της Μάχης Μαργαρίτη

Είναι η πραγματικότητα: όλο και πιο συχνά έρχονται στην επικαιρότητα υποθέσεις βίας που ασκείται σε γυναίκες. Σεξουαλική παρενόχληση, ενδοοικογενειακή κακοποίηση, δολοφονία. Μοιάζει να μην υπάρχει λογική για το μέγεθος της βίας κατά των γυναικών. Αλλά όπως κάθε φαινόμενο, πρέπει να έχει εξήγηση. Μπορούμε ως κοινωνία να συγκλονιζόμαστε κάθε φορά που μια γυναίκα γίνεται θύμα βίας -επειδή είναι πράγματι συγκλονιστικό. Να φοβόμαστε -επειδή πράγματι προκαλεί φόβο. Και να ευχόμαστε να μην ξανασυμβεί -ούτε σε μία γυναίκα ακόμα. Αν δεν αναζητηθούν, όμως, τα «γιατί», δε μπορούν να δοθούν απαντήσεις -και οι συστημικές απαντήσεις που έχουν δοθεί μέχρι τώρα, δε φαίνεται να έχουν αλλάξει την κατάσταση. Άρα, μήπως δεν είναι σωστά τα ερωτήματα που έχουν τεθεί;

Το 2013 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αποκαλούσε το φαινόμενο, «παγκόσμιο πρόβλημα υγείας που παίρνει διαστάσεις επιδημίας και επηρεάζει πάνω από το ένα τρίτο των γυναικών σε όλο τον κόσμο». Πρόκειται άραγε, μόνο, για πρόβλημα υγείας; Δύο χρόνια νωρίτερα, το Συμβούλιο της Ευρώπης ανέφερε ότι οι σοβαρές μορφές βίας στις οποίες εκτίθενται γυναίκες και κορίτσια αποτελούν «μεγάλο εμπόδιο για την ισότητα ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες». Ακούγεται περίεργο: η βία είναι εμπόδιο στην ισότητα -ή η ανισότητα γεννά τη βία; Η βία είναι η αιτία, ή το αποτέλεσμα -και αν είναι το αποτέλεσμα, ποιου πράγματος;

Η θεωρία της ανισότητας «λόγω της ανθρώπινης φύσης»

Υπάρχει η άποψη ότι η βία κατά των γυναικών έχει τη ρίζα της στην ανθρώπινη φύση και τις βιολογικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Πράγματι, ο άντρας έχει μεγαλύτερη βιολογική δύναμη από τη γυναίκα. Γεννιέται με αυτή. Γεννιέται και με κάποιο γονίδιο που του κληροδοτεί την προδιάθεση να ασκεί τη δύναμή του στη γυναίκα; Όπως, δηλαδή, υπάρχει γονίδιο που κληροδοτεί το ύψος, το χρώμα των ματιών και την προδιάθεση σε κάποιες ασθένειες, υπάρχει γονίδιο που κληροδοτεί από άντρα σε άντρα τη διάθεση να καταπιέζει τη γυναίκα; Μάλλον δύσκολα το πιστεύει αυτό κανείς. Αν, λοιπόν, η τάση αυτή δεν είναι εγγενής στον άντρα, είναι αναγκαστικά επίκτητη. Και αν είναι επίκτητη, αυτό σημαίνει ότι αποκτάται εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος. Εφόσον αυτό ισχύει, ζούσε πάντα ο άνθρωπος σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που ευνοούσε την καταπίεση της γυναίκας, και, άρα, αυτή η καταπίεση είναι σύμφυτη με την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους; Αυτού του είδους η βία «είναι τόσο παλιά όσο οι ανθρώπινες κοινωνίες»;

Ο σύγχρονος άνθρωπος -ο homo sapiens- λένε οι ανθρωπολόγοι, υπάρχει εδώ και τουλάχιστον 100.000 χρόνια. Κατά το 90% αυτού του χρόνου, ο άνθρωπος φέρεται να ζει σε κοινωνίες ομάδων, χωρίς κυβερνήτες και κυριαρχούμενους, και χωρίς κυριαρχία του άντρα στη γυναίκα. Καταμερισμός της εργασίας υπάρχει πάντα, σύμφωνα με μελετητές της εξέλιξης του ανθρώπου: ο άντρας κυνηγά και η γυναίκα προσέχει τη σπηλιά και τη φωτιά, φροντίζει τα παιδιά και συλλέγει τρόφιμα. Αλλά σε αυτές τις χαλαρές ομάδες δεν καταγράφεται καμία ιδεολογική πίστη στην ανωτερότητα του άντρα. Η θέση της γυναίκας είναι σεβαστή -άντρας και γυναίκα έχουν διαφορετικούς ρόλους, αλλά είναι ισότιμοι. Δεν υπάρχει μονογαμία, ούτε ζευγάρι, και τα παιδιά «είναι της μητέρας», αφού η πατρότητα είναι είτε αμφισβητήσιμη είτε άγνωστη.

Οι μεγάλες αλλαγές έρχονται πριν από 10.000 χρόνια, όταν, πιθανά λόγω κλιματικών αλλαγών και έλλειψης θηραμάτων, αρχίζει για πρώτη φορά η πιο σταθερή καλλιέργεια της γης. «Το άροτρο απάλλαξε τις γυναίκες από την πιο απαιτητική εργασία, αλλά τους στέρησε το μονοπώλιο στην καλλιέργεια δημητριακών και την κοινωνική θέση που τους παρείχε», γράφει ο αυστραλός αρχαιολόγος Γκόρντον Τσάιλντ. Χρειάζονται πιο πολλά «χέρια» για την καλλιέργεια, άρα παιδιά -και η γυναίκα πρέπει να μένει στο σπίτι για να τα μεγαλώνει. Και, κυρίως, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, αρχίζει να παράγεται και να συσσωρεύεται πλεόνασμα. Είναι η στιγμή που διαμορφώνεται η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Η σχέση του με την παραγωγή, φέρνει τον άντρα σε κυρίαρχη θέση. Η οικογένεια μετατρέπεται στον ιδιωτικό χώρο κάθε ιδιοκτήτη, και γίνεται μονογαμικός θεσμός για τη γυναίκα επειδή τώρα ο άντρας-ιδιοκτήτης πρέπει να είναι σίγουρος για τους κληρονόμους του. Και αυτή είναι η στιγμή που ο Φρίντριχ Ένγκελς περιγράφει ως «ιστορική ήττα» του γυναικείου φύλου. Εμφανίζεται το πατριαρχικό δίκαιο, για να περνά η ατομική ιδιοκτησία στους απογόνους, και, σταδιακά, «κτήμα» του -άντρα- ιδιοκτήτη γίνονται η γυναίκα και τα παιδιά εντός του σπιτιού.

Στο δουλοκτητικό σύστημα που ακολουθεί, όπως και στη φεουδαρχία που έρχεται μετά, η γυναίκα παραμένει κτήμα του άντρα. Το επόμενο οικονομικό σύστημα, ο καπιταλισμός, της δίνει τη δυνατότητα να επιστρέψει στην κοινωνική παραγωγή -επειδή αυτό του φέρνει μεγαλύτερο κέρδος- αλλά ως σύστημα ενισχύει στο έπακρο τη διαίρεση με βάση το φύλο, τον σεξισμό, για να μπορεί να χρησιμοποιεί τη γυναίκα ως φθηνότερη εργατική δύναμη.

Άρα, ανατέμνοντας την ιστορία της ανθρωπότητας, διαπιστώνει κανείς ότι, πολύ πιθανά, είναι η σχέση των δύο φύλων με την παραγωγή που, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, φέρνει την ανισότητα. Και η ανισότητα διαιωνίζεται. Σήμερα, μετά από έναν τουλάχιστον αιώνα αγώνων για τα δικαιώματα των γυναικών, πρόοδο, και όλο και περισσότερη συζήτηση για τις διακρίσεις μεταξύ των φύλων, η βία εναντίον των γυναικών μοιάζει να αυξάνεται. «Είναι επιδημία», λέει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Αλλά οι επιδημίες ξεσπούν σε συγκεκριμένες συνθήκες. Και το ερώτημα, είναι, μπορεί κανείς να εξετάσει τη βία κατά των γυναικών, αποκομμένη από τη μορφή κοινωνίας στην οποία ζει ο άνθρωπος;

«Από τη στιγμή που γεννιέσαι, σε κάνουν να νιώθεις μικρός»

Πριν από τη δεκαετία του ’70, πολλοί θεωρητικοί απέδιδαν τον βιασμό σε κάποια διαστροφή ή διανοητική αρρώστια του δράστη, μιλώντας για άτομα που δε μπορούν να ελέγξουν τα σεξουαλικά επιθετικά τους ένστικτα. Στη συνέχεια, η οπτική άλλαξε. Η αμερικανίδα φεμινίστρια Σούζαν Μπραουνμίλερ, αρχικά υπέθεσε ότι οι γυναίκες είναι λόγω φύσης ευάλωτες σε μια σεξουαλική επίθεση, και από τη στιγμή «που οι άντρες ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να βιάσουν, συνέχισαν να το κάνουν». Αλλά η έρευνα σύντομα έδειξε ότι οι δράστες σεξουαλικών επιθέσεων ήταν κυρίως άντρες που οι γυναίκες γνώριζαν -μέλη της οικογένειας, φίλοι, γείτονες- και ότι η βία εναντίον τους συμβαίνει κυρίως μέσα στους τοίχους του σπιτιού. Η συζήτηση προχώρησε εντός του φεμινιστικού κινήματος, αποδίδοντας τον βιασμό στη σεξιστική κουλτούρα της κοινωνίας. Και μετά, έγινε μία άλλη σκέψη: ότι ο σεξισμός, και άρα η βία κατά των γυναικών, είναι η αντανάκλαση των δομών ενός ολόκληρου οικονομικού συστήματος και της αποξένωσης που αυτό προκαλεί.

«Πολλή από τη συζήτηση για τη σεξουαλική βία επικεντρώνεται στις εμπειρίες ατόμων, δίνοντας έμφαση σε μια σεξιστική κοινωνία που παράγει βία κατά των γυναικών», γράφει η Έλεν Ρέιζερ στο βιβλίο «Θυμός: Γυναίκες γράφουν για το Σεξ, τη Δύναμη και τη Βία». Αυτό σημαίνει ότι δεν εξετάζεται η πιθανότητα οι κοινωνικές δομές να προκαλούν βία σε ένα επίπεδο ακόμη πιο δομικό από αυτό της διαφοράς των φύλων. Αλλά ποιες είναι αυτές οι δομές; Σε ποιες συνθήκες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος;

«Από τη στιγμή που γεννιέσαι, σε κάνουν να νιώθεις μικρός, δίνοντάς σου καθόλου χρόνο αντί να σου τον δίνουν όλο… σε κρατούν αποκοιμισμένο… κι εσύ νομίζεις ότι είσαι έξυπνος, δεν ανήκεις σε τάξη, κι είσαι ελεύθερος», τραγουδούσε το ’70 ο Τζον Λένον, περιγράφοντας όλες τις ματαιώσεις που ζει η πλειονότητα των ανθρώπων στη σύγχρονη κοινωνία. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, μια μικρή μειοψηφία να ζει εκμεταλλευόμενη την τεράστια πλειοψηφία, αν αυτοί που παράγουν τον πλούτο είχαν αυτοπεποίθηση και την αίσθηση της αυτοεκτίμησης;

Η πραγματικότητα είναι ότι η μεγάλη μάζα των εργαζόμενων δεν έχει κανέναν έλεγχο στα μέσα παραγωγής. Η εργασία, που θα έπρεπε να είναι μια δραστηριότητα δημιουργική και να επιβεβαιώνει την ύπαρξη, γίνεται αγγαρεία, και παράγει πλούτο για αυτούς που ήδη κυριαρχούν πάνω στη ζωή του ανθρώπου. Μοιάζει σαν η ζωή του να ελέγχεται από ανεξέλεγκτες δυνάμεις, όπως «η οικονομία» και «η αγορά». Ταυτόχρονα, τα πάντα μετατρέπονται σε εμπόρευμα που μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί -ακόμα και η ψυχαγωγία και η σεξουαλική ευχαρίστηση. Αναπόφευκτη συνέπεια, η υποτίμηση του ανθρώπινου κόσμου, η απαξίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Γκέοργκ Λούκατς, στο βιβλίο του, Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, εξηγεί για την αποξένωση, πώς κρατικές γραφειοκρατίες και ιεραρχικοί θεσμοί ισοπεδώνουν όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και νεκρώνουν την ανθρώπινη ενσυναίσθηση. Η άσκηση εξουσίας, ο ανταγωνισμός και το κυνήγι της επιτυχίας και της διάκρισης γίνονται υπέρτατη αξία. Αλλά όταν οι άνθρωποι μετατρέπονται σε κυνηγούς με σκοπό την επικράτηση, δεν είναι σχεδόν βέβαιο ότι τις συνέπειες θα τις υποστούν αυτοί που βρίσκονται σε δυσχερέστερη θέση;

Η αμερικανίδα συγγραφέας Λίλιαν Ρούμπιν, γράφει για την καταπίεση και τις συνέπειές της στο βιβλίο της «Κόσμοι του Πόνου: Ζωή στην Εργατική Οικογένεια»: «Τα παιδιά ξέρουν… Ξέρουν ότι οι γονείς τους δεν είναι αυτοί που ‘μετράνε’… Και ίσως το πιο συντριπτικό όλων, ξέρουν ότι οι γονείς τους το ξέρουν και οι ίδιοι… Διαφορετικά, γιατί να είχαν μέσα τους τόσο πολύ θυμό -θυμό που ξεσπά παράλογα στο σπίτι, θυμό που αποκόβεται από τον έξω κόσμο επειδή η έκφρασή του έξω θα ήταν πιθανά επικίνδυνη;»

Είναι αυτή η τεράστια αντίφαση. Από τη μία, ο μόχθος της δουλειάς, τα μεγάλα ωράρια, οι χαμηλοί μισθοί, οι αξιολογήσεις «εν γένει της προσωπικότητας» από τους μάνατζερ, η αίσθηση του ανθρώπου ότι «δε μετρά». Από την άλλη, ο ιδιωτικός του χώρος, η προσδοκία ότι οι προσωπικές του σχέσεις θα είναι το πεδίο της ζωής του όπου έχει ο ίδιος τον έλεγχο -επειδή, με κάθε τρόπο, αυτό υπονοείται: η ευτυχισμένη οικογένεια γύρω από το τραπέζι να παίρνει το πρωινό της με λαμπερά χαμόγελα. Το όνειρο, όμως, της σταθερότητας και της αγάπης είναι εξαιρετικά δύσκολο να πραγματωθεί από τα περισσότερα ζευγάρια αν ληφθεί υπόψη η πραγματικότητα της υπόλοιπης ζωής τους. Το σπίτι θεωρείται το καταφύγιο -αλλά όταν η προσδοκία διαψεύδεται, πού εκτονώνει κάποιος τις απογοητεύσεις και τον θυμό; Είναι πιο εύκολο να ξεσπάσει κανείς σε δημόσιο χώρο, ή στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού ή μιας σχέσης; Ξεσπά στους οικείους, που θεωρεί ότι δε θα φύγουν, ή δε μπορούν να φύγουν. Και από την άλλη, οι άνθρωποι θα ανεχτούν πολλά προκειμένου να κρατήσουν την ελπίδα της πραγμάτωσης του ονείρου αυτής της ευτυχίας, το οποίο τους έχουν υποβάλει ως ιδέα από την αρχή της ζωής τους.

Η βία που ξεσπά, πλήττει τους πιο αδύναμους -δεν είναι μόνο οι γυναίκες, είναι και τα παιδιά. Ένα στα πέντε παιδιά πέφτει θύμα κακοποίησης, και σε ποσοστό 70-90% οι θύτες ανήκουν στο στενό ή ευρύτερο περιβάλλον της οικογένειας του παιδιού, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν πριν από λίγες μέρες σε ημερίδα της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά και της Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρίας. Η βία εκφράζεται ως σωματική κακοποίηση κυρίως για τα αγόρια, και ως σεξουαλική κακοποίηση κυρίως για τα κορίτσια.

Η επιδείνωση των τελευταίων δεκαετιών

Εντός των τεσσάρων τοίχων που περικλείουν εδώ και περίπου ενάμιση αιώνα τη λεγόμενη «πυρηνική οικογένεια», τα πράγματα φαίνεται ότι χειροτερεύουν τις τελευταίες δεκαετίες, κατά τις οποίες η οικονομική ανισότητα έχει γιγαντωθεί.

Στην Ελλάδα, σε μελέτη που έγινε για λογαριασμό της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων αναφέρεται ότι η οικονομική κρίση δεν αποτελεί από μόνη της γενεσιουργό αιτία των περιστατικών βίας, αλλά εντείνει την πίεση που βιώνουν τα μέλη των οικογενειών. Αυτό το έχει αποδεχτεί ήδη από το 2013 και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λέγοντας ότι «η ένταση και το άγχος με τα οποία βιώνουν τα μέλη των οικογενειών τη νέα οικονομική τους κατάσταση ως αποτέλεσμα της κρίσης οδηγεί συχνά σε πιο έντονα και πιο επικίνδυνα περιστατικά βίας (ενδοοικογενειακή βία), αλλά και σε σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, καθώς και σε διάφορες μορφές παρενόχλησης σε χώρους εργασίας».

Το δείγμα γυναικών που ρωτήθηκαν, αφού είχαν καταφύγει σε δομές φιλοξενίας, είναι μικρό και δεν επιτρέπει γενίκευση, όμως, σκιαγραφεί μια εικόνα. Στο 82% των περιπτώσεων βία άσκησε ο πρώην ή ο νυν σύζυγος ή σύντροφος και «δευτερευόντως κάποιος συγγενής πρώτου βαθμού», ενώ το 3% των περιπτώσεων αφορούσε περιστατικά που σημειώθηκαν στον χώρο εργασίας με δράστες τον εργοδότη ή τον πελάτη. Σχεδόν στις μισές περιπτώσεις είχε σημειωθεί μεταβολή της εργασιακής σχέσης του δράστη, ενώ αντίστοιχη μεταβολή είχε βιώσει πάνω από το 65% των θυμάτων. Σε μεγάλο ποσοστό οι θύτες ήταν και εκείνοι θύματα βίας -το 46,4%- ή αντιμετώπιζαν πρόβλημα ψυχικής υγείας -21,4%. Η μορφή βίας που ασκήθηκε στα θύματα ήταν σχεδόν ισότιμα ψυχολογική-συναισθηματική και λεκτική, και ακολουθεί η σωματική βία. Η κακοποίηση συνέβαινε και πριν από την οικονομική κρίση, αλλά το 54,1% των γυναικών είπαν ότι επιδεινώθηκε η σχέση με τον δράστη εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, και μάλιστα εντάθηκε λόγω των περισσότερων ωρών εργασίας του συζύγου ή οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν στην πορεία της σχέσης.

Άρα, «η κρίση επέτεινε ένα φαινόμενο που ήδη προϋπήρχε, καθώς η δυσκολία της επιβίωσης δρα ακόμα πιο επιβαρυντικά όταν το περιβάλλον είναι ήδη βίαιο… και δημιουργούνται εντάσεις σχέσεων τόσο μεταξύ των ζευγαριών αλλά και μεταξύ γονέων-παιδιών». Παράλληλα εκφράστηκε η άποψη ότι η καταγράφεται αύξηση των περιστατικών έμφυλης βίας και στους χώρους εργασίας, όπου οι γυναίκες υπό τον φόβο της απόλυσης, είναι περισσότερο ευάλωτες στην εργασιακή εκμετάλλευση αλλά και τη σεξουαλική παρενόχληση.

Στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, η κατάσταση είναι πια τρομακτικά όμοια. Τροφή-νερό και στέγη, είναι δύο βασικοί πυλώνες της ύπαρξης. Αλλά οι κανόνες του διεθνούς εμπορίου και η αύξηση των τιμών των τροφίμων προκαλούν συνεχείς κρίσεις στις οικογένειες, αφού υπεύθυνες για το μαγείρεμα, το καθάρισμα και τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων είναι οι γυναίκες.

Και το σπίτι, το κυριολεκτικά φυσικό καταφύγιο του εργαζόμενου, πλήττεται σκληρά από το 2008 και μετά, με τις υποθήκες και τους πλειστηριασμούς. Το ίδιο και το κοινωνικό κράτος, το οποίο είτε περικόπτεται είτε τρέφεται με «ψίχουλα» -από τις ίδιες κυβερνήσεις που μιλούν για την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η βία κατά των γυναικών. Το Εθνικό Κέντρο Πόρων για την Ενδοοικογενειακή Βία στις ΗΠΑ αναφέρει : «Οι γυναίκες που αφήνουν τους κακοποιητικούς συντρόφους τους συχνά μένουν με μέλη της οικογένειας ή φίλους… ή, διαφορετικά πηγαίνουν σε ξενώνες φιλοξενίας… Αλλά πάνω από το ένα τρίτο των θυμάτων έμφυλης βίας μένουν άστεγες στην προσπάθεια να τερματίσουν μια κακοποιητική σχέση… Αυτό το ποσοστό πιθανά αυξάνεται λόγω της οικονομικής ύφεσης… Δυστυχώς, οι ήδη επιβαρυμένοι προϋπολογισμοί των κοινωνικών υπηρεσιών, ανάμεσά τους αυτών για την ενδοοικογενειακή βία και τα καταφύγια άστεγων, περικόπτονται ακριβώς τη στιγμή που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες.»

Ο ριζοσπαστισμός του ΄60 συνοδευόταν από αισιοδοξία: η αλλαγή έμοιαζε να έρχεται. Αλλά μετά την ύφεση του 1975, οι επιθέσεις από την άρχουσα τάξη πλήθυναν. Η νεοφιλελεύθερη ατζέντα επιβλήθηκε, με επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζόμενων, ιδιωτικοποιήσεις και περικοπές στις κρατικές δαπάνες για κράτος πρόνοιας. Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες έγινε αναδιανομή του πλούτου -αλλά αυτή τη φορά ήταν επιθετικά από κάτω προς τα πάνω.

Σε συνέντευξη στο έντυπο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για λογαριασμό της Παγκόσμιας Τράπεζας, πολλά χρόνια πριν, ένας αιγύπτιος άντρας από το Μποργκ Μεγκεζέλ, ένα μικρό ψαροχώρι στην κοιλάδα του Νείλου, είχε μια υλική εξήγηση για τη βία: «Η ανεπάρκεια εισοδήματος είναι που επηρεάζει τη σχέση άντρα-γυναίκας. Μερικές φορές με ξυπνά το πρωί ζητώντας λίγα χρήματα και δεν έχω, και θλίβομαι και βγαίνω από το σπίτι. Και όταν γυρίζω, αρχίζουμε να μαλώνουμε».

Το σπίτι, και οι κοινότητες μένουν «άδεια», χωρίς υλικούς πόρους και με ματαιωμένους ανθρώπους. Σε αυτά επιστρέφουν οι άνθρωποι φορτωμένοι με τα βάρη ενός άγριου κόσμου. Άρα, ένας εργαζόμενος άντρας γυρίζει σπίτι αφού έχει απολυθεί, βρίσκει ένα χαρτί έξωσης αντί για ένα ζεστό γεύμα, και δέρνει τη γυναίκα του; Είναι τόσο απλό; Η εικόνα γεννά περισσότερα ερωτήματα. Γιατί, για παράδειγμα, δε γυρνά η εργαζόμενη γυναίκα σπίτι της να χτυπήσει τον άντρα της μόλις την απολύσουν;

Επειδή, εκτός από τις υλικές συνθήκες οι οποίες «είναι απαραίτητες» για να υπάρξει η βία, χρειάζεται και το ιδεολογικό υπόβαθρο: η εμπορευματοποίηση του σεξ και η μετατροπή των σωμάτων σε αντικείμενα, τα σεξιστικά στερεότυπα και τα ιδανικά της επιθετικής αρρενωπότητας δημιουργούν ένα περιβάλλον που ωθεί στην κακοποίηση. Αυτά τα σεξιστικά στερεότυπα διαιωνίζονται στις δομές της οικογένειας και της εργασίας. Οι γυναίκες ζουν αντιμέτωπες με λάγνα βλέμματα και υπονοούμενα αγγίγματος -και θεωρείται ακραία «πολιτικά ορθό» το να το πουν. Οι μαρτυρίες τους για πράξεις βίας ή για παρενόχληση που έχουν δεχτεί, αμφισβητούνται. Μετριέται ακόμα το «μήκος της φούστας τους» και εξετάζεται το ερωτικό τους παρελθόν, για να φανεί αν αυτά «έπαιξαν ρόλο» στη βία που δέχτηκαν. Με τις ενοχές που τους καλλιεργούνται, δεν τους επιτρέπεται ούτε να νιώσουν θύματα.

Ταυτόχρονα, η πορνογραφία δεν πουλιέται πια «στα κρυφά». Υπάρχει διαθέσιμη στο διαδίκτυο για τον καθένα. «Σεξουαλική ελευθερία» στον σύγχρονο κόσμο, σημαίνει μια βιομηχανία γύρω από την οποία κυκλοφορούν δισεκατομμύρια. Οι νέοι μεγαλώνουν με αυτές τις εικόνες ως τον πιο συνηθισμένο τρόπο να μάθουν για το σεξ. Επειδή, παρότι η κοινωνία μιλά γι΄αυτό όλη την ώρα -αναπόφευκτα με σεξιστικό και υποτιμητικό τρόπο- εξακολουθεί να υπάρχει ελάχιστη σεξουαλική εκπαίδευση ή ανοιχτή συζήτηση για τη σεξουαλικότητα στα σχολεία.

Φυσικά, η σεξουαλική βία μπορεί να είναι και συνειδητή άσκηση κυριαρχίας. Όπως επίσης, δε σημαίνει ότι όλοι οι άντρες που ζουν στις ίδιες δύσκολες συνθήκες θα αντιδράσουν με μηχανιστικό τρόπο, ασκώντας βία στις γυναίκες. Συνολικά, όμως, το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών δε μπορεί να ερμηνευτεί αποκομμένο. Οι αιτίες είναι πολλαπλές, σύνθετες και μπορούν να κατανοηθούν μόνο ως ριζωμένες στις οικονομικές και κοινωνικές δομές του καπιταλισμού, μιας ταξικής κοινωνίας που έχει φτάσει την αποξένωση στα άκρα της.

Ποια μπορεί να είναι η απάντηση;

Πώς μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση; Είναι ζήτημα παιδείας, ακούγεται συχνά. Η εκπαίδευση, σίγουρα, είναι κομβικής σημασίας για τη διαμόρφωση ενός ανθρώπου. Αλλά ποιος ελέγχει τον χαρακτήρα του συστήματος εκπαίδευσης; «Το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος», λέει ένα σύνθημα σε μια πλατεία. Δηλαδή, την εκπαίδευση ελέγχει αυτός που ελέγχει και τα μέσα παραγωγής -η κυρίαρχη τάξη. Ενώ και εντός της οικογένειας, αναπαράγονται από νωρίς τα κυρίαρχα στερεότυπα και οι εξουσιαστικές λογικές.

«Να μιλάνε τα θύματα, να σπάσει η σιωπή», ακούγεται εξίσου συχνά. Πέρα από τα παράδοξο να προβάλλονται ανάλογα ενημερωτικά σποτ στις τηλεοράσεις και να ακολουθούν διαφημίσεις και σίριαλ με τη γυναίκα σε ρόλο αντικειμένου και σεξουαλικά υπονοούμενα, υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα: Το ότι οι γυναίκες καταγγέλλουν όλο και πιο συχνά την άσκηση βίας πάνω τους -και σωστά κάνουν- δε φαίνεται να μειώνει τη σεξιστική βία, που αναφέρεται πια ως «επιδημία». Και, επιπλέον, μέσα από τις καμπάνιες αυτές, το κράτος με τους υπάρχοντες θεσμούς του προβάλλεται ως προστάτης της ηθικής ακεραιότητας της κοινωνίας, και η δράση ενάντια στη σεξιστική βία είναι πιθανό να ενισχύσει μέτρα καταστολής, προσδίδοντας ακόμη πιο κεντρικό ρόλο στην αστυνομία και τα δικαστήρια. Αυτό ταιριάζει με το γενικότερο κλίμα νόμου και τάξης, που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη συντηρητική ατζέντα: η σεξιστική βία παρουσιάζεται ως παρέκκλιση κάποιων δυσλειτουργικών ατόμων που χρειάζονται εκπαίδευση, τιμωρία και διόρθωση, ενώ ταυτόχρονα ενισχύονται εξουσιαστικές δομές. Τι μπορεί να αντιπαρατεθεί σε αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης;

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι να στοχεύσει κανείς τη δομική καταπίεση ενάντια στις γυναίκες, καταρχάς με συγκεκριμένες πολιτικές και μέτρα που θα κάνουν καλύτερη τη ζωή τους. Με φραγμό στις θεσμικές διακρίσεις κάθε είδους. Με απόρριψη της βίας και του σεξισμού στους ιδιωτικούς χώρους και τους χώρους δουλειάς. Με ουσιαστική προστασία της μητρότητας, άδειες τοκετού και επιδόματα για όλες ανεξαιρέτως τις γυναίκες -με «ευελιξία» αν οι ίδιες το επιθυμούν. Με δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς και κοινωνικές υπηρεσίες φροντίδας των παιδιών. Με δωρεάν σίτιση των παιδιών στα σχολεία. Με ικανοποίηση του δικαιώματος σε αξιοπρεπή στέγη. Με ίσες αμοιβές, αυξήσεις στους μισθούς, μείωση του ωραρίου, καλύτερες συνθήκες εργασίας. Όποιος ασκεί εξουσία και ενδιαφέρεται πραγματικά να αντιμετωπιστεί η βία κατά των γυναικών, δε χρειάζεται να βγάζει λόγους για αυτό -μπορεί να κάνει κάτι πολύ καλύτερο: να εφαρμόσει χωρίς καθυστέρηση πολιτικές που προστατεύουν δομικά τη γυναίκα και ενισχύουν την αυτονομία της.

Μπορεί να έχει ξεχαστεί ότι η 8η Μάρτη, η «Ημέρα της Γυναίκας», είναι εκείνη η 8η Μάρτη του 1857, όταν γυναίκες εργάτριες στην κλωστοϋφαντουργία της Νέας Υόρκης διαδήλωναν και διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται μια προσπάθεια να επανακαταλάβει η μέρα αυτή τον ιστορικό της χώρο, στις σύγχρονες συνθήκες. Έχει τη σημασία του το ότι επανέρχεται το αίτημα για γενική απεργία τη μέρα αυτή, και η δυσκολία του να υλοποιηθεί καταδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο το διπλό μέτωπο που έχουν μπροστά τους οι γυναίκες: στο κοινωνικό πεδίο καλούνται να αντιμετωπίσουν τη δύσκολη καθημερινότητα των διακρίσεων, αλλά και στον χώρο μέσω του οποίου θεωρητικά εκφράζονται οι διεκδικήσεις τους, δηλαδή, στα συνδικάτα, είναι υποχρεωμένες να διεκδικήσουν το δικαίωμα να τεθούν οι διεκδικήσεις τους. Επειδή, ίσως θα ήταν πιο ωραίο, μαζί με τα τριαντάφυλλα, αυτή τη μέρα στους δρόμους να κυκλοφορούν πανό με ιδέες. Και ίσως θα ήταν πιο ωραίο, αν δίπλα στα πανό, βρίσκονται και άντρες.

Όλα τα παραπάνω ίσως σε κάποιους να ακούγονται βαρετά. Αλλοτρίωση, αποξένωση, ατομικισμός, απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. «Να βρεθούν γρήγορα πρακτικοί τρόποι για να μειωθεί τώρα η βία κατά των γυναικών που παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις, και μετά κάνουμε ανάλυση», λένε πολλοί -το ίδιο επαναλαμβάνουν για κάθε σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα. Αλλά τίποτα δε «λύνεται», αν δεν εξηγηθεί το γιατί συμβαίνει, και αν αποκοπεί από το πλαίσιο στο οποίο συμβαίνει. Από την άλλη, μπορεί να μοιάζει πιο εύκολη η θεωρία του «Γυναίκες από την Αφροδίτη, Άντρες από τον Άρη» -δύο φύλα που δε μπορούν ποτέ να καταλάβουν το ένα το άλλο «από καταβολής κόσμου». Πώς θα αλλάξει, όμως, η κατάσταση, αν συνεχιστεί αυτού του τύπου η ανάλυση της βίας κατά των γυναικών; Όσοι υποστηρίζουν ότι «τα δύο φύλα είναι πολύ διαφορετικά, ο άντρας είναι φύσει πιο βίαιος, και γι΄αυτό υπάρχει βία», δε θα «πέσουν» αναγκαστικά «σε τοίχο» όσον αφορά την πρόταση αντιμετώπισης; Ακόμα και αν σκεφτεί κανείς «έχουμε πατριαρχία, και γι΄αυτό υπάρχει βία», σε ποια εναλλακτική οδηγείται η κοινωνία; Το «τέταρτο κύμα» του φεμινισμού προτάσσει ως αίτημα τον σεβασμό στο γυναικείο σώμα. Ο άντρας που ασκεί βία είναι δεδομένο ότι δε σέβεται το σώμα της γυναίκας. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι, στην ουσία, δε σέβεται την ανθρώπινη ύπαρξη δίπλα του; Κι αν απαξιώνει τον άλλο άνθρωπο και ξεσπά σε αυτόν που βρίσκει πιο αδύναμο, γιατί συμβαίνει αυτό; Πώς και πότε προέκυψε η πατριαρχία; Τι είναι στα αλήθεια η βία σε βάρος των γυναικών; Θα υπάρχει ακόμα και σε μια κοινωνία χωρίς ταξικές διαιρέσεις, ανταγωνισμούς και αριστείες, με σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη, με ανθρώπους που θα είναι ίσοι, θα προσφέρουν στους υπόλοιπους με εργασία η οποία θα τους ικανοποιεί, και θα εκπληρώνουν τον εαυτό τους; Και, αν η απάντηση είναι «ίσως όχι», πώς μπορεί να υπάρξει αυτή η κοινωνία; Μήπως σε αυτή την ερώτηση βρίσκεται το κλειδί; Και μήπως, αν ανοίξει αυτή η πόρτα, θα μπορεί η μάνα κάθε κοριτσιού να νιώθει ότι μια καλύτερη ζωή περιμένει εκεί έξω τη δική της κόρη; Μια ζωή μέσα στην οποία θα μπορεί να λέει τη γνώμη της χωρίς φόβο, να περπατά τα βράδια ό, τι ώρα θέλει χωρίς φόβο, να ζει τον έρωτα και να έχει το δικαίωμα να αλλάζει γνώμη χωρίς φόβο, να επιλέγει αυτά που θα την κάνουν ευτυχισμένη χωρίς φόβο. Να ζει, ως ελεύθερος άνθρωπος. Χωρίς φόβο.

Μοιράσου το άρθρο: