της Μάχης Μαργαρίτη

Το 1892, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η «ειδική στη δερματολογία» Άννα Ρούπερτ έγραφε το «Ένα Βιβλίο Ομορφιάς». Από τις σελίδες του προέτρεπε τις γυναίκες να μην παραμελούν την εμφάνισή τους, επειδή «ακόμη και η πιο υψηλή ομορφιά, αν δεν της δοθεί προσοχή, θα χάσει τη γοητεία της». Για όσες δεν ήταν πρόθυμες να πειστούν, χρησιμοποιούσε πιο ισχυρά όπλα: «Αν η ομορφιά δεν ευχαριστούσε τον θεό, δε θα την έδινε στη γυναίκα», διακήρυττε. Και έτσι, με 13 λέξεις, η διατήρηση της γυναικείας ομορφιάς μετατρεπόταν σε «ιερό καθήκον». Ήταν η ιστορική περίοδος που η τότε «ατμομηχανή του καπιταλισμού», η Βρετανία, καθιέρωνε το μοντέλο της οικογένειας με τη γυναίκα στο σπίτι, με την επικράτηση της «βικτωριανής ηθικής». Από την εποχή που η Άννα Ρούπερτ -λίγο προτού διωχθεί δικαστικά για την επικίνδυνη καλλυντική ουσία που πουλούσε- παραινούσε τη γυναίκα να φροντίζει την ομορφιά της στον χρόνο «για να έχει έναν ευτυχισμένο γάμο», πέρασε σχεδόν ενάμισης αιώνας. Μετά από αγώνες, οι γυναίκες κατέκτησαν δικαιώματα. Αληθινά και ουσιώδη. Δίπλα τους, καλλιεργήθηκαν και κάποια ιδεολογήματα. Ένα από αυτά, η «μεταφεμινιστική» ιδέα ότι τώρα οι γυναίκες «κάνουν οι ίδιες την επιλογή, αν θέλουν, να ακολουθήσουν κανόνες ομορφιάς». Ελεύθερες και χειραφετημένες, κατά την κυρίαρχη αφήγηση.

Μία από τις δυνατότητες που έχουν πια, είναι και να μη μεγαλώνουν. «Τα 40 είναι τα νέα 30», «Τα 50 είναι τα νέα 40», διαβάζουν και ακούνε οι γυναίκες, νιώθοντας ελεύθερες να επιλέξουν τι θα κάνουν με το σώμα τους. «Ανάμεσα» στις γραμμές, όμως, κρύβεται το αληθινό μήνυμα: η γυναίκα εκτός από την υποχρέωση να δουλεύει, να μεγαλώνει παιδιά και να κρατά το σπίτι, τώρα έχει και την υποχρέωση να δείχνει πάντα 10 χρόνια νεότερη -σε λίγο ίσως και 20. Για να το καταφέρει αυτό, πρέπει, φυσικά, να καταβάλλει συνεχή προσπάθεια. Η «βιομηχανία της ομορφιάς» έχει προνοήσει: πλαστικές επεμβάσεις, ενέσιμα υλικά, όλα είναι στη διάθεσή της -αν διαθέτει και χρήμα, ακόμη καλύτερα.

«Η μάχη κατά των ρυτίδων κρατά αιώνες. Πολύ πριν τα χειρουργικά λίφτινγκ, οι άνθρωποι έπαιρναν σκόνες και φίλτρα, τέντωναν τα πρόσωπά τους με κλωστές και έτριβαν το δέρμα τους με οξύ και αίμα ζώων για να αντιμετωπίσουν τα σημάδια του γήρατος», έλεγε πριν από λίγα χρόνια η αμερικανίδα κοινωνιολόγος Ντέινα Μπέρκοβιτζ στην ιστοσελίδα «The Conversation». «Αλλά όταν ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων δέχτηκε το μπότοξ για κοσμητική χρήση το 2002, η αγορά αντιγήρανσης άλλαζε για πάντα.»

Η συντριπτική πλειονότητα των χρηστών είναι γυναίκες. Στο τέλος του 2016, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν το 90% των χρηστών μπότοξ -το 60% μεταξύ 45 και 54. Αλλά πια το επιλέγουν όλο και πιο πολλές νέες γυναίκες. «Αυτή τη στιγμή γίνεται ένα επιθετικό μάρκετινγκ με στόχο να πειστούν να ξεκινήσουν από νωρίς τη χρήση της ουσίας, για να ‘προλάβουν’ τις ρυτίδες». Κυρίαρχο ρόλο στην άσκηση επιρροής σε αυτή την κατεύθυνση  έχουν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Η έρευνά μου στα μέσα ενημέρωσης έδειξε τίτλους όπως, ‘Θέλεις να καθαρίσεις το δωμάτιό σου προτού λερωθεί πολύ’», λέει η αμερικανίδα κοινωνιολόγος.

Το γεγονός ότι νέες γυναίκες χωρίς ρυτίδες μπαίνουν στη διαδικασία των επεμβάσεων κατά του χρόνου, δεν αφήνει παρανοήσεις για τις απαιτήσεις που θέτει ο «σύγχρονος καπιταλισμός» στις γυναίκες να μένουν νέες και όμορφες. Και η απαίτηση αυτή, έχει συνέπειες.

Κορίτσια στην «εποχή της τελειότητας»

Σε έρευνα που έγινε πριν από λίγα χρόνια στη Βρετανία, το 36% των κοριτσιών μεταξύ 7 και 10 χρόνων είπαν πως θεωρούν ότι η εικόνα τους είναι «ύψιστης σημασίας». Το 35% των κοριτσιών που ρωτήθηκαν, απάντησαν ότι οι γυναίκες κρίνονται περισσότερο για την εμφάνισή τους παρά για τις ικανότητές τους. Τα κορίτσια και οι γυναίκες, κατά τους ειδικούς, «κρίνονται επίμονα για την εξωτερική τους εμφάνιση» και υποφέρουν από «σημαντικά υψηλότερα» επίπεδα κατάθλιψης και ψυχικών ασθενειών.

Όλο και περισσότερο, η εμφάνιση και η νεότητα επιβάλλονται ως προαπαιτούμενα, γεμίζοντας ανασφάλεια τη γυναίκα ότι δε θα τα καταφέρει χωρίς αυτά. Στις οθόνες, στα περιοδικά, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αρχίζουν και συνωστίζονται πρόσωπα καθηλωμένα στον χρόνο. Και η υποκρισία περισσεύει, όταν, όλο και πιο συχνά, κυκλοφορούν εικόνες γυναικών  «φυσικών, χωρίς ίχνος μακιγιάζ» -εικόνες από πρόσωπα όπου προηγουμένως έχουν δουλέψει χειρουργικά εργαλεία και ενέσεις, μαζί με ψηφιακή επεξεργασία.

Σταδιακά, δεν παραμορφώνεται μόνο η αντίληψη του τι είναι ωραίο, αλλά και του τι είναι φυσικό. Μέσα σε ένα περιβάλλον τέτοιων εικόνων μεγαλώνουν τα σημερινά κορίτσια. Στη βρετανική έρευνα, η πλειονότητα των κοριτσιών 7-10 χρόνων είπαν ότι αυτό που περισσότερο από όλα θα έκανε καλύτερες τις ζωές τους, θα ήταν να σταματήσουν οι άνθρωποι να κρίνουν τα κορίτσια και τις γυναίκες με βάση την εξωτερική τους εμφάνιση.

Έλεγε το 2017 σε συνέντευξή της στο Open Democracy η Ρόζαλιντ Γκιλ, καθηγήτρια Πολιτισμικής και Κοινωνικής Ανάλυσης στο πανεπιστήμιο City του Λονδίνου, «τα πανταχού παρόντα κινητά τηλέφωνα με κάμερες και πολύ υψηλή δυνατότητα μεγέθυνσης έχουν οδηγήσει σε μια νέα και χωρίς προηγούμενο παρακολούθηση του γυναικείου σώματος». 24 δισεκατομμύρια σέλφις τραβήχτηκαν το 2016. «Καμιά άλλη γενιά δεν έχει γίνει ποτέ στην ιστορία το υποκείμενο ή το αντικείμενο τόσης πολλής οπτικής προσοχής. Αυτό ήταν δεδομένο ότι θα έχει αντίκτυπο στις αισθητικές πιέσεις. Όταν προσθέσετε σε αυτό την κανονικοποίηση αισθητικών διαδικασιών -χειρουργικών και μη, όπως μπότοξ, λιποαναρρόφηση, πίλινγκ προσώπου και φίλερς, που προωθούνται ως ‘επεμβάσεις ρουτίνας’, φαίνεται ότι ακόμη και στο επίπεδο της τεχνολογικής αλλαγής υπάρχει αυξανόμενη ώθηση να δοθεί προσοχή στην εμφάνιση.» Η τεράστια οικονομική ανάπτυξη της βιομηχανίας καλλυντικών, «που αναμιγνύεται και υβριδοποιείται με τις χειρουργικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες», κάνει τη Γκιλ να μιλά για «σύμπλεγμα βιομηχανίας ομορφιάς».

Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι καμπάνιες της βιομηχανίας αυτής, με σύνθημα «Αγαπήστε και αποδεχτείτε το σώμα σας όπως είναι». Υπάρχει η άποψη ότι τέτοιου είδους εκστρατείες είναι χρήσιμες επειδή απομακρύνουν από μια εμπορική κουλτούρα που βασίστηκε στη συνεχή υπόδειξη του τι είναι λάθος στο σώμα και πώς μπορεί να αλλάξει. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά -πέρα από το ζήτημα του σκοπού, που παραμένει εμπορικός- υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα: αυτή η καμπάνια κατηγορεί στην πραγματικότητα τις γυναίκες για τη δική τους έλλειψη αυτοπεποίθησης, και «απαλλάσσει τον πατριαρχικό καπιταλισμό, υπονοώντας ότι  χαμηλή αυτοπεποίθηση ή η ανασφάλεια για το σώμα είναι πράγματα που οι γυναίκες κάνουν στον εαυτό τους οι ίδιες.» Και επιπλέον, η αγάπη στο σώμα και η αυτοπεποίθηση γίνονται καταναγκασμός, ενώ η ανασφάλεια και η ευαλωτότητα θεωρούνται τοξικές καταστάσεις.

«Αφού αισθάνομαι νέος, γιατί να δείχνω την ηλικία μου;», είναι μια ερώτηση. Πράγματι, αν μεγαλώνοντας κρατάμε μέσα μας ζωντανό ένα κομμάτι του παιδιού που ήμασταν κάποτε, ίσως νιώθουμε ότι το «έξω» δεν ταιριάζει με το «μέσα». Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο, άντρα ή γυναίκα. Αλλά είναι -κυρίως- οι γυναίκες που νιώθουν την υποχρέωση να κάνουν κάτι για αυτό. Είναι οι γυναίκες που νιώθουν την υποχρέωση να φαίνονται νέες και όμορφες. Είναι οι γυναίκες που νιώθουν -όλο και πιο έντονα τις τελευταίες δεκαετίες- την υποχρέωση να σταματούν τον χρόνο. Και το ερώτημα είναι, γιατί νιώθουν οι γυναίκες την ανάγκη να μη δείχνουν την ηλικία τους; Είναι κάτι εγγενές; Νιώθουν έτσι επειδή «γεννήθηκαν γυναίκες», σε έναν «ανδροκρατούμενο κόσμο»;

Ο ρόλος του νεοφιλελευθερισμού

Ένα από τα βασικά εργαλεία του καπιταλισμού ήταν πάντα το «διαίρει και βασίλευε», η διάσπαση της εργατικής τάξης με βάση μια σειρά διαχωρισμών. Ειδικά από τη δεκαετία του ΄70 και μετά, ο νεοφιλελευθερισμός έβαλε στο στόχαστρο εργατικά δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Για να στηρίξει αυτή την προσπάθεια εξαπέλυσε, παράλληλα με τις επιθέσεις στα εργασιακά, μια ιδεολογική επίθεση με στόχο να εντείνει μια από τις πιο βασικές διαιρέσεις του καπιταλιστικού κόσμου: τη διαίρεση με βάση το φύλο. Βιβλία, άρθρα, παρεμβάσεις, συχνά από γυναίκες -εξηγούσαν ότι ο «σύγχρονος καπιταλισμός» της ελεύθερης αγοράς φέρνει την «ατομική απελευθέρωση» για το φύλο.

«Ένας από τους τρόπους που η σημερινή κατάσταση συνδέεται με τον νεοφιλελευθερισμό είναι μέσω της έμφασης στο σώμα ως ΄έργο-πρότζεκτ΄ -κάτι στο οποίο πρέπει να γίνει δουλειά, και κάτι που θεωρείται ως το ατομικό μας, προσωπικό κεφάλαιο», έλεγε η Ρόζαλιντ Γκιλ στη συνέντευξή της, μιλώντας για «μια σειρά μεταβολών που γίνονται κατανοητές ως ‘μετα-φεμινιστική ευαισθησία’ η οποία κυκλοφορεί στη σύγχρονη κουλτούρα. Κεντρικό σημείο αυτής της ευαισθησίας είναι η έμφαση στο σώμα ως κέντρο της γυναικείας ταυτότητας και πυρήνα της αξίας της γυναίκας.»

Το σώμα της γυναίκας γίνεται έτσι «ο άσος της, το προϊόν της, και η πύλη της στην ελευθερία και τη δύναμη στη νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς», παρότι πρέπει ταυτόχρονα να παρουσιάζεται πάντα ως ελεύθερη επιλογή, όχι ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε εξαναγκασμού ή επιρροής.

Ταυτόχρονα, άρχισε να εξελίσσεται μια συστηματική προσπάθεια να μετατραπεί το σεξ σε εμπόρευμα. Για να συμβεί αυτό, δούλεψαν εντατικά, κυρίως από τη δεκαετία του ΄80 και μετά, περιοδικά, διαφημίσεις, μια ολόκληρη βιομηχανία θεάματος, μετατρέποντας τη γυναίκα σε σεξουαλικό αντικείμενο, με ένα απλό μήνυμα: όσες «έμπαιναν στον ρόλο» θα προχωρούσαν μπροστά. «Κάθε γυναίκα» θα μπορούσε στο εξής να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του ρόλου -νεότητα και ομορφιά- για να «πετύχει». Κάθε είδους αισθητική επέμβαση θα ήταν στη διάθεσή της, αφού, «απελευθερωμένη», θα μπορούσε πια η ίδια να κάνει όποια επιλογή της αρέσει, στη νέα «εποχή της χειραφέτησης».

Αλλά γιατί ο νεοφιλελευθερισμός θέλει τη γυναίκα αντικείμενο; Μια προφανής εξήγηση θα ήταν, «για να πουλήσει προϊόντα», μια και η «βιομηχανία ομορφιάς» αποφέρει τεράστια κέρδη. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά πρόκειται μάλλον για αποτέλεσμα μιας στρατηγικής επιλογής, και όχι για την αιτία της. Ποιος είναι, τότε, ο πυρήνας αυτής της επιλογής;

Ο κεντρικός στόχος είναι να αντιμετωπίζεται η γυναίκα ως κατώτερο ον: ο πραγματικός της ρόλος είναι «στο σπίτι», και αυτό πρέπει συνεχώς να υπονοείται μέσα από τη βιομηχανία της διαφήμισης, των μέσων ενημέρωσης, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με την προβολή μιας εικόνας: της όμορφης, νέας -ή που δείχνει νέα- γυναίκας, μιας γυναίκας-«αντικείμενο».

Εδώ μπορεί κανείς να εντοπίσει μια αντίφαση: Πώς γίνεται το ίδιο οικονομικό σύστημα που έχει δώσει ώθηση στη γυναίκα να σπουδάσει και να βγει μαζικά στην αγορά εργασίας τον 20ο αιώνα και θέλει να την κρατά στη δουλειά όλο και πιο πολλά χρόνια, να τη θέλει ταυτόχρονα κλεισμένη στο σπίτι; Είναι μια επιφανειακή αντίφαση: η γυναίκα πρέπει να συμβάλλει μεν στην παραγωγή και την κερδοφορία -πάντα με χειρότερους όρους σε σχέση με τους άντρες- σε περιόδους ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά να μην ξεχνά ποτέ ότι ο «αληθινός της ρόλος είναι εντός του σπιτιού». Κάνοντας τη γυναίκα να αισθάνεται αντικείμενο -ως καταναγκασμός ή ως «ελεύθερη επιλογή»- το σύστημα την εμποδίζει να νιώθει υποκείμενο. Της στερεί την αληθινή αυτοπεποίθηση να διεκδικεί. Εμποδίζει ταυτόχρονα τον άντρα να τη βλέπει ως υποκείμενο. Τον πείθει να τη βλέπει -συνειδητά ή ασυνείδητα- ως αντικείμενο. Και πετυχαίνει με αυτόν τον τρόπο τον διαχωρισμό γυναικών-αντρών, «σπάζοντας» την ενότητα των εργατικών διεκδικήσεων, «σπάζοντας» την ενότητα της αμφισβήτησης ενός οικονομικού συστήματος που χωρίς τις διαιρέσεις των ανθρώπων δε μπορεί να υπάρξει.

Το δικαίωμα να μεγαλώνεις

Το δικαίωμα μιας γυναίκας να επιλέγει, κάποτε θεμέλιο της γυναικείας διεκδίκησης για άμβλωση, αντισύλληψη και παρόμοια ζητήματα, έχει μεταλλαχθεί στο δικαίωμα της γυναίκας να κάνει ενέσεις στο «πόδι της χήνας», έγραφε το 2010 στον Guardian η Λίμπι Μπρουκς. «Το μήνυμα στις γυναίκες είναι συγκεκριμένο: μετά από πάνω από έναν αιώνα πολιτικών κινημάτων που αγωνίζονταν για το δικαίωμα να είναι οι γυναίκες ορατές στη δημόσια ζωή, το επίκεντρο τη συμμετοχής έχει μετατοπιστεί στην ατομική ενασχόληση με την προσωπική παρουσίαση:  ίσως δε μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά μπορείς -και αυτό πραγματικά είναι στο χέρι σου- να αλλάξεις τον εαυτό σου.»

«Έκανα πλαστική. Δεν είμαι περήφανη για το γεγονός αυτό. Αλλά μεγάλωσα καθορισμένη από την εμφάνισή μου», είχε πει στο περιοδικό W η ηθοποιός Τζέιν Φόντα πριν από λίγα χρόνια. «Μου έμαθαν να σκέφτομαι πως αν ήθελα να με αγαπούν, θα έπρεπε να είμαι λεπτή και όμορφη». Μου έμαθαν να σκέφτομαι.

Αλλά οι επεμβάσεις στα γυναικεία πρόσωπα δε νικούν τον χρόνο. Είναι μάλλον η απόδειξη της νίκης του. Αλήθεια είναι, μεγαλώνουμε, αποκτούμε ρυτίδες. Βλέπουμε το πρόσωπο και το σώμα μας να αλλάζουν. Και αυτό, μπορεί να μην είναι ευχάριστο. Μπορεί να είναι και οδυνηρό. Αλλά τα σημάδια του χρόνου είναι όλα εκείνα που μας έκαναν αυτό που είμαστε σήμερα. Μπορούμε να προσπαθούμε να τα «σβήσουμε» από πάνω μας, και να παγώσουμε τον χρόνο. Ή, μπορούμε να τα αποδεχτούμε, μαζί και τον σημερινό εαυτό μας, που ίσως και να είναι κάτι καλύτερο από αυτό με το οποίο ξεκινήσαμε. Ελπίζοντας, όχι να σταματήσουμε τον χρόνο, αλλά να μεγαλώσουμε υγιείς για να δούμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν κι αυτά. Κατανοώντας ότι η μετατροπή των κοριτσιών σε αντικείμενα, καταστρέφει τις ζωές τους. Μαθαίνοντας στις κόρες μας ότι αξίζουν περισσότερα από την εικόνα τους. Μαθαίνοντάς τους ότι η ατομική τους απελευθέρωση μπορεί να προχωρήσει μόνο πιασμένη χέρι-χέρι με τη συλλογική. Και ότι απέναντι στο κυρίαρχο μήνυμα «αν δε μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, τουλάχιστον άλλαξε τον εαυτό σου», υπάρχει μια άλλη ιδέα, που μοιάζει πιο όμορφη και αληθινή: ότι, ίσως, δε μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου, αν δεν προσπαθείς να αλλάξεις και τον κόσμο.

 

 

Μοιράσου το άρθρο: