Συνεχίζεται ο πόλεμος ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ρόμπερτ Μάλερ, τον ειδικό κατήγορο που ερευνά τη ρωσική παρέμβαση στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016. Στην πιο πρόσφατη μάχη του πολέμου, νικητές φαίνεται να βγήκαν οι δικηγόροι του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος χθες έδωσε στον Μάλερ γραπτές απαντήσεις σε ερωτήσεις που ο δεύτερος είχε υποβάλλει πριν από καιρό. Ο πρόεδρος Τραμπ είχε κατ’ επανάληψη εκφράσει την σχετική προθυμία του να απαντήσει δια ζώσης στις ερωτήσεις του Μάλερ, πιστός στην πεποίθησή του πως είναι δεξιοτέχνης των διαπραγματεύσεων, και πως διαθέτει αρκετή πειθώ για να κερδίσει κάθε αντίπαλο. Οι δικηγόροι του, όμως, είχαν άλλες προτιμήσεις, στις οποίες οφείλεται και τουλάχιστον μέρος των συχνών αναιρέσεων των σχολίων του Ντόναλντ Τραμπ επί του θέματος. Ο Τζον Ντάουντ, δικηγόρος του προέδρου Τραμπ, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση του, ακριβώς επειδή, όπως σχολιάζουν και οι New York Times, πείσθηκε πως ο Αμερικανός πρόεδρος δεν ήταν ικανός να πει την αλήθεια στον Ρόμπερτ Μάλερ, και δεν δεχόταν τις συμβουλές του να αποφύγει την συνάντησή τους.

Οι διάδοχοι του Ντάουντ φαίνεται πως είχαν καλύτερη τύχη, και έτσι ο Ρόμπερτ Μάλερ και οι συνεργάτες του έλαβαν την Τρίτη απαντήσεις σε κάποιες, ίσως και όλες, από τις περίπου 50 (σύμφωνα με το Politico) ερωτήσεις που είχαν υποβληθεί στον Λευκό Οίκο. Δεν είναι ακόμα σαφές πόσες ερωτήσεις απάντησε ο πρόεδρος Τραμπ με τη συνεργασία των νομικών του συμβούλων, όμως είναι βέβαιο πως με τις όποιες απαντήσεις του η έρευνα του Μάλερ κλείνει ένα σημαντικό κεφάλαιο -για τον Ντόναλντ Τραμπ, τους συμμάχους του και τους οπαδούς του ίσως κλείνει και η έρευνα η ίδια. Οι απαντήσεις αφορούν μόνο στη ρωσική παρέμβαση στις εκλογές του 2016, και παρ’ ότι ο Ρόμπερτ Μάλερ ερευνά και πιθανές κατηγορίες εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης σε σχέση με την απόλυση του διευθυντή του FBI, Τζέιμς Κόουμι, το επιτελείο του προέδρου των Η.Π.Α. έχει ξεκαθαρίσει πως αυτό το σκέλος υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του ειδικού κατηγόρου, και πως οι αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ καλύπτονται από το εκτελεστικό προνόμιο, το περίφημο executive privilege, το οποίο μπορεί να επικαλεστεί για να αποφύγει να αιτιολογήσει η άλλως να δεχθεί να διερευνηθούν οι αποφάσεις και τα κίνητρά του, μια και η θέση του τού επιτρέπει να ενεργεί με σημαντική διακριτική ευχέρεια.

Σε κάθε περίπτωση, οι απαντήσεις κατατέθηκαν, και το ζήτημα είναι ποιες μπορεί να είναι οι επόμενες κινήσεις του Ρόμπερτ Μάλερ, ο οποίος εξακολουθεί να μην σχολιάζει τη διαδικασία. Στο παρελθόν, ο ειδικός κατήγορος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να κλητεύσει τον Αμερικανό πρόεδρο για να τον ανακρίνει σχετικά με τις ενέργειές του κατόπιν της εκλογής του στον Λευκό Οίκο, όμως αυτό το σενάριο, όσο και η πιθανότητα παραπομπής του Ντόναλντ Τραμπ από την Βουλή των Αντιπροσώπων, είναι μάλλον παρακινδυνευμένα. Ο Ρούντολφ Τζουλιάνι, ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης που ηγείται πλέον της ομάδας των δικηγόρων του προέδρου Τραμπ, δεν απέκλεισε να συζητήσει ο πρόεδρος με τον Μάλερ, όμως μόνο για τη ρωσική παρέμβαση -σημειώνοντας πως ο χρόνος του είναι πολύτιμος και δεν μπορεί να τον διεκδικήσει ο ειδικός κατήγορος για να τον «παγιδεύσει». Δεν είναι σαφές αν ο Ρόμπερτ Μάλερ χρειάζεται να συναντήσει τον πρόεδρο Τραμπ για να ολοκληρώσει την έρευνά του. Ο Τζακ Κουίν, συνήγορος του Μπιλ Κλίντον κατά τη θητεία του στον Λευκό Οίκο, ο οποίος κάτι ξέρει για ανακρίσεις και παραπομπές Αμερικανών προέδρων, σχολίασε στο Politico πως ο Μάλερ ζήτησε την κατάθεση του Ντόναλντ Τραμπ για να εξουδετερώσει πιθανούς μελλοντικούς ισχυρισμούς περί ελλείψεων, εν τη απουσία της, στο πόρισμά του. Αν, όμως, ο ειδικός κατήγορος αποφάσιζε να κλητεύσει τον Αμερικανό πρόεδρο, είναι βέβαιο πως το ζήτημα θα βρισκόταν εντός ολίγου στο Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α. και στην προσφάτως εγκατασταθείσα συντηρητική του πλειοψηφία. Ακόμα και αυτή, όμως, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη σύμμαχος του προέδρου Τραμπ, μια και προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπως εκείνη που ανάγκασε τον πρόεδρο Νίξον να παραδώσει τις ηχογραφήσεις των συνομιλιών του στον Λευκό Οίκο, αποτελούν νομικό προηγούμενο που δεν συνηθίζεται να ανατρέπεται.

Το άλλο σενάριο δίωξης του Ντόναλντ Τραμπ αφορά στην παραπομπή του στο Κογκρέσο, και δεν προσκρούει τόσο στον Ρόμπερτ Μάλερ ή στο υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά στους… Δημοκρατικούς, οι οποίοι αποκτούν από τον Ιανουάριο την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά δεν φαίνονται πρόθυμοι να επιδιώξουν μια τόσο δραστική μέθοδο αντιπαράθεσης. Κατ’ αρχάς, έχουν τα δικά τους προβλήματα, με την ηγεσία της Νάνσι Πελόζι να αμφισβητείται, και το τοπίο για τις προκριματικές εκλογές καθ’ οδόν προς την αναμέτρηση του 2020 για την προεδρία να παραμένει στην ομίχλη, χωρίς μία υποψήφια ή έναν υποψήφιο που να ξεχωρίζει. Ακόμα πιο σημαντικό, όμως, είναι πως γνωρίζουν ότι η πλειοψηφία τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων βρίσκει το αντίβαρό της στην ρεπουμπλικανική πλειοψηφία στη Γερουσία, η οποία σημαίνει πως οποιαδήποτε προσπάθεια παραπομπής του προέδρου Τραμπ θα τελειώσει άδοξα, εκτός και αν υπάρχουν πολλά και πολύ ενοχοποιητικά στοιχεία για κάποιο συγκεκριμένο αδίκημα, οπότε οι Ρεπουμπλικανοί θα έχουν περισσότερα να κερδίσουν απεμπλεκόμενοι από τον πρόεδρό τους -όπως συνέβη με τον Νίξον. Βεβαίως, όπως παρατηρούσε το Bloomberg λίγο μετά τις εκλογές, πολλοί Δημοκρατικοί πολιτικοί και ακτιβιστές, όπως ο δισεκατομμυριούχος Τομ Στάγιερ, θα ήθελαν να δουν τον Ντόναλντ Τραμπ να παραπέμπεται. Οι ψυχραιμότεροι, όμως, αντιλαμβάνονται ότι η αποτυχία της σχετικής προσπάθειας να φτάσει μέχρι το τέλος θα συνέβαλλε στη συσπείρωση των ψηφοφόρων του Αμερικανού προέδρου. Ο Τζέραλντ Κόνολι, Δημοκρατικός αντιπρόσωπος από τη Βιρτζίνια, σχολίασε εξαιρετικά τις συνθήκες, τονίζοντας πως πιθανή παραπομπή θα έπρεπε να είναι «το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, όχι η αρχή μίας». Στην συνέντευξή του μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, άλλωστε, ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε με πολεμικό κλίμα τους Δημοκρατικούς αν προχωρήσουν έστω και σε κλητεύσεις και ερευνητικές επιτροπές εναντίον των Ρεπουμπλικανών. Τα «αντίποινα» για μια καταδικασμένη προσπάθεια παραπομπής του θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πολιτική στασιμότητα την Ουάσινγκτον. Άλλωστε, ο πρόεδρος των Η.Π.Α. δεν διστάζει να διαμορφώσει τις συνθήκες που φαίνονται ιδανικές για τον ίδιο, όπως έδειξε και η απομάκρυνση του Τζεφ Σέσιονς από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο Τζέιμι Ρίσκιν, Δημοκρατικός αντιπρόσωπος από το Μέριλαντ, ο οποίος συμμετέχει στην επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων περί τα Δικαστικά, σχολίασε τότε πως «το υπουργείο Δικαιοσύνης είναι σκηνή εγκλήματος, και είμαστε πολύ απασχολημένοι με το να στήνουμε ταινία γύρω του για να το αποκλείσουμε». Και είναι αλήθεια πως το υπουργείο Δικαιοσύνης αξίζει μεγάλη προσοχή.

Μετά την παραίτηση του Τζεφ Σέσιονς, ο οποίος εγκατέλειψε τη θέση του κατ’ επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ, ο Αμερικανός πρόεδρος τοποθέτησε προσωρινό επικεφαλής τον Μάθιου Γουίτακερ, ο οποίος ήταν μέχρι πρότινος προσωπάρχης του Σέσιονς. Ο Σέσιονς, ο οποίος είχε βρεθεί στο προεκλογικό επιτελείο του προέδρου Τραμπ, είχε αυτοβούλως εξαιρεθεί από την επιλογή του ειδικού ερευνητή και την μετέπειτα επίβλεψη της έρευνας του Ρόμπερτ Μάλερ, λόγω της προφανούς σύγκρουσης συμφερόντων, αφού ο όποιος θα ερευνούσε την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ. Ως αποτέλεσμα, ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Ρον Ρόζενστιν, ο οποίος σε κάθε ευκαιρία τόνιζε πως δεν θα παρέμβαινε στο έργο του ειδικού ερευνητή, βρέθηκε να τον επιλέξει και να τον επιβλέπει. Ο πρόεδρος Τραμπ είχε κατ’ επανάληψη εκφράσει την απογοήτευσή του για τη στάση και των δύο ανδρών στην ηγεσία του υπουργείου, οπότε μάλλον λίγοι εξεπλάγησαν όταν ζήτησε την παραίτηση του Τζεφ Σέσιονς, αλλά και όταν παρέκαμψε την προφανή επιλογή του αναπληρωτή υπουργού για προσωρινό επικεφαλής, προς όφελος του Γουίτακερ, ο οποίος πολλές φορές έχει εκφραστεί εναντίον του Μάλερ και του έργου του. Τώρα, όμως, που ο Γουίτακερ, ως ανώτερος του Ρόζενστιν, δεν έχει εξαιρεθεί από την επίβλεψη του Μάλερ, αυτή περιλαμβάνεται κανονικά στις αρμοδιότητές του. Και είναι ενδιαφέρον πως υπό αυτές τις συνθήκες τόσο ο Μάλερ όσο και ο Γουίτακερ αντιμετωπίζουν νομικές προκλήσεις που αφορούν στη νομιμοποίηση των δραστηριοτήτων τους ως κρατικών λειτουργών.

Για τον Μάλερ η νομική ένσταση που τον φέρνει ενώπιον του εφετείου της Ουάσινγκτον επαναλαμβάνεται για δεύτερη φορά. Όπως και τις προηγούμενες δύο φορές, το ζήτημα, όπως το περιγράφει και Washington Post, είναι αν ενεργεί ως «βασικός αξιωματούχος» ή ως «υφιστάμενος αξιωματούχος». Η διαφορά είναι πως οι βασικοί αξιωματούχοι του κράτους χρειάζεται να προταθούν από τον εκάστοτε πρόεδρο και να εγκριθούν από την πλειοψηφία των Γερουσιαστών στο Κογκρέσο, ενώ οι υφιστάμενοι αξιωματούχοι μπορούν να οριστούν από τον επικεφαλής τμήματος, χωρίς την έγκριση της Γερουσίας. Στις δύο προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις η συνταγματικότητα του διορισμού του Μάλερ ως υφισταμένου αξιωματούχου επιβεβαιώθηκε. Μάλιστα, η έδρα του δικαστηρίου στη μία περίπτωση είχε διοριστεί από Δημοκρατικό πρόεδρο, και η άλλη από τον Ντόναλντ Τραμπ. Όσο, όμως, ο Μάλερ και το επιτελείο του περιμένουν την απόφαση του τριμελούς εφετείου, ο Γουίτακερ περιμένει μια παρόμοια απόφαση, αφού την Δευτέρα τρεις Δημοκρατικοί γερουσιαστές ζήτησαν από το δικαστήριο να μπλοκάρει τον διορισμό του, αφού η Γερουσία δεν ενέκρινε τη σχετική πρόταση του Ντόναλντ Τραμπ. Προφανώς, σε αυτή την περίπτωση το ερώτημα δεν είναι αν ο Γουίτακερ, ως υπουργός Δικαιοσύνης θα είναι βασικός ή υφιστάμενος αξιωματούχος, αλλά αν η προσωρινή του τοποθέτηση επιβάλλει την έγκριση της Γερουσίας, ή αν αρκεί η εξουσία του Αμερικανού προέδρου. Στο περιθώριο αυτής της νομικής περιπέτειας, ο Γουίτακερ αντιμετωπίζει και αιτήματα Δημοκρατικών που του ζητούν να εξαιρεθεί και αυτός όπως ο Σέσιονς από την επίβλεψη του Ρόμπερτ Μάλερ, λόγω των αρνητικών του σχολίων για το έργο του και το εύρος των αρμοδιοτήτων του.

Στον αντίποδα, πάντως, της αισιοδοξίας των Ρεπουμπλικανών και των ανησυχιών των Δημοκρατικών, ο συνεργάτης του ινστιτούτου Brookings, Μπέντζαμιν Γουίτς, τόνιζε προσφάτως στον Atlantic πως είναι αργά για να παρεμποδίσει κάποιος το έργο του Ρόμπερτ Μάλερ, ακόμα και μετά την τοποθέτηση του Γουίτακερ, τον οποίο χαρακτηρίζει ως τα μάτια και τα αυτιά του Λευκού Οίκου στο Δικαιοσύνης στην ηγεσία του. Ανάμεσα στους δέκα λόγους που αναφέρει, είναι το ότι η έρευνα έχει ήδη προχωρήσει πολύ, και πως έχει οργανωθεί σε δημόσια θέα και με πληθώρα συνεργατών, καθιστώντας την παρεμπόδιση όλων των μερών εξαιρετικά δύσκολη. Επιπλέον, ο ίδιος ο Μάλερ δεν χρειάζεται να σιωπήσει ακόμα και αν (αλλά και ειδικά αν) το υπουργείο Δικαιοσύνης τού θέσει εμπόδια: Θα έχει στη διάθεσή του πρόθυμο Τύπο και κοινό για να τον ακούσει.

Όλες οι πλευρές γνωρίζουν ότι οι πρωτοβουλίες τους είναι αποσπασματικές -κανείς δεν έχει απόλυτη πολιτική ευχέρεια, και κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τα στοιχεία που θα ανακαλύψει η έρευνα ή για τις αποφάσεις που θα πάρει η δικαιοσύνη. Στόχος όλων παραμένει η άσκηση πιέσεων υπέρ χρονοτριβών, ή υπέρ απόσπασης στρατηγικών ομολογιών και διαμόρφωσης συμμαχιών. Το πρόβλημα είναι πως αυτές οι κινήσεις αυξάνουν την ήδη σημαντική πόλωση, και εξαντλούν την υπομονή των ψηφοφόρων.

Μοιράσου το άρθρο: