από μια Πολιτεία άνθρωποι μόνο όταν κάνουν μια πράξη αυτοθυσίας; Δεν υπάρχουν αυτονόητα δικαιώματα, τα οποία αξίζουν σε όλους τους ανθρώπους; Η νομική σχέση με το κράτος στο οποίο ζει κανείς, δεν είναι ένα τέτοιο δικαίωμα;

Αντίστοιχα ερωτήματα προκαλεί και η «εθνική ταύτιση» με μετανάστες αθλητές όταν φαίνεται ότι «φέρνουν νίκες στη χώρα». Τα τέσσερα από τα πέντε αδέλφια Αντετοκούνμπο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, αλλά δεν απέκτησαν αυτόματα το δικαίωμα της ιθαγένειας -το αντίθετο. Η οικογένεια δεν είχε εύκολη ζωή. Όταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ξεχώρισε στο αμερικανικό πρωτάθλημα, πήρε τα έγγραφα της ελληνικής υπηκοότητας και από τότε η Ελλάδα καμαρώνει για τον «έλληνα Γιάννη Αντετοκούνμπο». Κι αν δεν εξελισσόταν στον αθλητή στον οποίο εξελίχθηκε; «Ήταν πάντα ένα καλό παιδί», λένε όσοι τον ήξεραν από παλιά. Πώς θα ήταν άραγε η ζωή του στην Ελλάδα; Θα χαίρονταν όλοι το ίδιο για την παρουσία ενός καλού παιδιού μεταναστών από τη Νιγηρία στην Ελλάδα; Ένα «καλό παιδί» είναι ευπρόσδεκτο μόνο όταν φέρνει εθνικές νίκες; Και ένα απλό παιδί μεταναστών -ποιος ξέρει αν είναι «καλό» ή «κακό»- είναι ανεπιθύμητο στη χώρα; Είναι ανεπιθύμητο μόνο αν είναι «όχι καλό» παιδί μεταναστών, αλλά ευπρόσδεκτο αν είναι «όχι καλό» παιδί ελλήνων;

Και αν αυτές είναι οι όχι και τόσο ορατές διακρίσεις λόγω ατομικών επιτευγμάτων, ακόμα λιγότερο ορατές στη δημόσια συζήτηση είναι οι διακρίσεις μεταξύ «ξένων» λόγω χρήματος. Τα τελευταία χρόνια, χιλιάδες πολίτες τρίτων χωρών αποκτούν άνετα άδειες διαμονής σε ευρωπαϊκές χώρες, εφόσον αγοράζουν ακίνητα μεγάλης αξίας -στην Ελλάδα το «πλαφόν» είναι οι 250.000 ευρώ. «Χρυσή βίζα» λέγεται το πρόγραμμα, και είναι μια απτή απόδειξη του ότι σύνορα υπάρχουν μόνο για τους φτωχούς -οι πλούσιοι τα «περνούν» πληρώνοντας, νόμιμα, και είναι και ευπρόσδεκτοι. Το ίδιο χρονικό διάστημα, χιλιάδες άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε απερίγραπτες συνθήκες σε καταυλισμούς, και αναρίθμητοι άλλοι πνίγονται προσπαθώντας να φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος ή περιμένουν ατελείωτες ώρες σε ουρές για γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Αλλά αν αυτά συμβαίνουν επίσημα, αν αυτή είναι η στάση των θεσμών απέναντι στους ξένους, «από κάτω», ένας άλλος κόσμος κινείται. Είναι όλοι αυτοί που δείχνουν  έμπρακτα αλληλεγγύη σε αυτούς που φτάνουν στη χώρα. Είναι τα «βουνά» από είδη πρώτης ανάγκης που συγκεντρώνονταν για τους πρόσφυγες. Είναι αυτοί που περιμένουν με ανοιχτή αγκαλιά τα παιδιά των προσφύγων την πρώτη μέρα του σχολείου, για να τους πουν να μη φοβούνται.

Είναι και εκείνοι, ίσως πολλοί, που βρίσκονται «κάπου ανάμεσα»: λυπούνται για αυτά που συμβαίνουν, αλλά αισθάνονται και ανίσχυροι. Νιώθουν άσχημα για τις συνθήκες ζωής των προσφύγων, αλλά στέκονται και επιφυλακτικά μπροστά στον άγνωστο «άλλο». Είναι τοπικές κοινωνίες και γειτονιές που πρέπει να διαχειριστούν «έναν νέο κόσμο» -χωρίς κανένας να τους έχει μιλήσει για αυτό. Και πρέπει να συνυπάρξουν, σε δύσκολες συνθήκες, με αυτούς που καταφτάνουν. Με όλους αυτούς που φτάνουν προσπαθώντας να ξεφύγουν από βόμβες και συγκρούσεις στις οποίες είναι πανταχού παρών ο «δυτικός κόσμος». Με όλους αυτούς που έρχονται αναζητώντας μέλλον στον «δυτικό κόσμο» -ο οποίος ιστορικά οικοδόμησε την ευημερία του πάνω στην εκμετάλλευση φυσικών και ανθρώπινων πόρων του υπόλοιπου κόσμου.

Απελπισμένοι άνθρωποι που ψάχνουν κάτι καλύτερο μπροστά, απογοητευμένοι άνθρωποι που δε βλέπουν κάτι καλύτερο μπροστά. Αυτά που τους ενώνουν, είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τους χωρίζουν -και αυτό που κυρίως τους ενώνει είναι η κοινή καταπίεση εντός ενός οικονομικού συστήματος το οποίο γεννά πολέμους και ανισότητα. Πολλές φορές, αυτό δεν είναι εύκολα ορατό με τη λογική, σε ένα οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον αγριότητας, με κάθε είδους ρατσισμό και διαίρεση να καλλιεργείται και να υποδαυλίζεται από πολλούς διαύλους. Όμως, το συναίσθημα για τον άνθρωπο που έρχεται σε μια ξένη χώρα και δεν έχει κυριολεκτικά τίποτα, είναι πιο πεισματάρικο από τη λογική. Και είναι παρόν σε πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους κάνουν πολιτική δράση ή ακτιβισμό.

Συγκίνηση. Σημαίνει «συν-κινώ». Το βασικό χαρακτηριστικό της συγκίνησης, λέει η γνωστική ψυχολογία, είναι η εσωτερική κινητοποίηση του οργανισμού, η ετοιμότητα για δράση. Στις 16 Μαρτίου, λίγες μέρες πριν από την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού και των Φυλετικών Διακρίσεων, σε όλο τον κόσμο, και στην Ελλάδα, άνθρωποι κινούνται. Κινούνται για να υψώσουν ένα ανθρώπινο τείχος απέναντι στον ρατσισμό. Κινούνται για να υπερασπιστούν άλλους ανθρώπους, σε πιο αδύναμη θέση από τους ίδιους. Κινούνται, πέρα από τους εαυτούς τους.

Συγκίνηση: η ύπαρξή της δίνει αισιοδοξία -επειδή δηλώνει την ύπαρξη ενσυναίσθησης, την ικανότητα να μπαίνει κανείς στη θέση του άλλου. Αλλά, μήπως, από το να συγκινείται κανείς μόνος, παρακολουθώντας από την τηλεόραση τη ζωή και τα δράματά της να συμβαίνουν, είναι καλύτερο να ενώσει τα συναισθήματά του με τους άλλους, «εκεί έξω»; Εκεί όπου γράφεται το σενάριο μιας καλύτερης ζωής, συλλογικά;

υστερόγραφο: η φωτογραφία, είναι από την περιοχή των καλλιεργειών γης στη Μανωλάδα. Την έστειλε η οργάνωση Generation 2.0 Red. Είναι τα νέα παραπήγματα στη θέση του καταυλισμού των εργατών όπου ξέσπασε η πυρκαγιά του περασμένου Ιουνίου. Εκεί όπου, σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης, ζουν πάνω από 6.000 εργάτες από το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, και κάποιες βαλκανικές χώρες. Τι νιώθει άραγε κανείς κοιτώντας τη φωτογραφία; Δε νιώθουν όλοι το ίδιο. Αλλά, όσοι αισθάνονται ότι, απλώς, δεν επιτρέπεται, σήμερα, άνθρωποι να ζουν έτσι, μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω από το να λυπούνται. Στις 16 Μαρτίου, στους δρόμους, γίνεται ένα βήμα μετά τη συγκίνηση.

 

Μοιράσου το άρθρο: