της Μάχης Μαργαρίτη

Είναι η φράση που «στοιχειώνει» τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Όσοι διεκδικούν κάτι καλύτερο στους χώρους εργασίας, στην καθημερινότητα, στη ζωή τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά -παρόμοιων- απαντήσεων: «Όπως όλοι κι εσύ», «δεν είναι της παρούσης», «τι να κάνουμε, έτσι είναι η κατάσταση», «δεν είναι η ώρα για αυτά» -στο «αυτά» περιλαμβάνονται κάθε είδους διεκδικήσεις, με τις αναμενόμενες, βέβαια, εξαιρέσεις. Σε μια εποχή που οι εργαζόμενοι παράγουν πρωτοφανή στην ιστορία πλούτο και τον βλέπουν να κινείται γύρω τους, θα περίμενε κανείς ότι το να ακούνε επαναλαμβανόμενα πως «υπάρχουν και χειρότερα» δε θα τους έπειθε -το αντίθετο, θα τους θύμωνε. Kάπου εδώ, έρχεται ο «δράκος» της ιστορίας.

Μετά το κραχ του ΄30 στις Ηνωμένες Πολιτείες και το «δίδαγμα» της κρίσης, ο υπουργός Οικονομικών της χώρας Άντριου Μέλον περιέγραφε το όραμά του για το μέλλον, λέγοντας, «οι άνθρωποι θα δουλεύουν πιο σκληρά, θα ζουν μια πιο ηθική ζωή». Το 2008, μετά την κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman, η καγκελάριος της Γερμανίας Μέρκελ δήλωνε, ««η σουηβή νοικοκυρά θα μας έλεγε την εμπειρική σοφία της: μακροπρόθεσμα, δε μπορείς να ζεις πέρα από τις δυνατότητές σου». Στην Ελλάδα ειπώθηκε με μια μικρή φράση, συμβολίζοντας τη συνευθύνη -υποτίθεται- όλων για την οικονομική κατάσταση της χώρας: αυτών που έπαιρναν τις αποφάσεις και αυτών που τις δέχονταν, αυτών που δανείζονταν και αυτών που δάνειζαν -αλλά στην ουσία μεταφέροντας την ευθύνη σε αυτούς που «έζησαν με δανεικά» μια ζωή για την οποία «δεν υπήρχε δυνατότητα».

Ο «οικονόμος νοικοκύρης»

Η «σουηβή νοικοκυρά», αυτή η οικονόμα και μετρημένη γυναίκα  την οποία συχνά μνημονεύει η Άνγκελα Μάρκελ, ζει στα γραφικά χωριά της νοτιοδυτικής Γερμανίας. Εκεί, οι άνθρωποι αγοράζουν με φειδώ, και αποταμιεύουν το ένα τρίτο της αξίας του ακινήτου που σκοπεύουν να αγοράσουν, προτού πάρουν δάνειο. Δύο από αυτές τις «συνετές νοικοκυρές» μίλησαν το 2012 στον Guardian. Σιγουρεύονται, είπαν, πάντα ότι έχουν αρκετά χρήματα στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς για να πληρώνουν έγκαιρα το χρέος τους. Είναι, λοιπόν, μια φτωχή περιοχή αυτά τα μικρά χωριά, όπου οι κάτοικοι ζουν λιτά και δεν καταναλώνουν; Οι 20.000 κάτοικοι του Γκέρλιγκεν έχουν αγοραστική δύναμη που εκτιμάται στα 500 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο -περισσότερη από κάθε άλλη πόλη στη Βάδη-Βυρτεμβέργη- σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ. Η επικεφαλής της ένωσης νοικοκυρών της Βυρτεμβέργης έλεγε, «οι σουηβοί αγοράζουν πολυτελή ρούχα και άλλα αγαθά, απλώς δεν τους αρέσει να τα επιδεικνύουν. Δε θα δείτε εντυπωσιακά καπέλα στους δρόμους ούτε κοσμήματα -οι άνθρωποι τα δείχνουν ο ένας στον άλλο μόνο κατ΄ιδίαν». Οι σουηβοί έχουν και σχετική έκφραση -«μυστικά πλούσιος». Και όταν οι γυναίκες αγοράζουν γούνινο παλτό, το φοράνε ανάποδα για να μη φαίνεται η γούνα. Αλλά για να μπορούν οι κάτοικοι να αποταμιεύουν τόσα χρήματα ώστε να αγοράζουν σπίτια και είδη πολυτελείας -που δε δείχνουν παραέξω, όπως οι ίδιοι λένε- σημαίνει, καταρχάς, ότι με κάποιον τρόπο κερδίζουν -ή έχουν- αρκετά.

Τι συμβαίνει, όμως, με αυτούς που δεν κερδίζουν -ή δε γεννιούνται με- αρκετά; Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε τον περασμένο χρόνο στην ιστοσελίδα του Open Democracy, αναφερόταν ότι τον Νοέμβριο του ΄17 η Στατιστική Υπηρεσία της Βρετανίας κοινοποίησε στοιχεία για την εξέλιξη του πλούτου στον χρόνο. Στα χαρτιά, ο καθαρός πλούτος τριπλασιάστηκε από το 1995, αυξημένος κατά πάνω από επτά τρισεκατομμύρια λίρες. Από πού ήρθε και ποιος ωφελήθηκε; Πάνω από πέντε από αυτά τα τρισεκατομμύρια έχουν να κάνουν με την αύξηση στην αξία των κατοικιών -δηλαδή του «χρηματιστηρίου κατοικίας». Αυξήθηκαν τόσο πολύ τα διαθέσιμα σπίτια; Η ίδια η υπηρεσία εξηγούσε ότι η συσσώρευση χρήματος στον τομέα είχε να κάνει «κυρίως με τις αυξήσεις στις τιμές των σπιτιών παρά με μια αλλαγή στον αριθμό των κατοικιών». Σε δύο δεκαετίες, η αξία της γης στην αγορά τετραπλασιάστηκε. Για όσους είχαν ήδη γη, αυτό έφερε τεράστια οφέλη. Τα οποία και αξιοποίησαν. Οι Τάιμς έγραψαν ότι μόνο τους πρώτους τρεις μήνες του 2017, οι «baby boomers» -γεννημένοι αμέσως μετά τον πόλεμο- ρευστοποίησαν 850 εκατομμύρια λίρες -το ένα τρίτο πήγε στην αγορά αυτοκινήτων, πάνω από το ένα τέταρτο για διακοπές, και το υπόλοιπο  στην αγορά κι άλλων ακινήτων. Αντίθετα, η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολα για όσους θέλουν να αγοράσουν μια πρώτη κατοικία. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα μπορούσαν να πληρώσουν μια προκαταβολή για αγορά σπιτιού μετά από αποταμίευση τριών χρόνων -σήμερα τα ίδια νοικοκυριά χρειάζονται 20 χρόνια για να συγκεντρώσουν το ίδιο ποσό. Πολλοί αναγκάζονται να νοικιάζουν. Το Chartered Institute of Housing της Βρετανίας περιέγραψε πώς παλιότερα νοικοκυριά έχουν χρησιμοποιήσει τον πλούτο από ακίνητά τους για να αγοράσουν κι άλλη περιουσία, νοικιάζοντάς τη σε αυτούς που δε μπορούν να αποκτήσουν σπίτι. Και εκεί, οι αυξήσεις είναι τεράστιες: το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για στεγαστικά κόστη, από 10% το 1980 έχει εκτοξευτεί στο 36% σήμερα.

«Είναι ώρα να αποκαλέσουμε τη στεγαστική κρίση αυτό που πραγματικά είναι: η μεγαλύτερη μεταβίβαση πλούτου στην ιστορία», ήταν ο τίτλος του σχετικού άρθρου. Κυρίως ωφελήθηκαν προηγούμενες γενιές, που σταδιακά, όμως, περνούν αυτόν τον πλούτο στους απογόνους τους κληροδοτώντας τον. Αποτέλεσμα, ένα όλο και αυξανόμενο χάσμα γενεών, αλλά και ένα αυξανόμενο ταξικό χάσμα.

Ταυτόχρονα, όσοι δεν ανήκουν στους προνομιούχους «έχοντες», κατέφυγαν στον δανεισμό για να αγοράσουν ένα σπίτι-πρώτη κατοικία, προκειμένου να μην είναι έρμαια στις διαθέσεις ενός ιδιοκτήτη και της «αγοράς». Με τις συντάξεις και την κοινωνική ασφάλιση να μειώνονται και τους μισθούς να παγώνουν, η επένδυση σε ένα σπίτι ταυτίστηκε με μια μελλοντική οικονομική ασφάλεια.  Άλλοι θέλησαν να απομακρυνθούν από επιβαρυμένες περιοχές και να αναζητήσουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Αλλά, ξαφνικά, εδώ και λίγα χρόνια, όσοι δανείστηκαν για να αγοράσουν ένα σπίτι καλύτερο από αυτό στο οποίο μεγάλωσαν, δεν είναι πια άνθρωποι που θέλουν κάτι καλύτερο -είναι οι «ανεύθυνοι δανειολήπτες που πληρώνουν την ηθικά σωστή ποινή για το ότι ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους».

«Χρέος» ίσον «ενοχή»

Η ρίζα της λέξης «χρέος», schulden στα γερμανικά , σημαίνει «ενοχή». Το χρέος είναι το φονικό όπλο του καπιταλισμού, έχει πει η Σίλβια Φεντερίτσι, αμερικανίδα καθηγήτρια κοινωνικών επιστημών και ακτιβίστρια. Χρησιμοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς είναι πολύ αποτελεσματικό για την εκμετάλλευση των ατόμων. Από-κινητοποιεί και δε γεννά γενική αντίσταση, ακριβώς επειδή το χρέος κρύβει την εκμετάλλευση και απομονώνει τους ανθρώπους. Ένας εργαζόμενος που αναμιγνύεται σε μια διαμάχη για τον μισθό του θα αντιληφθεί την αδικία και την εκμετάλλευση ως θύμα-μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων, ενώ ως ιδιώτης κάτοχος χρέους θα εμφανιστεί ότι απολαμβάνει ατομικά τα χρήματά του για δικό του όφελος.

Αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να δανειστούν για να επωφεληθούν από υπηρεσίες που θα έπρεπε να τους παρέχονται από το κράτος. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τους εκμεταλλεύονται οι τράπεζες και νιώθουν ένοχοι, σκεπτόμενοι στις περισσότερες περιπτώσεις ότι το χρέος είναι αποτέλεσμα κακής διαχείρισης, εξηγεί η αμερικανίδα καθηγήτρια. Γιατί το σκέφτονται αυτό; επειδή η λιτότητα προπαγανδίζεται όχι μόνο ως οικονομικά, αλλά και ως ηθικά αναγκαία. Και τι περιμένει αυτόν που δεν την εφαρμόζει στη ζωή του -η τιμωρία. Οι πολιτικές λιτότητας, με όποιο όνομα κι αν τις αποκαλεί κανείς, μετατρέπουν μια οικονομική κατάσταση σε «ένα παραμύθι ηθικής με άγιους και αμαρτωλούς», οδηγώντας σε τιμωρία των «αμαρτωλών», έλεγε το 2015 στους New York Times ο Μαρκ Μπλάιθ, πολιτικός οικονομολόγος στο πανεπιστήμιο Μπράουν. «Λιτότητα: Η Ιστορία μιας Επικίνδυνης Ιδέας», λέγεται το βιβλίο του στο οποίο εντοπίζει τη σύλληψη της ιδέας στον 17ο αιώνα.

Οι άνθρωποι, όμως, που κατηγορούνται ότι «άπλωσαν τα πόδια παραπάνω από όσο μπορούσαν», δανείστηκαν με δεδομένους τους μισθούς που είχαν προ κρίσης, με βάση τους οποίους έκαναν τον προγραμματισμό αποπληρωμής του χρέους τους. Δεν έκαναν «λάθος υπολογισμό». Προγραμμάτισαν με βάση τα δεδομένα. Και τώρα, κατηγορούνται ότι δεν πρόβλεψαν την κρίση του καπιταλισμού, τις απολύσεις και τη μεγαλύτερη φτωχοποίησή τους. Στην Ελλάδα, οι δημιουργοί του αφηγήματος της συνευθύνης όλων -εχόντων και μη- για την κατάσταση της οικονομίας, θέλησαν να το συνδέσουν και με «ειδικά» χαρακτηριστικά του «ελληνικού λαού» -«ροπή στην τεμπελιά», «έλλειψη πειθαρχίας» και λοιπά στερεότυπα, με μια διπλή «κίνηση-ματ»: «φόρτωσαν» τον καθένα με την «ατομική του ευθύνη» για την κρίση, και όλους μαζί -πλην των εχόντων που, φυσικά, δε φταίνε σε τίποτα αφού ζούσαν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους- με τη «συλλογική ευθύνη» ενός «τεμπέλη λαού με ροπή στην καλοπέραση». Ατομική και συλλογική ενοχή. Δύσκολο να αντιμετωπιστεί το καθένα μόνο του, πόσο μάλλον και τα δύο μαζί.

Όμως, παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί το «πρόβλημα» ως «εθνικό», το ίδιο «παραμύθι» με τους ίδιους «δράκους» συναντάται και εκτός των ελληνικών συνόρων. Οι συζητήσεις για την Ελλάδα ακούγονται «καταθλιπτικά οικείες, ολόιδιες με αυτές που κάνουμε εδώ για τους φτωχούς, τους πλούσιους, και για το τι αξίζει σε ποιον», έγραφαν οι Τάιμς λίγα χρόνια πριν. Οι άνθρωποι καταλήγουν να ντρέπονται να παραδεχτούν ότι είναι φτωχοί και χρεωμένοι, επειδή το βιώνουν ως προσωπική αποτυχία: πιστεύουν ότι κακώς δανείστηκαν, ότι χρησιμοποίησαν με λανθασμένο τρόπο τα χρήματα, ότι έζησαν πάνω από τις δυνατότητές τους. Και ποιος ενοχικός διεκδικεί το οτιδήποτε;

Τι είναι η φτώχια;

Υπάρχει η απόλυτη φτώχια: Οι άστεγοι, οι άνεργοι, οι άνθρωποι που κυριολεκτικά δε μπορούν να επιβιώσουν. Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η φτώχια. Φτώχια είναι να μη μπορεί κανείς να πάρει τα παιδιά του διακοπές σε ένα ωραίο μέρος δυο φορές τον χρόνο. Φτώχια είναι να μη μπορεί  κανείς να ταξιδέψει. Φτώχια είναι να μη μπορεί μια οικογένεια να παρακολουθεί συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής. Φτώχια είναι να μη μπορεί να πάει να δει μια ταινία σε ένα σινεμά, αφού μια έξοδος κοστίζει όσο ένα ημερομίσθιο. Φτώχια είναι να μη μπορεί κανείς να βγει έξω για ένα φαγητό χωρίς να αγχώνεται για τον λογαριασμό. Φτώχια είναι να μη μπορεί να πάρει δώρα στους ανθρώπους που αγαπά στις γιορτές επειδή του έχουν καταργήσει τους δύο παραπάνω μισθούς. Φτώχια είναι να πρέπει να μετρά συνέχεια στο μυαλό του τα έξοδα του μήνα και να βλέπει ότι τα χρήματα του μισθού του θα εξαφανιστούν προτού τα δει. Φτώχια είναι να πρέπει να δανείζεται. Με επιτόκια που φέρνουν σε κάποιους πλούτο «από τον αέρα» -αλλά με τις κατηγορίες να εκτοξεύονται εναντίον αυτών που δανείζονται, και όχι εναντίον αυτών στους οποίους έχει δοθεί το δικαίωμα να γίνονται πάμπλουτοι δανείζοντας, και του οικονομικού συστήματος που τους θάλπει.

Τις μέρες αυτές, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται στους δρόμους της Γαλλίας. Έγιναν γνωστοί ως τα «Κίτρινα Γιλέκα», επειδή διαμαρτύρονται για την αύξηση του φόρου στα καύσιμα ως «οικολογικού μέτρου». Όμως, ο φόρος είναι μόνο η αφορμή. «Στη μικρή πόλη Γκερέ, των 13.000 κατοίκων στις κοιλάδες της κεντρικής Γαλλίας, ένας σιωπηλός φόβος βασανίζει τα νοικοκυριά: Τι θα συμβεί όταν τα χρήματα τελειώσουν γύρω στις 20 του μήνα; Τι βάζω στο ψυγείο όταν δεν έχει μείνει τίποτα στον λογαριασμό μου και εκκρεμεί η πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος; Πώς λέω στη γυναίκα μου ότι δε μπορούμε να βγούμε έξω αυτό το σαββατοκύριακο; Δεν είναι βαθιά φτώχια, αλλά ένα μόνιμο άγχος», γράφουν στο ρεπορτάζ τους από την περιοχή οι New York Times.

Η οργή των διαδηλωτών στρέφεται εναντίον των πολιτικών που τους κυβερνούν. Όλοι όσοι μιλούν στον απεσταλμένο της εφημερίδας, καταλήγουν στο ίδιο: «Δεν ξέρουν καν πώς τα βγάζουμε πέρα με τους μικρούς μας μισθούς -αλλά είμαστε κι εμείς άνθρωποι, για τον θεό!», λέει ένας από τους διαδηλωτές. «Ζούμε με στρες», λέει ένας κάτοικος. Ένας άλλος λέει ότι ο εννιάχρονος γιος του δεν έχει πάει ποτέ διακοπές, και ο μισθός του των 1.300 ευρώ «εξαφανίζεται αστραπιαία σε λογαριασμούς». Η γυναίκα ενός άλλου εργαζόμενου έδωσε τα τελευταία 40 ευρώ του μήνα σε τρόφιμα την προηγούμενη μέρα. «Αυτή τη στιγμή, είμαι στο μηδέν. Φτάνεις στο τέλος του μήνα, και δεν έχει μείνει τίποτα.»

«Θα ήθελα να μπορώ να πάω τη γυναίκα μου σε ένα εστιατόριο πού και πού, αλλά δε μπορώ», λέει ένας άλλος κάτοικος. Ένα ζευγάρι με τέσσερα παιδιά, συμμετέχουν κι αυτοί στις διαδηλώσεις. 1.800 ευρώ μισθό ο ένας, 1.500 ο άλλος, και «εξαφανίζονται γρήγορα». Το μήνυμα είναι ένα: «Απλώς δε βγαίνουμε μέχρι το τέλος του μήνα. Είμαστε απηυδισμένοι και είμαστε οργισμένοι».

«Ζούμε, αλλά πρέπει συνέχεια να προσέχουμε. Όλες οι μικρές απολαύσεις της ζωής έχουν χαθεί.» Ζούμε, αλλά πρέπει συνέχεια να προσέχουμε.

Το ερώτημα  δεν το θέτουν μόνο οι διαδηλωτές στη Γαλλία -είναι κοινό σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες του κόσμου: πού οδηγεί είτε η ιδεολογική πίστη στη λιτότητα, είτε η πίστη στη «σταδιακή αναδιανομή» εντός του ισχύοντος οικονομικού συστήματος; Μπροστά στις γιγαντιαίες ανισότητες, τι κάνουν αυτοί που εκλέγονται για να παίρνουν τις αποφάσεις; Μπορεί να καταλάβει στα αλήθεια ένας άνθρωπος που βρίσκεται στους «χώρους λήψης των αποφάσεων», με λυμένα τα καθημερινά του προβλήματα, πώς είναι να ζει κάποιος στριμωγμένος σε ένα μικρό διαμέρισμα; Πώς είναι να στέκεται ένας άνθρωπος στην ουρά για να κόψει ένα εισιτήριο ή να βγάλει μια κάρτα στο μετρό, κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα; Μπορεί να καταλάβει πώς νιώθει ένας άνθρωπος που στριμώχνεται κάθε μέρα σε ένα λεωφορείο ή σε ένα βαγόνι για να πάει στη δουλειά του; Πώς νιώθει η εργαζόμενη μητέρα που αφήνει άρρωστο το παιδί της στο σπίτι για να πάει να δουλέψει, επειδή δε «δικαιούται» άδεια και ούτε έχει χρήματα για κάποιο άτομο που θα τη βοηθήσει; Πώς νιώθει ο πωλητής που δουλεύει Κυριακές αφήνοντας στο σπίτι τα παιδιά του, για έναν μισθό επιβίωσης; Πώς νιώθει ο καρκινοπαθής που δανείζεται από παντού για να τα βγάλει πέρα με τα ιατρικά έξοδα; Πώς ζει ο άνθρωπος που πρέπει να φροντίζει μόνος του τον οικείο του με χρόνια αρρώστια επειδή δε διαθέτει χρήματα για βοήθεια; Και μπορούν οι «έχοντες» -και μαζί τους αυτοί που εκλέγονται και ασκούν εξουσία- να απευθύνονται σε όσους ζουν αυτές τις δύσκολες ζωές μέρα με τη μέρα, λέγοντάς τους να «κάνουν υπομονή»; Ίσως να ήταν πιο πειστικοί, αν κάθονταν κι εκείνοι μαζί με τους υπόλοιπους στην ουρά κάθε πρώτη του μήνα, αν ζούσαν στριμωγμένοι σε μικρά διαμερίσματα σε θορυβώδεις γεμάτους καυσαέριο δρόμους, αν έψαχναν αγχωμένοι να παρκάρουν κάθε πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά για να μην αργήσουν να χτυπήσουν την «κάρτα ωραρίου», αν φρόντιζαν μόνοι τους έναν άνθρωπο με ειδικές ανάγκες στο σπίτι, αν περίμεναν μήνες για μια ιατρική εξέταση, αν δεν είχαν πού να αφήσουν το παιδί τους όταν αρρωσταίνει, αν το έβλεπαν να βυθίζεται στο άγχος για να περάσει στη σχολή που θέλει επειδή δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα για τίποτα άλλο, αν τους κυνηγούσαν οι «εισπρακτικές εταιρίες», αν έκαναν προσθαφαιρέσεις στο μυαλό τους όλη την ώρα μέσα στο σούπερ μάρκετ για να μη βγουν «εκτός», αν κατέληγαν να ζουν με ψυχοφάρμακα από την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα.

Αλλά, πώς γίνεται αυτοί που ζουν τις άνετες ζωές, να νουθετούν τους -πολλούς- υπόλοιπους «να μη ζητάνε πολλά», επειδή «λεφτά δεν υπάρχουν», επειδή τα αιτήματά τους να έχουν καλύτερους μισθούς «δεν είναι της παρούσης», επειδή η συζήτηση για δραστική μείωση του ωραρίου εργασίας «είναι για το μέλλον», επειδή «δεν είναι η ώρα» για την επιθυμία τους να ζήσουν κι αυτοί μια καλή ζωή στο παρόν-παρότι δεν έχουν κάνει κάτι για να μην τους αξίζει;  Ή, πώς γίνεται, αυτοί που θεωρητικά συμφωνούν ότι όλοι αξίζουν να ζουν καλά, στην πράξη να φτιάχνουν «νοικοκυρεμένους προϋπολογισμούς», σύμφωνα με «τους κανόνες»;

Ο μόνος τρόπος να διατηρούν την «κοινωνική ειρήνη» είναι να πείθουν τους ανθρώπους ότι αυτή είναι η πραγματικότητα. Απειλώντας -ή αφήνοντας να αιωρείται- ότι «υπάρχουν και χειρότερα». Και οι άνθρωποι πείθονται για αυτό. Πείθονται ότι «αυτή είναι η πραγματικότητα». Εκπαιδεύονται να φοβούνται και να νιώθουν ένοχοι. Νιώθουν άσχημα να πουν δυνατά ότι συνθλίβονται στους χώρους εργασίας τους, ότι βουλιάζουν στη θλίψη, ότι χρωστάνε, ότι δε ζει κανείς σήμερα με χίλια ευρώ, ούτε με χίλια πεντακόσια αν έχει και παιδί- επειδή συνήθως θα βρεθεί κάποιος να τους απαντήσει με υψωμένο φρύδι «μη μιλάς, άλλοι άνθρωποι δεν έχουν δουλειά ή παίρνουν 500 ευρώ», ή «ας πρόσεχες να μη δανειζόσουν». Νιώθουν ντροπή να διεκδικήσουν, επειδή «δεν κοιτάνε γύρω τους τα χειρότερα». Σταματούν να θυμώνουν. Ή, ακόμη χειρότερα, θυμώνουν ο ένας με τον άλλον. Βυθισμένοι, οι «από κάτω», σε μια καλλιεργούμενη συλλογική ενοχή. Σε ένα οικονομικό σύστημα που τους κρατά φτωχούς -και τους κάνει να αισθάνονται υπεύθυνοι και για τη φτώχια τους, αλλά και για την επιθυμία τους να διεκδικήσουν το καλύτερο. Επειδή η ενοχή είναι πάντα το «υπερόπλο» που μπορεί να παραλύσει την ανθρώπινη δράση.

Οι τέσσερις λέξεις που «φυτεύτηκαν» στο μαλακό υπογάστριο της ελληνικής κοινωνίας, προπαγανδίστηκαν με ζήλο, για να τους κάνουν συνένοχους όλους, αυτούς που έχουν τον πλούτο και την εξουσία και αυτούς που δεν τα έχουν. Αυτές οι λέξεις, παράγουν ακόμα αποτέλεσμα. Παράγουν ακόμα ενοχή.  Εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο -και όχι μόνο από τους «πρωτεργάτες» τους.

Και μοιάζει να ξεχνιέται αυτή η απλή ιδέα -ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίδιοι, αλλά είναι όλοι ίσοι. Και μοιάζει να ξεχνιέται αυτή η απλή ιδέα -ότι αν «υπάρχουν και χειρότερα», υπάρχουν και καλύτερα. Μόνο μοιάζει, όμως, να ξεχνιούνται αυτές οι «απλές ιδέες». Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία είναι ένα μόνο παράδειγμα. Ο γάλλος πρόεδρος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο για ολόκληρο το οικοδόμημα-κυρίως όταν φάνηκε η προοπτική σύνδεσης εργατικών και μαθητικών πληθυσμών με τους διαδηλωτές- και έκανε πίσω, παραχωρώντας το έλασσον προκειμένου να διαφυλάξει το μείζον, τουλάχιστον προς το παρόν. Η περίπτωση της Γαλλίας, όμως, έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα κοινωνικών εκρήξεων την τελευταία δεκαετία. Η οργή μεγαλώνει. Και η ενοχή, δε θα κρατήσει για πάντα.

 

Μοιράσου το άρθρο: