Την άποψη πως οι χώρες που προοδεύουν εντός του καπιταλιστικού πλαισίου και εκείνες που δεν καταφέρνουν να εξελιχθούν παρομοίως είναι παιδιά διαφορετικών… θεών υποστηρίζει πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, την οποία υπογράφει ο Σίμεον Ντζάνκοφ, πρώην αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός οικονομικών της Βουλγαρίας από το 2009 μέχρι το 2013, και η Ελένα Νικόλοβα.

Στην έκθεσή τους, οι ακαδημαϊκοί και ερευνητές της Παγκόσμιας Τράπεζας σχολιάζουν πως «η κομμουνιστική ιδεολογία και οι ιδέες άνθησαν ακριβώς στις φτωχότερες χώρες που διέθεταν ισχυρή Ανατολική Ορθόδοξη (θρησκευτική) παράδοση». Η έρευνα αναβιώνει μια θεωρητική υπόθεση που συνδέει την θρησκευτική πίστη με τα κοινωνικά πρότυπα που καθορίζουν την πολιτική δομή των κοινωνιών, εκπαιδεύοντας τα μέλη τους σε συγκεκριμένες αντιλήψεις σχετικά με τις μορφές εξουσίας και την κυριαρχία του ατόμου. Παρ’ότι οι συγγραφείς σχολιάζουν πως στόχος τους δεν είναι να προτείνουν μια γενική θεωρία πολιτιστικής και οικονομικής ανάπτυξης, και πως η θρησκεία είναι μόνο μία από πολλές δυνάμεις που διαμορφώνουν αυτές τις μορφές ανάπτυξης, ο βασικός τους ισχυρισμός παραμένει πως «οι θεολογικές διαφορές ανάμεσα στα διαφορετικά χριστιανικά δόγματα μπορεί να έθεσαν τις χώρες σε διαφορετικά αναπτυξιακά μονοπάτια, πολύ πριν την άφιξη του κομμουνισμού, και πως οι κομμουνιστικές ελίτ μπορεί να εκμεταλλεύτηκαν τα πολιτιστικά περιβάλλοντα προς όφελός τους».

Πώς, όμως, φτάνουν να συνδέονται όλοι οι όροι; Η έκθεση τονίζει πως η έμφαση που δίνεται από την ανατολική χριστιανορθόδοξη πίστη στην διάσταση της κοινότητας και στην παράδοση, υποβαθμίζοντας την εξάρτηση από νομικά πλαίσια και δίνοντας μεγαλύτερο βάρος σε μορφές εξουσίας, η θρησκεία, αν και υπό διωγμόν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα, ήταν υπεύθυνη για την προθυμία των κοινωνιών να αποδεχθεί με θρησκευτική ευλάβεια τις πολιτικές δομές που ευαγγελίζονταν. Συγκεκριμένα, η έκθεση παρατηρεί πως «η δυτική Χριστιανοσύνη (η οποία ανέθρεψε τον Καθολικισμό και τον Προτεσταντισμό) έδωσε έμφαση στην εκλογίκευση, την λογική έρευνα, τον ατομικισμό και την αμφισβήτηση εδραιωμένων Αρχών. Η ανατολική Χριστιανοσύνη (από την οποία κατάγεται η Ανατολική Ορθοδοξία) ήταν συνδεδεμένη με μυστικιστικά και εμπειρικά φαινόμενα, ήταν περισσότερο συναισθηματική και κοινοτική, και έδινε λιγότερη έμφαση στον νόμο, την λογική και την αμφισβήτηση των Αρχών». Παράλληλα, η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας παρατηρεί ότι, σε σύγκριση προς τους καθολικούς, τους προτεστάντες και τους άθεους, οι ορθόδοξοι Χριστιανοί έχουν λιγότερα παιδιά, περιορισμένο κοινωνικό κεφάλαιο, και προτιμούν να παίρνουν λιγότερο ριψοκίνδυνες αποφάσεις, προτιμώντας παλαιές, παρά καινούριες ιδέες, και ασφαλέστερες επιλογές εργασίας. Συγχρόνως, η έκθεση υποστηρίζει πως οι πολιτικές τους επιλογές κινούνται περισσότερο προς την Αριστερά.

Σχολιάζοντας την έκθεση για το Bloomberg σε άρθρο με τίτλο «Γιατί τα Χριστιανορθόδοξα κράτη παραμένουν κολλημένα», ο Ρώσος Λεονίντ Μπερσίντσκι σημειώνει πώς οι ισχυρισμοί των ερευνητών απηχούν τις θέσεις του Μαξ Βέμπερ και άλλων φιλοσόφων και επιστημόνων, σύμφωνα με τις οποίες η δυτική διάσταση του Χριστιανισμού, με τη μορφή του προτεσταντισμού και της ηθικής που περιέγραψε ο Βέμπερ, επιτρέπει την οικονομική ανάπτυξη. Συνδέει, μάλιστα, τις απόψεις αυτές με τα επιχειρήματα όσων κατά τη δεκαετία του 1990 προσπαθούσαν να κατευθύνουν ορισμένες χώρες στην «μετα-κομμουνιστική τους μετάβαση». Οι Έλληνες γλυτώνουν, για κάποιο χρονικό διάστημα, την ταύτιση με την ιστορική ερμηνεία που βρίσκεται στο Bloomberg, καθώς σχολιάζεται πως ενώ οι Ρώσοι, οι Βουλγαροι, οι Ουκρανοί και οι πολίτες της πρώην Γιουγκοσλαβίας δέχονταν τα κηρύγματα αυτά, οι Έλληνες «ήταν πλούσιοι τότε και γνώριζαν περί καπιταλισμού».

Κάπου εκεί, όμως, σταματά η διάκριση ανάμεσα στους Έλληνες και τους υπόλοιπους ορθόδοξους λαούς όσον αφορά τη σχέση τους με τον καπιταλισμό και τα δυτικά μοντέλα πολιτικής διοίκησης και ανάπτυξης, καθώς για την παρουσίαση στο Bloomberg, η παρούσα «άρνηση της Ρωσίας να ακολουθήσει τον Δυτικό κόσμο, και η οικονομική ταλαιπωρία στην Ελλάδα, την Ουκρανία, και σε άλλα ορθόδοξα κράτη φαίνεται πως ξεκίνησαν την αναβίωση αυτής της παλαιάς σχολής σκέψης», με την οποία ο αρθρογράφος δεν διαφωνεί, υποστηρίζοντας πως «κράτη με ορθόδοξο υπόβαθρο δεν αισθάνονται πράγματι άνετα σε έναν κόσμο που κυβερνάται από την Δύση», και πως οι τριβές και οι εντάσεις που προκαλούνται από τις διαφορετικές αξίες μπορούν μόνο να μετριάζονται, χωρίς ποτέ να εξαλειφθούν.

*Η έκθεση των Ντζάνκοφ και Νικόλοβα για την Παγκόσμια Τράπεζα είναι διαθέσιμη εδώ (στα αγγλικά).

Μοιράσου το άρθρο: