Στο Ισραήλ, η προηγούμενη εβδομάδα ξεκίνησε με αποκαλύψεις για το Ιράν, καθώς ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου παρουσίασε τα λάφυρα μιας επιχείρησης της Μοσάντ από τον Ιανουάριο, κατά την οποία μεταφέρθηκαν στο Ισραήλ απόρρητα πρωτότυπα έγγραφα που αποδεικνύουν, σύμφωνα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ότι το Ιράν έλεγε ψέματα για το πυρηνικό του πρόγραμμα πριν την υπογραφή της συμφωνίας, την οποία καλείται να ανανεώσει ή να ακυρώσει ο Ντόναλντ Τραμπ μέχρι τις 12 Μαΐου.

Μιλώντας στους New York Times, ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος υποστήριξε πως ο Αμερικανός πρόεδρος ενημερώθηκε ήδη από τον Ιανουάριο, από τον επικεφαλής της Μοσάντ, Γιόσι Κόεν. Παρ’όλα αυτά, πολλοί διατηρούν την εντύπωση πως η απόφαση του Νετανιάχου να παρουσιάσει τα στοιχεία στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε στόχο την ενθάρρυνση του Αμερικανού προέδρου προς την επιλογή της απόσυρσης από την συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Ο ίδιος αξιωματούχος τόνισε πως η ανακοίνωση του Ισραηλινού πρωθυπουργού θα γινόταν μία ημέρα αργότερα, αλλά επισπεύσθηκε για να αντικρούσει τις υποψίες πως για τις πρόσφατες πυραυλικές επιθέσεις στη Συρία προέρχονταν από το Ισραήλ, καθώς και για να αποτρέψει πιθανά ιρανικά σχέδια για αντίποινα -κάτι που θα γινόταν δύσκολο αν το Ιράν υποχρεωνόταν να διαχειριστεί μια διπλωματική κρίση, όπως αυτή που ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου υποστηρίζει πως συνεπάγονται οι αποκαλύψεις του.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δεν παρουσίασε αναλυτικά τα στοιχεία που προέκυψαν από την επιδρομή της Μοσάντ στις μυστικές ιρανικές εγκαταστάσεις, έκανε όμως σαφές πως αυτά έχουν κοινοποιηθεί στις αμερικανικές Αρχές, οι οποίες μπορούν να ελέγξουν την εγκυρότητα και τη σημασία τους. Από τη μεριά τους, οι Ιρανοί δεν φάνηκαν να αγχώνονται με τις αποκαλύψεις του Ισραήλ, με τον Μοχάμεντ Μαράντι, καθηγητή του πανεπιστημίου της Τεχεράνης και σύμβουλο των ηγετών της χώρας, ο οποίος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της Βιέννης, οι οποίες οδήγησαν στη συμφωνία του 2015, να τις σχολιάζει γελώντας, και κατηγορώντας το Ισραήλ για παραποίηση στοιχείων κατ’ επανάληψη. Με τις δύο χώρες να αλληλοκατηγορούνται για παραποίηση στοιχείων, το Ιράν φαίνεται να έχει κερδίσει ένα σχετικό ακαταλόγιστο για την συγκεκριμένη κατηγορία, με τον Ρομπ Μάλεϊ, αξιωματούχο του αμερικανικού συμβουλίου ασφαλείας επί προεδρίας Ομπάμα, ο οποίος τόνισε πως ο πρωθυπουργός του Ισραήλ δεν πρόσθεσε τίποτα καινούριο στη συζήτηση για τα πυρηνικά του Ιράν. Όπως παρατηρούν οι New York Times, το Ιράν μπόρεσε να υπογράψει τη συμφωνία προσαρμόζοντας την αλήθεια για το παρελθόν των πυρηνικών του επιδιώξεων στο σχήμα που απαιτείτο από τα άλλα μέρη, με την προϋπόθεση πως κάθε καινούριο στοιχείο μετά την υπογραφή της θα έπρεπε να επαληθεύεται από τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς και τους παρατηρητές.

Παρόμοια ήταν και η φιλοσοφία του Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο οποίος, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Σοβιετική Ένωση, είχε τονίσει πως πρέπει κάποιος να «εμπιστεύεται, αλλά να επαληθεύει». Τις προηγούμενες ημέρες, ο Εμανουέλ Μακρόν και η Άνγκελα Μέρκελ είχαν αναλάβει να τονώσουν την εμπιστοσύνη του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν, με τον Γάλλο πρόεδρο να συνεχίζει και εξ αποστάσεως της παρεμβάσεις του, τονίζοντας στο Spiegel πως ενδεχόμενη απόσυρση των Η.Π.Α. από την συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και σε πόλεμο, για τον οποίο σχολίασε πως δεν πιστεύει ότι είναι κάτι που θα ήθελε ο Αμερικανός πρόεδρος. Οι ευρωπαϊκές χώρες που συνυπογράφουν την συμφωνία του 2015 έχουν τοποθετηθεί υπέρ της διατήρησής της, όμως ο Μπένιγαμιν Νετανιάχου σχολίασε σχετικά πως το Ιράν είναι καλύτερα να αντιμετωπιστεί νωρίτερα, παρά αργότερα. Για τον Γιοάβ Γκαλάντ, υπουργό στην κυβέρνηση Νετανιάχου και μέλος του συμβουλίου ασφαλείας του Ισραήλ, οι οικονομικές κυρώσεις που μπορεί να επιβάλλει η αμερικανική κυβέρνηση στο Ιράν θα μπορούσαν να το οδηγήσουν αποδυναμωμένο σε εκ νέου διαπραγματεύσεις για μια καινούρια συμφωνία, ή ακόμη και να οδηγήσουν σε αλλαγή καθεστώτος στη χώρα. Ασφαλώς, αυτή δεν είναι μια άποψη που συμμερίζεται το Ιράν, με τον πρόεδρο Χασάν Ρουχανί να σχολιάζει για την Αμερική πως «αν θέλει να αποχωρήσει από τη συμφωνία για τα πυρηνικά, θα δει γρήγορα πως θα το μετανιώσει σε ιστορική κλίμακα». Στο πρακτικό σκέλος, πιθανή αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών θα έχει τη μορφή επανεισαγωγής οικονομικών κυρώσεων, τις οποίες η συμφωνία ανστέλλει. Ο πρόεδρος Τραμπ φαίνεται -δημοσίως, τουλάχιστον- να τοποθετείται συχνότερα υπέρ της εγκατάλειψης της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, την οποία υπέγραψαν το 2015 το Ιράν, η Κίνα, η Γαλλία, η Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία, και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τονίζοντας πως οι οικονομικές διευκολύνσεις που προσφέρονται από τη συμφωνία στο Ιράν δεν ανταποκρίνονται στον βαθμό συμμόρφωσης του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προετοιμάσει το έδαφος για επιδείνωση των συνθηκών, χωρίς όμως να αποκλείει ολοκληρωτικά το ενδεχόμενο ανανέωσης της συμφωνίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον, έχει αναλάβει να πάρει τη σκυτάλη από τους Μακρόν και Μέρκελ, και να προσπαθήσει να γοητεύσει την Ουάσινγκτον στις επικείμενες επαφές του. Σε άρθρο του στους New York Times, ο Μπόρις Τζόνσον παρουσιάζει τη φιλοσοφία της Βρετανίας ως αξιολογώντας την συμφωνία για το Ιράν ως την καλύτερη πιθανή εκδοχή, ακόμη και αν χρειάζεται εκτενείς βελτιώσεις. Αυτή είναι και η αντιμετώπιση που προτείνει ο Εμανουέλ Μακρόν, με το Reuters και το Bloomberg να υποστηρίζουν ότι το σχέδιο του Γάλλου προέδρου αξίζει μια ευκαιρία. Την ίδια ώρα που ακόμα και κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι από το κόμμα, αν όχι και την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζουν την συνεχιζόμενη δέσμευση των Η.Π.Α. στη συμφωνία, ο Ντόναλντ Τραμπ κρατά τα σχέδιά του κρυφά. Ο Τεξανός ρεπουμπλικανός Μακ Θόρνμπερι, πρόεδρος της επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, τόνισε πως η συμφωνία είναι κακή, αλλά η κατάργησή της θα στερούσε από τις Ηνωμένες Πολιτείες την ορατότητα που έχουν κερδίσει στο Ιράν -την δυνατότητά τους, δηλαδή, να παρακολουθούν τις κινήσεις της χώρας στις βεβαιωμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις που χρειάζεται να επιτηρούν.

Μιλώντας για ορατότητα, και με δεδομένη την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να σημειώσει διπλωματικές νίκες, ειδικά στις διαπραγματεύσεις με την Βόρεια Κορέα, είναι σημαντικό να αξιολογηθεί το ιρανικό πρόγραμμα έναντι εκείνου της Βόρειας Κορέας και των ισορροπιών που διαμορφώνουν από κοινού στις συνθήκες άσκησης της αμερικανικής διπλωματίας. Όπως σχολιάζουν σε ανάλυσή τους οι New York Times, το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας είναι πολλαπλάσιο του Ιράν, και οι λεπτομέρειές του παραμένουν άγνωστες στις αμερικανικές Αρχές. Η αβεβαιότητα της επιτυχίας των συζητήσεων για τη Βόρεια Κορέα είναι πιθανό να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στην απόφαση του προέδρου Τραμπ.

Μοιράσου το άρθρο: