Δύο χρόνια πριν, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες εξελισσόταν η μητέρα ανατροπή των πολιτικών ανατροπών που ακολούθησαν, η ήττα της Χίλαρι Κλίντον από τον Ντόναλντ Τραμπ, οι New York Times είχαν τοποθετήσει στην ιστοσελίδα τους μία «βελόνα» που έδειχνε σε πραγματικό χρόνο ποια υποψηφιότητα για την προεδρία της χώρας κέρδιζε έδαφος ανάλογα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα. Για όλους όσοι είχαν παρακολουθήσει την προεκλογική περίοδο από κοντά, και ειδικά τις τελευταίες ημέρες της, η κινητικότητα της βελόνας από τη μία άκρη στην άλλη δεν ήταν παρά μια… αναγκαία προσαρμογή στο αποτέλεσμα που από νωρίς είχε διαφανεί. Για όλους τους άλλους, ήταν η ντροπή πάνω από την πληγή, ένα εξουθενωτικό παιχνίδι με τα νεύρα τους. Λίγες ώρες πριν ανοίξουν επισήμως οι κάλπες για τις ενδιάμεσες εκλογές, το φάντασμα της βελόνας είναι και πάλι εδώ, με τις δημοσκοπικές εκτιμήσεις να τονίζουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί δεν είναι και τόσο χαμένοι από χέρι, αλλά, συγχρόνως, και ότι οι Δημοκρατικοί πρέπει να ετοιμάζονται για μια σημαντική νίκη -την κυριαρχία τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Βάσει πιθανοτήτων, οι Δημοκρατικοί θα δυσκολευτούν να αποτύχουν στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής. Τα περισσότερα στατιστικά μοντέλα, όπως του Νέιτ Σίλβερ στο fivethirtyeight.com και εκείνα του Cook Political Report, τους εμφανίζουν να κερδίζουν από 20 έδρες (οι οποίες δεν αρκούν για την πλειοψηφία), μέχρι και 54. Το τελευταίο αυτό σενάριο εμφανίζει τις ίδιες πιθανότητες με εκείνο που θέλει τους Ρεπουμπλικανούς να διατηρούν τον έλεγχο της Βουλής. Αν δεν υπάρξουν σημαντικές αλλαγές της τελευταίας στιγμής, το Δημοκρατικό κόμμα θα αποκτήσει περίπου 30 με 35 (το πολύ) περισσότερους αντιπροσώπους. Στο έταιρο σώμα του Κογκρέσου, τη Γερουσία, οι πιθανότητες είναι σχεδόν ίδιες, αλλά τα κόμματα αλλάζουν ρόλους. Οι Ρεπουμπλικανοί δύσκολα θα χάσουν τον έλεγχο, ενώ δεν θα έπρεπε να εκπλαγεί κάποιος αν κερδίσουν και κάποια επιπλέον έδρα. Κατά συνέπεια, το Κογκρέσο, η νομοθετική εξουσία στη χώρα, θα μοιραστεί στα δύο, με τον Ρεπουμπλικανικό Λευκό Οίκο να περιορίζεται σημαντικά σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, και τους Δημοκρατικούς να αποκτούν μια αξιόλογη πλατφόρμα για την οργάνωση των υποψηφιοτήτων για τις προεδρικές εκλογές του 2020, οι οποίες ξεκινούν από την ώρα που θα κλείσουν οι ενδιάμεσες κάλπες.

Βεβαίως, οι διερευνητικές αλλά και οι περισσότερο πρακτικές κινήσεις πιθανών υποψηφίων όπως η Ελίζαμπεθ Γουόρεν έχουν ουσιαστικά εγκαινιάσει την προεκλογική περίοδο από καιρό, αλλά αυτό ελάχιστη σημασία έχει για το πρόβλημα ταυτότητας που αντιμετωπίζει το κόμμα της. Είναι χαρακτηριστικό πως, χωρίς κάποιο όνομα να ακούγεται πράγματι με περισσότερες αξιώσεις ή συμπάθειες για το χρίσμα, οι Δημοκρατικοί δεν έχουν κάποιον de facto ηγέτη, και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που δεν τους επιτρέπει να αισθάνονται όσο άνετα θα μπορούσαν για τις σημερινές κάλπες, όταν απέναντί τους ο Ντόναλντ Τραμπ, με το κύρος του αξιώματός του και την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του να συγκινεί ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος που του είναι εξαιρετικά αφοσιωμένο, όργωσε πολιτείες-κλειδιά, σε μια προσπάθεια να μην αφήσει ανεκμετάλλευτη καμία ευκαιρία για να κλείσει την ψαλίδα ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς και τους Δημοκρατικούς υποψηφίους. Στους New York Times, ο Μάικλ Σίαρ προσφέρει ένα εξαιρετικό πορτραίτο του ακροατηρίου του Αμερικανού προέδρου, ενός ακροατηρίου που ταυτίζεται σταθερά με τις απόψεις και τις προτεραιότητες του Ντόναλντ Τραμπ. Απέναντι στον πρόεδρο των Η.Π.Α. βρέθηκε αρκετές φορές ο προκάτοχός του, Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος μάλιστα δεν δίστασε να απομακρυνθεί τόσο από το γενικό έθιμο, όσο και από το προσωπικό του στιλ, και να επιτεθεί στον διάδοχό του, προκειμένου να προσφέρει ένα αντίβαρο συσπείρωσης στους οπαδούς του κόμματός του. Όπως, όμως, τονίζει ο Πίτερ Μπέικερ στους New York Times, ο Μπαράκ Ομπάμα μάλλον δεν είναι ο ιδανικός άνθρωπος για να εγγυηθεί μια νίκη σε ενδιάμεσες εκλογές: Το 2008 η σημαντική δυναμική της επιτυχημένης υποψηφιότητάς του έδωσε στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Το 2010, όμως, και σε κάθε εκλογές που ακολούθησαν επί της προεδρίας του, οι Ρεπουμπλικανοί κέρδισαν τον έλεγχο του Κογκρέσου και περιόρισαν τις δυνατότητές του στον ίδιο βαθμό που φοβούνται τώρα για τον δικό τους πρόεδρο οι Ρεπουμπλικανοί. Εκτός αυτού, αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν την πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων (και πάλι, το πιθανότερο σενάριο), επικεφαλής δεν θα βρεθεί ο πρώην πρόεδρος, αλλά, εκτός σημαντικότατου και εξαιρετικά δύσκολου απροόπτου, η Νάνσι Πελόζι, επικεφαλής της Δημοκρατικής μειοψηφίας αυτή τη στιγμή, η οποία ήταν επικεφαλής της Βουλής και την τελευταία φορά που οι Δημοκρατικοί είχαν τον έλεγχό της. Μόνο που η Πελόζι αντιμετώπισε, έστω και με επιτυχία, αρκετές προσπάθειες… εκθρονισμού της, οι οποίες στην παρούσα συγκυρία ίσως και να μην είναι ο σημαντικότερος κίνδυνος που έχει μπροστά της. Ακόμα και αν υπάρχουν φιλόδοξοι αντικαταστάτες της, αυτοί εκπροσωπούν μικρότερη πρόκληση από τους -συχνά δυνατούς- ψιθύρους εντός του κόμματος πως τόσο αυτή, όσο και ο Τσακ Σούμερ, ο εκ Νέας Υόρκης πολιτικός που ηγείται των Δημοκρατικών στη Γερουσία, δεν έχουν επαφή με το νεότερο και δυναμικότερο κομμάτι των ψηφοφόρων. Οι σχετικές κατηγορίες αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα αν συνυπολογίσει κάποιος πως, όπως αναλύει και το Bloomberg, η αναμενόμενη νεοεισερχόμενη τάξη Δημοκρατικών πολιτικών στην καινούρια Βουλή των Αντιπροσώπων θα είναι σε σημαντικό βαθμό στην ηλικία των 30 ή των 40 χρόνων, κατά πλειοψηφία γυναίκες, και με ικανή εκπροσώπηση μειονοτήτων. Η διαχείριση αυτής της ανθρωπογεωγραφίας μπορεί να καθορίσει τις επόμενες προεδρικές εκλογές, κατά τις οποίες θα ήταν σημαντικό λάθος να ξεγράψει κάποιος τον πρόεδρο Τραμπ.

Μοιράσου το άρθρο: