Για άλλη μια φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια «συνηθισμένη έκπληξη». Διάφοροι σχολιαστές χρησιμοποιούν αυτήν την έκφραση για να περιγράψουν τα συναισθήματα της κοινής γνώμης μετά από μία τραγωδία, όπως η δολοφονική επίθεση σε σχολείο του Πάρκλαντ, αλλά και για να τονίσουν τη σχετική νομοθετική αδράνεια ως προς την πρόληψη παρόμοιων γεγονότων. Δεκαεπτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τους πυροβολισμούς του Νίκολας Κρουθ, ο οποίος την Πέμπτη εισέβαλε οπλισμένος στο λύκειο όπου φοιτούσε παλαιότερα, και άνοιξε πυρ εναντίον μαθητών και καθηγητών. Στον απόηχο της επίθεσης, αναδύθηκε ο γνωστός διάλογος σχετικά με τον έλεγχο της οπλοφορίας στην Αμερική, αλλά και μια καινούρια ανησυχία, η οποία προέκυψε από τη δημοσιογραφική κάλυψη του συμβάντος.

Ως προς την οπλοφορία, η οποία κατοχυρώνεται από τη δεύτερη τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος ως δικαίωμα κάθε Αμερικανού πολίτη, τα επιχειρήματα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Συνήθως ακολουθώντας την πολιτική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς, όσοι τίθενται υπέρ της εναντιώνονται στον περιορισμό της οπλοκατοχής, ερμηνεύοντας τα αίτια της σχετικής εγκληματικότητας ως αυστηρά προσωπικά, ενώ όσοι υποστηρίζουν πως η συγκεκριμένη τροπολογία χρειάζεται να επανερμηνευτεί για την σύγχρονη εποχή σχολιάζουν πως η οπλοκατοχή είναι σημαντικός δείκτης εγκληματικότητας, παραπέμποντας σε στατιστικά μεγέθη που υποστηρίζουν τον συσχετισμό. Παρατηρώντας το αδιέξοδο στην πολιτική συζήτηση, ο Atlantic προσέφερε σε ανάλυσή του μια ερμηνεία που σπανίως αναφέρεται, και η οποία θα μπορούσε να συνδεθεί με τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών: Την έλλειψη έρευνας που θα αντιμετώπιζε την ένοπλη βία ως απειλή εναντίον της δημόσιας υγείας.

Για όσους τίθενται υπέρ του περιορισμού της οπλοκατοχής, τα πλεονεκτήματα από αυτήν την ερευνητική κατεύθυνση είναι προφανή. Συγχρόνως, όμως, φαίνεται πως και το αντεπιχείρημα της αντίθετης άποψης, σύμφωνα με το οποίο η ένοπλη βία αποδίδεται συχνά σε μεμονωμένες, ψυχολογικά διαταραγμένες προσωπικότητες, θα μπορούσε να προσφέρει κάποια δικαιολογία για την αντιμετώπιση του φαινομένου ως κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Στον Atlantic, η Σάρα Ζανγκ σχολιάζει πως όχι μόνο είναι ελλειπής η έρευνα της ένοπλης βίας, αλλά και πως από το 1996 έχει απαγορευθεί στο Κέντρο Ελέγχου Ασθενειών και Πρόληψης να χρησιμοποιεί οικονομικούς πόρους για την «υπεράσπιση ή προώθηση του ελέγχου της οπλοφορίας». Η νομοθετική ρύθμιση που είχε περάσει με την υποστήριξη του λόμπι της οπλοβιομηχανίας εξέφραζε την αντίθεση σε όσα έλεγε ο τότε διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Τραυμάτων, Μαρκ Ρόζενμπεργκ, ο οποίος υποστήριζε πως «έχουμε ανάγκη να κάνουμε την επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα όπλα, όπως κάναμε με τα τσιγάρα». Ο νόμος δεν απαγόρευε την έρευνα των θανάτων από όπλα αυτή καθαυτή, αλλά περιέκοπτε τον προϋπολογισμό του Κέντρου κατά το ακριβές ποσό που διέθετε για την συγκεκριμένη έρευνα. Το Κέντρο Ελέγχου Ασθενειών και Πρόληψης, το οποίο δεν περιορίζεται αυστηρά σε όσα εννοεί ο τίτλος του, αλλά δραστηριοποιείται σε κάθε τομέα δημόσιας υγείας, δεν μπορούσε έκτοτε να επικεντρωθεί στην ανάλυση της οπλοκατοχής ως παράγοντα σχετικού με την απώλεια της ανθρώπινης ζωής. Σημειωτέον πως το 2016 περισσότερες από 100 ιατρικές ενώσεις συνυπέγραφαν αίτημα προς το Κογκρέσο για την κατάργηση του συγκεκριμένου νόμου, ενώ η Αμερικανική Ομοσπονδία Δημόσιας Υγείας και ο Αμερικανικός Ιατρικός Σύλλογος χαρακτηρίζουν την ένοπλη βία ως ζήτημα δημόσιας υγείας.

Πέρα από την αξιολόγηση της οπλοκατοχής σχετικά με τη δημόσια υγεία, οι αντιδράσεις στην πρόσφατη τραγωδία φαίνεται πως πήραν, ακόμη και προσωρινά, μεγαλύτερες διαστάσεις. Όπως τόνισε το NBC, πέντε άνθρωποι, ηλικίας 14-18 χρονών, σύμφωνα με όσα στοιχεία έγιναν γνωστά συνελήφθησαν από τις αστυνομικές Αρχές σε διαφορετικές Πολιτείες επειδή απείλησαν πως θα πραγματοποιούσαν παρόμοιες επιθέσεις σε διαφορετικά σχολεία. Οι κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν φτάνουν μέχρι την τρομοκρατία. Την ίδια ώρα, ακόμη και συντηρητικά Μέσα, τα οποία παραδοσιακά συντάσσονταν με την προστασία της οπλοκατοχής, δείχνουν να κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση, με την New York Post, από τις αγαπημένες εφημερίδες του Αμερικανού προέδρου, να καλεί από το πρωτοσέλιδό της τον Ντόναλντ Τραμπ να αναλάβει δράση για τον έλεγχο της οπλοκατοχής. Βεβαίως, όπως σχολιάζουν δεικτικά οι New York Times, οι συνθήκες δεν ήταν ίδιες στο δίκτυο Fox, το οποίο, όπως και η New York Post, ανήκει στον Ρούπερτ Μέρντοχ. Εκεί, σημαντικό μέρος της ανάλυσης της είδησης αφορούσε στην ψυχική υγεία του δράστη, αλλά και στην ανάδειξη των σφαλμάτων στις στατιστικές που παρουσίαζαν άλλα δίκτυα σχετικά με την ένοπλη βία στα σχολεία, καθώς συνυπολόγιζαν στα περιστατικά ένοπλων επιθέσεων μία αυτοκτονία (που πραγματοποιήθηκε σε σχολικό χώρο) και την εκτόξευση πυροβολισμών, χωρίς τραυματισμούς, σε χώρο στάθμευσης ενός σχολείου.

Παρά την διαφορετική ιδεολογία που αντανακλάται, ως συνήθως, σε διαφορετικά Μέσα, ίσως πιο σημαντικό είναι το φαινόμενο παραπληροφόρησης αυτών των Μέσων, όπως παρατηρήθηκε σε σχέση με την αρχική συλλογή πληροφοριών για τον δράστη της επίθεσης στο σχολείο της Φλόριντα. Τόσο το Associated Press, όσο και το δίκτυο ABC έπεσαν θύματα διαδικτυακής φάρσας, σύμφωνα με την οποία ο Νίκολας Κρουθ συνδεόταν με ομάδες εξτρεμιστών εθνικιστών. Όπως αναλύει το Politico, η προσπάθεια παραπληροφόρησης ξεκίνησε στο διαδίκτυο και τον ιστότοπο του 4chan, όπου διάφορα μέλη του, τα οποία δέχθηκαν ερωτήσεις από δημοσιογράφους, διέβλεψαν την ευκαιρία να τρολάρουν τα media.

Μοιράσου το άρθρο: