Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Η τροπή που παίρνουν οι προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία αποδεικνύουν ότι πολλές φορές στην πολιτική η τύχη παίζει σημαντικότερο ρόλο από τους σχεδιασμούς.
Η επάνοδος των Σοσιαλδημοκρατών στις συζητήσεις για συμμετοχή στην κυβέρνηση, άλλαξε τις προοπτικές της ευρωζώνης, αφού το συγκεκριμένο κόμμα είναι πολύ πιο φιλικό στις θεσμικές αλλαγές που ζητεί ο Εμανουέλ Μακρόν, οι οποίες ευνοούν γενικότερα τον ευρωπαϊκό Νότο. Αντιθέτως, μέχρι πριν λίγο καιρό, στο παιχνίδι ήταν το κόμμα των Φιλελευθέρων, οι οποίοι κινούνται στον αντίποδα, με ιδιαίτερα σκληρές θέσεις, οι οοίες κάνουν τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να φαίνεται μετριοπαθής.
Απροσδόκητα, λοιπόν, οι ανατροπές στο πολιτικό παιχνίδι της Γερμανίας δημιουργούν προοπτικές για ευνοϊκότερους συσχετισμούς στην Ευρώπη, οι οποίοι μπορεί να λειτουργήσουν και υπέρ της Ελλάδος, εφόσον βέβαια οι προσδοκίες για αλλαγή επιβεβαιωθούν.
Ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών Μάρτιν Σουλτς σε μια ιδιαίτερα σημαντική ομιλία στο συνέδριο του κόμματός του, έβαλε νέο πλαίσιο στις συζητήσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, το οποίο, εάν τελικά επικρατήσει, μπορεί να αλλάξει τον προσανατολισμό της γερμανικής πολιτικής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν πολύ πιο θετικές θέσεις για το ελληνικό χρέος αλλά και για την οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη.
Ο κ. Σουλτς έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση για να συμμετάσχει το κόμμα του στην κυβέρνηση την δέσμευση σε μια ατζέντα η οποία θα οδηγήσει σε μια ομοσπονδιακή Ευρώπη, με κοινό προϋπολογισμό για επενδύσεις.
Μίλησε για συνταγματική κατοχύρωση των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και αποχώρηση των χωρών που δεν θέλουν να ακολουθήσουν.
Καταδίκασε τις πολιτικές λιτότητας που επέβαλε η Γερμανία στην Ευρώπη, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η Ε.Ε. δεν αντέχει άλλα τέσσερα χρόνια με τη Γερμανία να εφαρμόζει πολιτικές για μια Ευρώπη αλά Βόλφγκανγκ Σόιμπλε» και μίλησε για ελάχιστο ευρωπαϊκό μισθό.
Υιοθέτησε δηλαδή πλήρως την ατζέντα που έχει θέσει ο Εμανουέλ Μακρόν για τις θεσμικές αλλαγές στην Ευρώπη, οι οποίες επί της ουσίας στοχεύουν σε επαναφορά των ισορροπιών, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν γείρει υπερβολικά υπέρ της Γερμανίας.
Είναι σημαντικό επίσης ότι μια μέρα πριν την ομιλία Σουλτς, η Κομισιόν είχε παρουσιάσει τις δικές της προτάσεις για τις θεσμικές αλλαγές στην ευρωζώνη, οι οποίες ήταν κι αυτές στην κατεύθυνση του Εμανουέλ Μακρόν.
Είναι σαφές, δηλαδή, ότι έχει συγκροτηθεί ένα μέτωπο για ουσιαστικές αλλαγές στην Ευρωζώνη, στο οποίο προσχωρεί και ο Μάρτιν Σουλτς.
Ο τελευταίος υιοθετεί την ευρωπαϊκή ρητορική για να δικαιολογήσει την εκ νέου συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση με τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά και για να δώσει μια προοπτική στο κόμμα του το οποίο είχε μεγάλες απώλειες στις εκλογές -εξ αιτίας ακριβώς της συμετοχής του στην προηγούμενη κυβέρνηση.
Εάν οι θέσεις του κ. Σουλτς επικρατήσουν και καταγραφούν στην προγραμματική συμφωνία της νέας γερμανικής κυβέρνησης -την οποία τα κόμματα τηρούν με συνέπεια- αυτό θα σημάνει μια σημαντική στροφή στη γερμανική πολιτική, η οποία μπορεί να αλλάξει δραστικά την εικόνα και στην ευρωζώνη.
Υπάρχουν όμως αρκετές αβεβαιότητες.
Κατ΄αρχήν μένει να φανεί κατά πόσον ο Μάρτιν Σουλτς θα επιμείνει μέχρι τέλους στην ευρωπαϊκή κατεύθυνση ή εάν, αντιθέτως, οι δηλώσεις του ήταν μόνο ένας πολιτικός ελιγμός για να πείσει το κόμμα του να συμμετάσχει στην κυβέρνηση.
Έπειτα, ακόμα κι αν τελικά επικρατήσειί η στροφή στη γερμανική πολιτική, είναι ένα ερώτημα πώς θα αντιδράσει η κοινή γνώμη, η οποία στις τελευταίες εκλογές τιμώρησε τα κόμματα του προηγούμενου μεγάλου συνασπισμού, ήτοι τους Χριστιανοδημοκράτες, τους Χριστιανοκοινωνιστές και τους Σοσιαλδημοκράτες που ετοιμάζονται να ξανακυβερνήσουν.
Αντιθέτως, οι μεγάλοι κερδισμένοι ήταν αφενός η ακροδεξιά με την αντιευρωπαϊκή της ρητορική, και αφετέρου οι Φιλελεύθεροι, με ένα ιδιόμορφο μείγμα ευρωπαϊσμού συνδυασμένου με το δόγμα «πρώτα η Γερμανία».
Στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείεται, εάν επιχειρηθεί η ευρωπαϊκή στροφή να έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω ενίσχυση της ακροδεξιάς και του αντιευρωπαϊσμού, βάζοντας και τη Γερμανία στο κλαμπ των χωρών με εσωτερική αστάθεια και αβεβαιότητα για την ευρωπαϊκή προοπτική της.

Μοιράσου το άρθρο: