Στο επιτραπέζιο παιχνίδι Monopoly, το οποίο τόσο έχει συνδεθεί με τα ξενοδοχεία και τον καπιταλισμό τον ίδιο, δύο κάρτες εντολών είναι ικανές να αλλάξουν την ψυχολογία κάθε παίκτη. Η μία τους στέλνει στην φυλακή, από όποιο σημείο και αν βρίσκονται, χωρίς να περάσουν καν από την αφετηρία. Η άλλη τους βγάζει. Ο Ντόναλντ Τραμπ, συνδεδεμένος και αυτός με τα ξενοδοχεία και τον καπιταλισμό τον ίδιο και την καταξίωσή του στην αμερικανική πολιτική ζωή (για τους υποστηρικτές του, άλλωστε, η οικονομική του άνεση ήταν από τις βασικές αποδείξεις -και- των πολιτικών ικανοτήτων του), εξακολουθεί να τραβάει πότε τη μία και πότε την άλλη. Για την ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος κρατάει την αποφυλακιστήρια κάρτα για τον εαυτό του, ενώ διάφοροι παίκτες της ομάδας του οδηγούνται στα δικαστήρια. Το πρόβλημα είναι ότι οι ελεύθεροι, ακαταδίωκτοι συμπαίκτες του όλο και λιγοστεύουν. Υπάρχει περίπτωση να έχει μείνει μόνος του όταν ξανατραβήξει την ανεπιθύμητη εντολή;

Η προηγούμενη εβδομάδα ήταν για πολλούς η προβληματικότερη για τον 45ο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς όχι μόνο κρίθηκαν από τα δικαστήρια ένοχοι δύο στενοί συνεργάτες του, αλλά η ενοχή τους (ομολογημένη για τον έναν εκ των κατηγορουμένων, τον πρώην δικηγόρο του, Μάικλ Κόεν) ανοίγει την πόρτα σε πλήθος άλλων διώξεων, σε πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο, για αδικήματα που μπορούν να φτάσουν στο βαθμό του κακουργήματος. Έχουμε ξαναγράψει, και είναι γενικά γνωστά, τα όσα αφορούν στην διευρυνόμενη έρευνα του ειδικού κατηγόρου Ρόμπερτ Μιούλερ για την ρωσική εμπλοκή στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές στην Αμερική, και την πιθανή συνεργασία του επιτελείου Τραμπ. Σε αυτό το πλαίσιο, η δίωξη του πρώην επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Αμερικανού προέδρου, Πολ Μάναφορτ, και του Κόεν, είναι πια κατανοητή. Ψάχνοντας για αποδείξεις συνεργασίας, ο Μιούλερ ανακάλυψε άλλα αδικήματα, και ξεκίνησε την δίωξη για αυτά, μοχλεύοντας τα ευρύματά του για να ανακαλύψει τις αποδείξεις που συνδέονται στενότερα με τον αρχικό και βασικό του στόχο. Ύποπτοι και κατηγορούμενοι άρχισαν να συνεργάζονται με τις διωκτικές Αρχές, ο κατάλογος των εμπλεκομένων άρχισε να γίνεται συγκεκριμένος, και τώρα άρχισε να επεκτείνεται σε κάτι που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε περιγράψει ως «κόκκινη γραμμή»: Τις επιχειρήσεις του.

Ο Πολ Μάναφορτ κρίθηκε ένοχος για 8 από τις 18 κατηγορίες, τις οποίες αντιμετώπιζε. Στις άλλες 10 κηρύχθηκε κακοδικία, και αυτό λόγω ενός μόνο εκ των ενόρκων, όπως υποστήριξε άλλη ένορκος στα αμερικανικά media. Κατά τα άλλα, 11 εκ των 12 ενόρκων ήταν πρόθυμοι να τον καταδικάσουν ομοφώνως και για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Ο Μάικλ Κόεν, από την άλλη, ομολόγησε την ενοχή του για 5 κατηγορίες φοροδιαφυγής, μία κατηγορία παροχής ψευδών στοιχείων σε δανειακή αίτηση, και δύο κατηγορίες παραβίασης των κανονισμών προεκλογικής χρηματοδότησης, χωρίς όμως, όπως υποστηρίζει το Bloomberg, να οφελείται από κάποια συμφωνία με τους κατηγόρους του, η οποία θα προέβλεπε την παροχή αποδεικτικών στοιχείων ή άλλων ομολογιών, προκειμένου να απαλλαχθεί από βαρύτερες ποινές. «Αν και θα μπορούσε ακόμα να προσφέρει πληροφορίες στις Αρχές, το γεγονός πως οι κατήγοροι δεν του έκαναν κάποια συμφωνία συνεργασίας υποδεικνύει πως δεν είχε πληροφορίες που ήθελαν, ή η αξιοπιστία του δυσχέραινε την χρήση του ως μάρτυρα», υποστηρίζει το σχετικό άρθρο.

Μέχρι τώρα, οι καταδίκες ήταν σχετικά αναμενόμενες. Ο Μάναφορτ είχε βρεθεί να αποκρύπτει περιουσιακά στοιχεία, αλλά και την εργασία του για ξένες χώρες, ενώ οι διωκτικές Αρχές είχαν βρει κατά την επιδρομή τους στο γραφείο του Κόεν αρκετά στοιχεία για την διαχείριση πόρων τόσο σε σχέση με ιδιωτικές του επιχειρήσεις, όσο και σε σχέση με την εξαγορά της σιωπής της Κάρεν Μακντούγκαλ και της Στέφανι Κλίφορντ, οι οποίες σχεδίαζαν να μιλήσουν δημοσίως για τις ερωτικές τους σχέσεις με τον τότε υποψήφιο πρόεδρο των Η.Π.Α. μέχρι αυτό το σημείο, ο Ντόναλντ Τραμπ μπορούσε να φαίνεται ότι παραμένει σε απόσταση ασφαλείας από τα νομικά προβλήματα. Η ομολογία Κόεν αλλάζει αυτό το στοιχείο σημαντικά. Ενώ ο Μάναφορτ παραμένει μη συνεργάσιμος, και ο πρώην συνεργάτης του που προσέφερε στους κατηγόρους την μαρτυρία του εναντίον του έχει δώσει στους υποστηρικτές του προέδρου την ευκαιρία να αποκρούουν τις ευθείες αλλά και τις υπονοούμενες κατηγορίες ως κατασκευασμένες, ο Μάικλ Κόεν παραδέχτηκε συγκεκριμένες λεπτομέρειες, όπως το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος όχι μόνο γνώριζε εκ των προτέρων περί πληρωμής των δύο γυναικών, αλλά και ότι οι πληρωμές έγιναν κατ’εντολή Τραμπ, και σε συνεργασία «ενός ή πλέον του ενός μελών» της προεκλογικής εκστρατείας, οι οποίοι γνώριζαν τη φύση και τον χρόνο των πληρωμών.

Το τελευταίο αυτό στοιχείο έχει ειδική βαρύτητα, καθώς ανοίγει τον δρόμο για δίωξη της προεκλογικής εκστρατείας Τραμπ σε ανώτατο βαθμό, ο οποίος, όμως, προϋποθέτει γνώση των εμπλεκομένων. Είναι ο λόγος, για τον οποίο ένας λογιστής, επί παραδείγματι, που απλώς εγκρίνει την πληρωμή μιας επιταγής μπορεί να μην τύχει δίωξης, ενώ οι εντολείς του μπορεί να βρεθούν προ των νομικών ευθυνών τους. Ο Μάικλ Κόεν εμπλέκει κατ’αυτόν ακριβώς τον τρόπο τόσο τις επιχειρήσεις του Ντόναλντ Τραμπ και αξιωματούχους τους, όσο και τον Ντέιβιντ Πέκερ, εκδότη του σκανδαλοθηρικού National Enquirer, το οποίο είχε συμμετοχή στην εξαγορά της σιωπής των δύο γυναικών, αφού αγόρασε τα αποκλειστικά δικαιώματα των ιστοριών τους, με στόχο να μην τις κάνει γνωστές. Ειδικά για τον Οργανισμό Τραμπ, ο Κόεν περιγράφει πως εξέδωσε εντολές πληρωμών που -για να συμπεριλαμβάνει την αμοιβή του και τους φόρους που θα έπρεπε να πληρώσει- υπερκάλυπταν το ποσό που δώθηκε στις δύο γυναίκες. Το συνολικό ποσό προς τον Κόεν χρεώθηκε στον οργανισμό ως τακτική αμοιβή για την εργασία του, η οποία όμως δεν τεκμαίρεται, αφήνοντας τον οργανισμό έκθετο για πλαστές βεβαιώσεις και οικονομικά στοιχεία.

Η αντίδραση του προέδρου Τραμπ ήταν μάλλον συνηθισμένη. Μέσω twitter επαίνεσε τον Πολ Μάναφορτ, ειρωνεύτηκε τον Μάικλ Κόεν, για τον οποίο υπονόησε πως ψευδομαρτύρησε για να διασφαλίσει ευνοϊκή μεταχείριση, και στράφηκε εναντίον και της τακτικής μετατροπής κατηγορουμένων σε μάρτυρες κατηγορίας. Βεβαίως, η τακτική αυτή είναι εδραιωμένη, όμως αυτό δεν εμπόδισε τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος επιτέθηκε για ακόμα μια φορά και στον ίδιο τον υπουργό Δικαιοσύνης, Τζεφ Σέσιονς, που σύμφωνα με το CNN βρίσκεται πια εγγύτερα από ποτέ άλλοτε στην απομάκρυνσή του, ειδικά τώρα που, όπως πρώτη αποκάλυψε η Wall Street Journal, ο Άλεν Βάισελμπεργκ, επικεφαλής οικονομικός διευθυντής των επιχειρήσεών του, δέχθηκε συμφωνία, στο πλαίσιο της οποίας οι διωκτικές Αρχές του προσέφεραν πολύτιμη ασυλία, προφανώς σε αντάλλαγμα για κάποια συνεργασία του μαζί τους. Μαζί με τον Βάισελμπεργκ, οι New York Times υποστηρίζουν πως ασυλία έχει πιθανώς δωθεί και στον Ντέιβιντ Πέκερ, τον εκδότη του National Enquirer, δείχνοντας πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι με γνώση πιθανώς ενοχοποιητικών στοιχείων βρίσκονται σε συνεργασία με τους εισαγγελείς. Ο Ντόναλντ Τραμπ χρεώνει στον υπουργό του και πρώην γερουσιαστή την έρευνα του Ρόμπερτ Μιούλερ, από την οποία ξεκίνησαν όλες αυτές οι διώξεις. Ο λόγος είναι πως ο Σέσιονς, ο οποίος υποστήριξε από νωρίς την υποψηφιότητα Τραμπ και ήταν μέλος της προεκλογικής του εκστρατείας, παραιτήθηκε λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων από την επίβλεψη της ειδικής έρευνας, επειδή εκείνη θα αφορούσε την αυτή εκστρατεία. Ο πρόεδρος Τραμπ επιμένει πως, ακριβώς επειδή ο υπουργός του διαθέτει εκ των έσω γνώση της εκστρατείας, θα έπρεπε να επιβλέπει τη διερεύνησή της –ένα επιχείρημα που αναμενόμενα βρίσκει αντίθετους πολλούς νομικούς και σχολιαστές. Σε μια σπάνια κίνηση, όπως παρατήρησε και το Reuters, ο Σέσιονς αντέδρασε δημοσίως στις κατηγορίες του προέδρου περί αδυναμίας του να ελέγξει το υπουργείο του, λέγοντας πως ο ρόλος του επιβάλλει να διασφαλίζει ότι οι ενέργειες της Δικαιοσύνης δεν θα επηρρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες. Τα τύμπανα του πολέμου για τη θέση του έχουν παρ’όλα αυτά αρχίσει να ακούγονται όλο και πιο δυνατά, με τους πρώην συναδέλφους του στη γερουσία να εγκαταλείπουν τη μέχρι πρότινος σταθερή υποστήριξή τους στο πρόσωπό του, και αρκετούς εξ αυτών να προσφέρουν και συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο για την αντικατάστασή του. Το πλαίσιο αυτό φαίνεται να αποσυνδέεται από την ολοκλήρωση της έρευνας Μιούλερ, για το αδιάβλητο της οποίας υπήρχε η εντύπωση πως θα παρέμενε στο αξίωμά του, και τοποθετείται για λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Ο Ντόναλντ Τραμπ απαιτεί την αφοσίωση των κοντινών του ανθρώπων. Την επιβραβεύει, ή καταδικάζει την απουσία της. Αν για τον Σέσιονς η απάντηση είναι η καθαίρεση, για τον Μάναφορτ φημολογείται η χάρη -παρ’ότι οι δικηγόροι του και οι πολιτικοί του σύμβουλοι τον προειδοποιούν να μην προχωρήσει σε σχετικές κινήσεις πριν ολοκληρωθεί η έρευνα Μιούλερ. Οι New York Times, οι οποίοι τονίζουν πως και ο Ρούντι Τζουλιάνι, ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης που είναι πλέον προσωπικός δικηγόρος του Ντόναλντ Τραμπ, έχει παραδεχθεί ότι συζήτησε το ενδεχόμενο απονομής χάριτος στον Μάναφορτ, σχολιάζουν ότι, σύμφωνα με τους συνεργάτες του, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει ποτέ πριν αισθανθεί τόσο απομονωμένος και στριμωγμένος. Μάλιστα, αν οι πολιτειακές Αρχές της Νέας Υόρκης αποφασίσουν να ερευνήσουν περαιτέρω τα στοιχεία που προέκυψαν από την ομολογία Κόεν, ή αν καταδικαστεί στο ίδιο επίπεδο ο Πολ Μάναφορτ, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα έχει καμία εξουσία απονομής χάριτος, κάτι που θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Για τον πρόεδρο Τραμπ, στην άκρη του τούνελ βρίσκεται βέβαια η αθώωση του ιδίου, ή η παραπομπή του, η οποία παραμένει απίθανη με τα σύγχρονα δεδομένα. Η Washington Post τονίζει πως, αν οι Δημοκρατικοί αποφασίσουν να δυσκολέψουν τον Ντόναλντ Τραμπ, έχουν στη διάθεσή τους πολλές εναλλακτικές, οι οποίες, όμως, βασίζονται στην κατάκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων που θα προκύψει από τις προσεχείς εκλογές. Μια παραπομπή του προέδρου Τραμπ θα απαιτούσε την πρόταση της Βουλής, και σε αυτό το σενάριο θα ήταν και εκείνη πιθανή. Θα χρειαζόταν όμως την έγκριση και της Γερουσίας, με ευρεία πλειοψηφία, στην οποία η συμμετοχή των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, όταν σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Reuters σχεδόν 8 στους 10 Ρεπουμπλικανούς φαίνεται να υποστηρίζουν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Όπως και να έχει, ο Αμερικανός πρόεδρος σχολίασε το ενδεχόμενο παραπομπής του, λέγοντας πως, αν ποτέ γινόταν πραγματικότητα, οι αγορές θα κατέρρεαν. Είναι αλήθεια πως η Wall Street γνωρίζει σπάνιες δόξες, με τον δείκτη S&P, για παράδειγμα, να καταγράφει άνοδο που σε ετήσιο επίπεδο προβάλλεται στο εντυπωσιακό ποσοστό του 20%. Όμως σε σχόλιά τους στο Bloomberg, ειδικοί αναλυτές και επενδυτές τονίζουν ότι τα οφέλη από την προεδρία Τραμπ έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαργυρωθεί από τις αγορές, με την υπερψήφιση του νέου φορολογικού πλαισίου, και την περαιτέρω απελευθεροποίηση των συναλλαγών.

Μοιράσου το άρθρο: