Πέρασε το καλοκαίρι, και με τον χθεσινό εορτασμό και της εργατικής αργίας, της Labor Day, ξεκίνησε η παραδοσιακά προσδιορισμένη προεκλογική περίοδος για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Αυτή τη στιγμή, το ρεπουμπλικανικό κόμμα ελέγχει πλήρως τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, και συντηρητικές πλειοψηφίες στα δύο σώματα του Κογκρέσου, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Καθώς τα δύο κόμματα ετοιμάζονται για την μάχη της κάλπης, εκλογολόγοι, επικοινωνιολόγοι, αναλυτές και σύμβουλοι κάθε είδους προσπαθούν να συνδυάσουν τα ιστορικά και τα σύγχρονα στατιστικά δεδομένα στη διάθεσή τους για να προβλέψουν ποιος έχει περισσότερες πιθανότητες να γιορτάσει το βράδυ της 6ης Νοεμβρίου. Οι ενδοιασμοί είναι προφανείς: Πώς μπορεί ένα σύστημα που απέτυχε παταγωδώς να προβλέψει την εκλογή Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, να προβλέψει πως θα αντιδράσει το εκλογικό σώμα στην εποχή αυτού του πληθωρικού, απρόβλεπτου προέδρου και της μάλλον στέρεης εκλογικής του απήχησης σε συγκεκριμένες ομάδες του αμερικανικού πληθυσμού;

Όπως και να έχουν οι -δικαιολογημένες σε κάθε εκλογική αναμέτρηση- αμφιβολίες, κάποια πράγματα φαίνεται να επιβεβαιώνονται μέσα στα χρόνια. Ένα από αυτά είναι και το αξίωμα πως η κυβερνητική φθορά ενός κόμματος που ελέγχει και τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο ευνοεί την αντιπολίτευση. Κάπως έτσι αναπτερώνεται το ηθικό των Δημοκρατικών, οι οποίοι οδηγούνται στις κάλπες με όνειρα -όπως σχολιάζει και η Wall Street Journal- του 2006, όταν η δημοσκοπική πτώση του νεότερου προέδρου Τζορτζ Μπους και ο ρεπουμπλικανικός έλεγχος του Κογκρέσου έδωσαν στο Δημοκρατικό κόμμα τα απαραίτητα εφόδια για να οργανώσουν μια επιτυχημένη προεκλογική εκστρατεία, στο τέλος της οποίας κατάφεραν να «γυρίσουν» το Κογκρέσο στον έλεγχό τους. Στην ανάλυσή της, η WSJ τονίζει τις ομοιότητες ανάμεσα στις δύο εκλογές, αφού και πριν από 12 χρόνια οι Ρεπουμπλικανοί αντιμετώπιζαν νομικά προβλήματα ανώτερων στελεχών τους, δωροδοκίες, και την αναμενόμενη συσπείρωση των Δημοκρατικών, οι οποίοι είχαν βρεθεί αποκλεισμένοι από τα θεσμικά κέντρα αποφάσεων. Παρ’ όλα αυτά, μία σημαντική διαφορά μπορεί να είναι αποφασιστική, καθώς το 2006 οι εκλογείς θεωρούσαν πως οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι ήταν καταλληλότεροι, με διαφορά 13 ποσοστιαίων μονάδων, να διαχειριστούν την εθνική οικονομία. Φέτος, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι Αμερικανοί εμπιστεύονται περισσότερο τους Ρεπουμπλικανούς για το ίδιο έργο, με τη διαφορά να φτάνει στις 14 μονάδες. Η οικονομία στη χώρα πηγαίνει καλύτερα, και παρ’ότι η απήχηση του Αμερικανού προέδρου στους εκλογείς είναι μόλις στο 44%, μόλις 2 μονάδες πάνω από το αντίστοιχο ποσοστό του προέδρου Μπους το 2006, το Δημοκρατικό κόμμα είναι υποχρεωμένο να παρουσιάσει μια εναλλακτική αξιόπιστη λύση που δεν θα διακινδυνεύσει το οικονομικό κλίμα. Το έργο αυτό γίνεται δυσκολότερο από την ανάπτυξη διαφορετικών δυνάμεων στους κόλπους του κόμματος, το οποίο, μετά την εκλογή Τραμπ, χαρακτηρίζεται από ανομοιογενείς βαθμούς αντίθεσης στις κυβερνητικές πολιτικές, όπως αντικατοπτρίζεται και στην προκριματική εκλογή υποψηφίων που φλερτάρουν με σοσιαλιστικές πολιτικές -μια έννοια που πρόσφατα αντιμετωπιζόταν ως ταμπού.

Η μετριοπάθεια μπορεί να είναι μια ασφαλής οδός για τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι χρειάζεται να βρουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στην συσπείρωση των δικών τους υποστηρικτών, χωρίς να ενθαρρύνουν τη συσπείρωση των Ρεπουμπλικανών, κάτι που μια ευθεία επίθεση στο πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ και των υποψηφίων που ευνοεί θα επέτρεπε. Ακόμη, όμως, και αν φτάσουν στην καλύτερη απόφαση για αυτούς, τα μαθηματικά των προσεχών εκλογών κρύβουν πολλές ακόμη δύσκολες εξισώσεις, όπως τις παρουσιάζει και η ανάλυση της Washington Post. Το σημαντικότερο, ίσως, από τα 8 θέματα που αναδεικνύονται στο σχετικό άρθρο είναι η πιθανότητα να αλλάξει χέρια ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπου οι Δημοκρατικοί χρειάζονται να αυξήσουν τις δυνάμεις τους κατά 23 έδρες για να αποκτήσουν την πλειοψηφία. Ιστορικά, αλλά και συγκυριακά, με πολλές επί του παρόντος ρεπουμπλικανικές έδρες να θεωρούνται προσιτές, οι Δημοκρατικοί ευνοούνται. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στη Γερουσία, όπου οι 26 από τις 35 έδρες που κρίνονται βρίσκονται σε χέρια Δημοκρατικών. Ακόμα χειρότερα για αυτούς, οι 10 εκ των 26 βρίσκονται σε πολιτείες όπου το 2016 οι εκλογείς ψήφισαν με μεγάλη διαφορά υπέρ του προέδρου Τραμπ. Με αυτή την παρατήρηση γίνεται προφανής η σημασία και των πολιτειακών εκλογών του Νοεμβρίου για την ανάδειξη 36 κυβερνητών. Θεωρείται δεδομένο πως οι Δημοκρατικοί κυβερνήτες, οι οποίοι αυτή τη στιγμή φτάνουν τους 16, θα αυξηθούν τον Νοέμβριο. Το ζήτημα είναι ακριβώς τι θα βγάλουν οι 36 σχετικές κάλπες, και κατά πόσο θα επηρεάσει η μία εκλογή τις άλλες. Σημαντικό είναι επίσης και το ότι οι κυβερνήτες μιας πολιτείας μπορούν να συμβάλλουν καθοριστικά στην διείσδυση προεδρικών υποψηφίων, τόσο χάρη στην εγκατάσταση και ανάπτυξη ενός τοπικού κομματικού μηχανισμού μέσω θεσμικών τοποθετήσεων, αλλά και μέσω της προσαρμογής και εφαρμογής κομματικών πολιτικών που έχουν έτσι τη δυνατότητα να εκπαιδεύσουν το εκλογικό σώμα.

Άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις προσεχείς εκλογές είναι η αυξημένη συμμετοχή γυναικών υποψηφίων. Συνολικά 476 γυναίκες έθεσαν υποψηφιότητα για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, 53 για τη Γερουσία, και 61 για το αξίωμα της κυβερνήτου -όταν τα σχετικά ρεκόρ μέχρι πρότινος ήταν 298, 26, και 34 υποψηφιότητες, αντιστοίχως. Από αυτές τις αρχικές υποψηφιότητες, 251, 26, και 18, αντιστοίχως, παραμένουν στην «κούρσα». Την ίδια ώρα, οι γυναίκες αναμένεται να συμβάλλουν καθοριστικά και ως ψηφοφόροι, μια και τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν πως είναι περισσότερο εξοργισμένες από τους άνδρες ψηφοφόρους με τις κυβερνητικές επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ, και, επιπλέον, η αντίθεσή τους είναι περισσότερο ενεργητική, είναι δηλαδή περισσότερο πιθανό να ψηφίσουν για να την εκφράσουν.

Γιατί, όμως, τόσες αναλύσεις για τις ενδιάμεσες εκλογές, όταν αυτές κρίνουν -το πολύ- μόλις το 1/3 των εδρών του Κογκρέσου, και κάποια πολιτειακά αξιώματα που δεν συνδέονται αμέσως με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση; Ακόμα και αν το Ρεπουμπλικανικό κόμμα χάσει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, όπως και φαίνεται ότι θα γίνει, η εξέλιξη αυτή απέχει πολύ από το να είναι μια σίγουρη καταδίκη για την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές του 2020. Ο Νταν Μπαλζ σημειώνει στην Washington Post πως, αντιστρέφοντας τα κόμματα, οι πρόεδροι Κλίντον και Ομπάμα υπέστησαν αυτήν ακριβώς τη ζημία στις ενδιάμεσες εκλογές της πρώτης θητείας τους, αλλά κέρδισαν την επανεκλογή τους χωρίς προβλήματα. Οι σημαντικότερες εξελίξεις από ένα τέτοιο εκλογικό αποτέλεσμα, όπως έχουμε πει και σε άλλες αναλύσεις, θα αφορούν περισσότερο στη διαχείριση της έρευνας Μιούλερ για την Ρωσία και τον ρόλο της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, όπως και στην άσκηση αυστηρότερων ελέγχων στην προεδρεία του. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Daily Intelligencer περιγράφει τους… φόβους, μάλλον, των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων σχετικά με τις πιθανές αντιδράσεις του Ντόναλντ Τραμπ σε ένα πιθανώς απογοητευτικό για τον ίδιο αποτέλεσμα. Σε άρθρο του, ο Εντ Κίλγκορ τονίζει πως ο Αμερικανός πρόεδρος είναι πιθανό να προσπαθήσει να περάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα τις ευνοϊκότερες για τον ίδιο και την εκλογική του βάση ρυθμίσεις, πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους οι νεοεκλεχθέντες και νεοεκλεχθείσες αντιπρόσωποι. Υπενθυμίζεται ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά από τις εκλογές, οι οποίες πραγματοποιούνται πάντα στις αρχές Νοεμβρίου, οι νικητές δεν αναλαμβάνουν αμέσως καθήκοντα, αλλά περιμένουν μέχρι τα μέσα του Ιανουαρίου. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα παραμένουν στις έδρες τους οι προηγουμένως εκλεχθέντες και εκλεχθείσες αντιπρόσωποι, τους οποίους και εκτιμάται ότι θα αξιοποιήσει ο πρόεδρος Τραμπ για να εκμεταλλευτεί την παρούσα ρεπουμπλικανική πλειοψηφία και να προχωρήσει στην υλοποίηση σχεδίων όπως το την κατασκευή τείχους στα σύνορα των Η.Π.Α. με το Μεξικό.

Μοιράσου το άρθρο: