Πολυάσχολο το αμερικανικό Κογκρέσο το προηγούμενο βράδυ. Ξεκίνησε με την σχετική βεβαιότητα πως το καινούριο νομοσχέδιο για την χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα περνούσε από τη Γερουσία και από την Βουλή των Αντιπροσώπων, συνεχίστηκε με την δραματική -και επιτυχημένη- προσπάθεια του Γερουσιαστή Ραντ Πολ να εμποδίσει την έγκαιρη ψήφιση στη Γερουσία, και ολοκληρώθηκε με την εκπρόθεσμη ψήφιση του νομοσχεδίου, τόσο από την Γερουσία, όσο και από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Την Παρασκευή το πρωί (μεσημέρι σε ώρα Ελλάδας), ο Αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε το νομοσχέδιο, το οποίο ανοίγει διάπλατα τις τσέπες τις χώρας. Εν τω μεταξύ, καθώς το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από τα σώματα του Κογκρέσου εκπρόθεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξέμειναν από χρήματα για μερικές ώρες, αλλά αυτό δεν έγινε αντιληπτό από πολλούς. Παρομοίως ανεπαίσθητα φαίνεται να αισθάνονται τα κέρδη από το νομοσχέδιο ομάδες και στα δύο κόμματα.

Αν κάποιος επιμείνει στην ξεπερασμένη άποψη πως μια επιτυχημένη διαπραγμάτευση αφήνει και τα δύο μέρη ανικανοποίητα, τότε οι διαπραγματεύσεις Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών στην Ουάσινγκτον ήταν υποδειγματικές. Πολλοί είναι εκείνοι σε αμφότερα τα στρατόπεδα που αδυνατούν να δικαιολογήσουν τον συμβιβασμό που διασφάλισε την αδιάκοπη χρηματοδότηση της αμερικανικής κυβέρνησης, καθώς για μεν μερίδα των ρεπουμπλικανών η αύξηση του ομοσπονδιακού χρεωστικού ορίου των Η.Π.Α. αποτελεί σημαντική υπαναχώρηση από βασικές τους ιδεολογίες, για δε μερίδα των Δημοκρατικών, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην υπερψήφιση του νομοσχεδίου, η συμφωνία αφήνει εκκρεμή βασικά ζητήματα που συμεπριλαμβάνονται στην πολιτική τους ατζέντα, όπως η τύχη των Dreamers, των παιδιών που βρέθηκαν στην Αμερική όταν ήταν παιδιά και μετανάστευσαν εκεί οι γονείς τους.

Το DACA -το νομοσχέδιο του πρώην προέδρου Ομπάμα που τους προστάτευε από διώξεις και απελάσεις- ακυρώθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ, χωρίς να έχει προταθεί κάποια εναλλακτική. Η ηγεσία των Δημοκρατικών έχει κατ’ επανάληψη ζητήσει να οργανωθεί συζήτηση στο Κογκρέσο για το νομικό καθεστώς αυτής της ομάδας του πληθυσμού, όμως το κόμμα τους δέχτηκε να υπερψηφίσουν το νομοσχέδιο της Πέμπτης (και Παρασκευής, τελικά), χωρίς επίσημη δέσμευση, παρά μόνο από τον Ρεπουμπλικανό επικεφαλής της Γερουσίας. Αντιθέτως, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο οποίος παραδέχθηκε την ανάγκη μιας τέτοιας διαβούλευσης, σχολίασε σε ύφος που μάλλον θα έπρεπε να ανησυχήσει τους Δημοκρατικούς συναδέλφους του ότι η Βουλή θα φέρει προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο για τους Dreamers, το οποίο θα μπορεί να υπογράψει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Την ίδια ώρα, το νομοσχέδιο, το οποίο περιλαμβάνει δαπάνες περίπου 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τον αμερικανικό στρατό σε βάθος δύο χρόνων, σχεδόν 90 δισεκατομμυρίων δολαρίων για αντιμετώπιση των πρόσφατων φυσικών καταστροφών, και αύξηση του χρεωστικού ορίου, εξόργισε τους πλέον συντηρητικούς, τουλάχιστον οικονομικά, Ρεπουμπλικανούς. Στην Βουλή των Αντιπροσώπων, 67 Ρεπουμπλικανοί καταψήφισαν το νομοσχέδιο, το οποίο χρειάστηκε τις ψήφους 73 Δημοκρατικών βουλευτών. Στην Γερουσία, ο Ρεπουμπλικανός Ραντ Πολ έγινε το πρόσωπο της «αντίστασης», σχολιάζοντας πως δεν μπορεί το κόμμα του να είναι συγχρόνως κατά των αυξημένων δαπανών επί Ομπάμα, και υπέρ των αυξημένων δαπανών επί Τραμπ.

Αυτές οι αυξήσεις, ασφαλώς, είναι που κρατάνε τους πάντες σχετικά χαρούμενους. Ο πρόεδρος Τραμπ περηφανεύτηκε στο twitter πως «ο Στρατός μας θα είναι τώρα δυνατότερος από ποτέ! Αγαπάμε και χρειαζόμαστε τον Στρατό μας και του δώσαμε τα πάντα -και περισσότερα. Πρώτη φορά που συνέβη αυτό εδώ και πολύ καιρό. Αυτό σημαίνει επίσης ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ». Οι Ρεπουμπλικανοί, στην πλειοψηφία τους, μπορούν να υπερηφανεύονται πως πέτυχαν αυτά που ήθελαν χωρίς να παραδώσουν τα πάντα στους Δημοκρατικούς, οι οποίοι μπορούν να υπερηφανεύονται ότι, ακόμα και χωρίς πρόνοια για τους Dreamers, το καινούριο νομοσχέδιο προβλέπει αυξήσεις (και, κυρίως, δεν προβλέπει καταργήσεις) δαπανών για προγράμματα στο εσωτερικό της χώρας, τα οποία είναι άμεσα συνδεδεμένα με την παραδοσιακή τους εκλογική βάση. Μπορεί κάποιοι σε κάθε πλευρά να επιθυμούσαν μια πιο επιθετική διαπραγμάτευση, αλλά με τον Dow Jones να κατρακυλάει, και με πεπειραμένους επενδυτές, όπως τον Τζιμ Ρότζερς, να υποστηρίζουν στο Bloomberg ότι η επόμενη κρίση στο χρηματιστήριο θα είναι η χειρότερη όλων των εποχών, είναι μάλλον θετική ένδειξη ότι, σε ένα κλίμα γενικής πόλωσης, οι συμβιβασμοί δεν είναι απολύτως απίθανοι, και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν πρόκειται να βάζει λουκέτο κάθε τρεις μήνες.

Μοιράσου το άρθρο: