Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Τη στιγμή που η κυβέρνηση βρίσκεται σε πορεία δανεισμού με έκδοση ομολόγου επταετούς διάρκειας, η αβεβαιότητα και η αναταραχή που επικρατεί στις διεθνείς αγορές δείχνει τα νέα ρίσκα που προβάλλουν καθώς η χώρα ετοιμάζεται για την έξοδο από το τρίτο μνημόνιο.

Οι αγορές ετοιμάζονται για την «αλλαγή εποχής», καθώς η περίοδος του φθηνού χρήματος που επικράτησε τα τελευταία δέκα χρόνια φτάνει στο τέλος της.

Και η χώρα μας που ετοιμάζεται να αρχίσει πάλι να δανείζεται από τις αγορές για να αποπληρώνει-ανακυκλώνει τα δάνεια που έλαβε τα τελευταία χρόνια από τους επίσημους δανειστές (ευρωζώνη, ΔΝΤ) πέφτει πάνω στην αλλαγή κύκλου και την επάνοδο του ακριβού χρήματος.

Η αύξηση επιτοκίων ξεκινά από τις ΗΠΑ. Η Ευρωζώνη προς το παρόν δεν ακολουθεί, αλλά είναι θέμα χρόνου και η ΕΚΤ να μπει στο χορό και να σταματήσει τις αγορές ομολόγων -τη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση- και να αυξήσει και εκείνη τα επιτόκιά της, που σήμερα είναι στο μηδέν.

Όλοι γνώριζαν, βέβαια, ότι η περίοδος των πολύ χαμηλών έως μηδενικών επιτοκίων δεν θα κρατούσε για πάντα, αφού ήταν αποτέλεσμα των έκτακτων μέτρων που έλαβαν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες για να αντιμετωπίσουν την κρίση, τροφοδοτώντας με άφθονο «δωρεάν» χρήμα την παγκόσμια αγορά και να αποτρέψουν έτσι την κατάρρευση των αδύναμων κρίκων του συστήματος. Πέραν των χαμηλών επιτοκίων, οι κεντρικές τράπεζες, πρώτα των ΗΠΑ και ύστερα της Ευρωζώνης, προχώρησαν και στην «ποσοτική χαλάρωση», το λεγόμενο και «τύπωμα χρήματος» για να στηρίξουν με ρευστό τις τράπεζες και άλλες χρηματοπιστωτικές εταιρείες (ασφαλιστικές, επενδυτικές).

Η άφθονη αυτή ρευστότητα διοχετεύτηκε ανάμεσα σε άλλα σε αγορά μετοχών και άλλων «χαρτιών», όπως τα ομόλογα κάθε είδους (κρατικά, εταιρικά, ασφαλή, αλλά και υψηλού ρίσκου), προκαλώντας ένα επενδυτικό πυρετό που συντηρεί την άνοδο των μετοχών παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια.

Ορισμένοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι οι κεντρικές τράπεζες, με τα έκτακτα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης στην ουσία δημιούργησαν μια νέα παγκόσμια φούσκα εν μέσω κρίσης, η οποία αργά ή γρήγορα θα ξεφουσκώσει.

Και το ερώτημα είναι εάν θα ξεφουσκώσει ομαλά, όπως ελπίζουν οι κεντρικές τράπεζες ή όχι.
Η αλλαγή σκηνικού έχει ήδη έρθει καθώς οι κεντρικές τράπεζες ετοιμάζονται να αυξήσουν το κόστος χρήματος, με μεγάλη προσοχή ώστε η προσαρμογή να μην είναι απότομη.

Η πρώτη που προχώρησε σε τέτοιες κινήσεις είναι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), η οποία ενώ διατηρούσε πρακτικά μηδενικά επιτόκια (0 έως 0,25%) από το 2008 μέχρι το Δεκέμβριο του 2015. Έκτοτε έχει ανεβάσει, σταδιακά και πολύ προσεκτικά, το βασικό επιτόκιο στο 1,5% και επίκειται συνέχεια.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατηρεί μέχρι σήμερα το βασικό επιτόκιο της στο μηδέν.

Τώρα εμφανίζονται στις ΗΠΑ ενδείξεις αναζοπύρωσης του πληθωρισμού και έτσι δημιουργήθηκαν προσδοκίες ότι η Fed θα επιταχύνει τις κινήσεις αύξησης των επιτοκίων για να εφαρμόσει πιο γρήγορα τη «σφικτή» νομισματική πολιτική και να συγκρατήσει την άνοδο των τιμών.

Κάτι τέτοιο θα λειτουργήσει αρνητικά για τις τιμές των μετοχών και άλλων επενδυτικών «χαρτιών» και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που οι ανά τον κόσμο επενδυτές προχώρησαν σε πωλήσεις «χαρτιών».
Ο πληθωρισμός είχε μείνει στάσιμος την τελευταία δεκαετία, παρά την τεράστια ρευστότητα που διοχετεύτηκε διεθνώς. Το φρέσκο χρήμα δεν προκάλεσε άνοδο των αμοιβών και των τιμών προϊόντων (που συνθέτουν τον πληθωρισμό) παρά μόνο έσπρωξε προς τα πάνω τις τιμές των μετοχών και άλλων επενδυτικών «χαρτιών».

Τώρα όμως ο πληθωρισμός δείχνει να επανέρχεται, πρώτα στις ΗΠΑ και αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί και στην Ευρώπη, οπότε θα αρχίσει να «σφίγγει» τη νομισματική πολιτική της και η ΕΚΤ.

Ουδείς μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες από τη μετάβαση σε ένα καθεστώς υψηλών επιτοκίων παγκοσμίως.
Υπολογίζεται ότι από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας έχουν διοχετεύσει ρευστότητα ύψους πάνω από 8 τρισ. ευρώ παγκοσμίως.

Τα χρήματα αυτά ήταν το «αναβολικό» των διεθνών χρηματιστηρίων.

Επιπλέον, λόγω των χαμηλών επιτοκίων αυξήθηκε και ο παγκόσμιος δανεισμός, αφού με μηδέν επιτόκιο, όλοι δανείζονται.

Τώρα που η κατάσταση αντιστρέφεται δεν αποκλείεται να φανούν προβλήματα υπερχρέωσης σε εταιρείες, τράπεζες ή ακόμα και χώρες που δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλότερο κόστος χρήματος.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, που δεν αποκλείεται να φέρει αναταράξεις το επόμενο διάστημα, η έκδοση των ελληνικών ομολόγων δεν θα είναι περίπατος.

Μοιράσου το άρθρο: