Λιγότερες από 100 μέρες απομένουν μέχρι τις αμερικανικές εκλογές για το Κογκρέσο, και ο Λευκός Οίκος αποφάσισε πριν λίγες ημέρες να καλέσει τους επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών στην ενημέρωση των συντακτών, για να τους διαβεβαιώσουν πως οι υπηρεσίες τους αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα την ασφάλεια των εκλογών, και παρακολουθούν με προσοχή της κινήσεις της Ρωσίας. Η ιδέα ήταν καλή -ποιος θα μπορούσε να είναι περισσότερο πειστικός, και κατάλληλος να καθησυχάσει τη χώρα πως όχι μόνο οι εκλογές θα είναι αδιάβλητες, αλλά και πως οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιστέκονται σε κάθε εξωτερική πολιτική απειλή; Αλλά, όπως πολλές καλές ιδέες, έτσι κι αυτή δεν υλοποιήθηκε ακριβώς όπως αναμενόταν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κλίμα χάλασε ο ίδιος ο διευθυντής των Υπηρεσιών Πληροφοριών των Η.Π.Α., Νταν Κόουτς, ο οποίος δέχθηκε μια ερώτηση σχετικά με την συνάντηση Τραμπ-Πούτιν στο Ελσίνκι, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος είχε φανεί να προτιμά την ρωσική εκδοχή των γεγονότων των προεδρικών εκλογών που τον ανέδειξαν στο αξίωμά του. «Δεν είμαι σε θέση ούτε να καταλάβω πλήρως, ούτε να μιλήσω για ό,τι έγινε στο Ελσίνκι,» απάντησε ο Κόουτς, ο οποίος, όπως εύστοχα σχολιάζει και η Washington Post, είναι ex officio ίσως ο μόνος άνθρωπος που ακόμα και αν δεν μπορεί να μιλήσει για ό,τι έγινε, πρέπει να το έχει καταλάβει.

Το σχόλιο του Κόουτς δεν είναι τελείως ασυνήθιστο, μια και ο πρώην γερουσιαστής έχει αρκετές φορές εκφράσει την αντίθεσή του με το πώς ακριβώς οργανώθηκε η συνάντηση των δύο προέδρων και η συζήτηση των θεμάτων που βρίσκονται στην ατζέντα τους. Παρ’ όλα αυτά, προκαλεί εντύπωση η απόφασή του να τονίσει την απόσταση που φαίνεται να τον χωρίζει από ορισμένες αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου στο πεδίο των σχέσεων της χώρας με την Ρωσία, ειδικά σε μια συνέντευξη Τύπου, η οποία στην πραγματικότητα βασίζεται στην παραδοχή πως αυτή η χώρα έχει θέσει στο στόχαστρό της τις αμερικανικές εκλογές. Τόσο ο Κόουτς, όσο και οι άλλοι πέντε αξιωματούχοι ασφαλείας, οι οποίοι βρέθηκαν στον Λευκό Οίκο, τόνισαν πως το επίπεδο δραστηριότητας των ρωσικών προσπαθειών ανάμειξης στις αμερικανικές εκλογές δεν συγκρίνεται με εκείνο που διαπίστωσαν στις προεδρικές εκλογές του 2016, σχολιάζοντας, όμως, πως μόνο μια σοβαρότερη κυβερνοεπίθεση βρίσκεται «μόνο ένα κλικ του πληκτρολογίου μακριά.» Μάλιστα, σύμφωνα και με το Bloomberg, ο διευθυντής του FBI, Κρίστοφερ Ρέι, υποστήριξε πως Ρώσοι και άλλοι προσπαθούν επιπλέον να περιορίσουν τη συμμετοχή των ψηφοφόρων στις εκλογές και να χρηματοδοτήσουν προεκλογικές εκστρατείες. Σχολιάζοντας τη σχετική δραστηριότητα, και οι δύο άνδρες προσπάθησαν να διευρύνουν τη συζήτηση, με τον Κόουτς να τονίζει πως οι Ρώσοι αναζητούν κάθε είδους ευκαιρία που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν, ανεξαρτήτως του κόμματος που μπορεί να κερδίσει πόντους από την ανάμειξή τους, και με τον Ρέι να προειδοποιεί για μια εχθρική πράξη υπονόμευσης της χώρας, η οποία δεν περιορίζεται σε προεκλογικές περιόδους. Σε αυτό το πλαίσιο, επανέρχονται και εντείνονται οι ενστάσεις σχετικά με τις επαφές Τραμπ-Πούτιν, οι οποίες φαίνεται να βρίσκονται σε τελείως διαφορετικό κλίμα.

Τόσο οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι επέκριναν την συνέντευξη Τύπου των αξιματούχων πληροφοριών, όσο και οι Ρεπουμπλικανοί, είχαν αντιδράσει έντονα στην συνάντηση των δύο προέδρων στο Ελσίνκι, και ακόμα περισσότερο στην συμπεριφορά του Αμερικανού προέδρου και στα σχόλιά του κατά την ενημέρωση των συντακτών. Πλέον, μετά από αρκετές ημέρες, παρόμοιες αντιδράσεις, αν και λιγότερο διακομματικές, επισημαίνουν πως η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει προσφέρει καμία πληροφόρηση ως προς το τι συζητήθηκε και τι συμφωνήθηκε ανάμεσα στους δύο ηγέτες. «Χαίρομαι που ο Λευκός Οίκος έκανε επιτέλους κάτι για την ασφάλεια των εκλογών -ακόμη και αν αυτό ήταν μια απλή συνέντευξη Τύπου. Μακάρι μόνο αυτό να υποστηριζόταν από οτιδήποτε είπε ή έκανε ο πρόεδρος (Τραμπ) στη Ρωσία,» σχολίασε εκ των Δημοκρατικών γερουσιαστών ο Μαρκ Γουόρνερ. Δεν είναι μόνο ο Νταν Κόουτς, λοιπόν, ο οποίος δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας. Από το Ιστιτούτο Brookings, ο Στίβεν Πάιφερ, με 27 χρόνια εμπειρίας ως διπλωμάτης, τόνιζε προσφάτως σε άρθρο του πως η απουσία ενημέρωσης από την αμερικανική κυβέρνηση μεγεθύνεται από τον ρωσικό ενθουσιασμό για την συνάντηση, όπως τον μετέφερε ο Σεργκέι Λαβρόφ, και από τους ισχυρισμούς πως οι δύο ηγέτες προχώρησαν σε σημαντικές συμφωνίες, όπως τόνισε το ρωσικό υπουργείο Αμύνης και ο πρέσβης της χώρας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Προφανώς, η σύναψη συμφωνιών σε ανώτατο επίπεδο δεν είναι ούτε ασυνήθιστη, ούτε ύποπτη, και ο Πάιφερ προσφέρει κάποια παραδείγματα των καλύτερων πιθανών συμφωνιών ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βλάντιμιρ Πούτιν, ειδικά σε σχέση με τον περιορισμό των εξοπλισμών, ή την ρωσική δραστηριότητα στην Ουκρανία. Συγχρόνως, όμως, οι συμφωνίες μπορεί να είναι απρόβλεπτες, δεδομένων και των κατηγοριών πο βαραίνουν Ρώσους πολίτες στο στόχαστρο του ειδικού ερευνητή Ρόμπερτ Μιούλερ. Ο πρόεδρος Πούτιν πρότεινε να επισκεφτεί τη χώρα του ο Μιούλερ και να συναντηθεί με Ρώσους ερευνητές για να συζητήσουν την παραβίαση των servers του Δημοκρατικού κόμματος -σε αντάλλαγμα, όμως, για πρόσβαση των Ρώσων ερευνητών στον Αμερικανό πρώην πρέσβη στη Μόσχα, Μάικλ ΜακΦολ, καθώς και σε άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους, τους οποίους οι ρωσικές Αρχές επιθυμούν να ανακρίνουν σε σχέση με τον Μπιλ Μπράουντερ, τον Βρετανό επιχειρηματία που, όπως τονίζουν οι New York Times, ηγήθηκε μιας παγκόσμιας εκστρατείας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεων σε πλήθος Ρώσων αξιωματούχων. Ο πρόεδρος Πούτιν έχει πει πως από τις δραστηριότητες του ιδίου του Μπράουντερ και συνεργατών του στη Ρωσία έχουν προκύψει κέρδη πλέον του ενός δισεκατομμυρίου, τα οποία δεν φορολογήθηκαν ποτέ, και μεταφέρθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια εξ αυτών κατέληξαν στην προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο από το γεγονός πως, ήδη από το 2016, ο γιος, ο γαμπρός, και ο επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου Τραμπ είχαν μάθει πώς αξιολογεί το Κρεμλίνο τον Μπράουντερ, αφού η Νατάλια Βεσελνίτσκαγια, Ρωσίδα δικηγόρος που βρίσκεται κοντά στον επικεφαλής εισαγγελέα της χώρας, είχε αναλάβει να τους ενημερώσει. Για τον Πάιφερ, μια πιθανή συμφωνία όπως αυτή που πρότεινε ο Ρώσος πρόεδρος, εκπροσωπεί τις συμφωνίες που φοβούνται όσοι αντιτίθενται στην έλλειψη πληροφόρησης.

Σε κάθε περίπτωση, ο Μπιλ Μπράουντερ και ο συμψηφισμός που πρότεινε ο Βλάντιμιρ Πούτιν έγιναν άλλη μια ευκαιρία για να φανεί η διάσταση απόψεων στα διάφορα επίπεδα της αμερικανικής κυβέρνησης, με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου να επισημαίνει πως ο πρόεδρος Τραμπ βρήκε την ιδέα «ενδιαφέρουσα,» και τον εκπρόσωπο του State Department να την χαρακτηρίζει «εξωφρενική». Σε άρθρο του στο NPR, ο Ρόμπερτ Κέιγκαν προσπάθησε να εξηγήσει τις διαφορές ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και κάποια στελέχη της κυβέρνησής του ή της αμερικανικής δημόσιας διοίκησης, εστιάζοντας στις ομοιότητες ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο και τον Ρώσο ομόλογό του. Υποστηρίζοντας πως η συνάντηση στο Ελσίνκι ήταν «μια συνάντηση μεταξύ συμμάχων, με συγκλίνοντα ενδιαφέροντα και κοινούς στόχους,» ο Κέιγκαν, ανώτερο στέλεχος του Ινστιτούτου Brookings, τονίζει πως οι δύο ηγέτες ενώνονται από την κοινή τους απέχθεια για την φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, στην εγκατάσταση της οποίας πρωταγωνίστησαν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες. Για την Ρωσία, η απέχθεια βασίζεται στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στην εδραίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, δύο οργανισμών που και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει συχνά αναφέρει ως εχθρούς της Αμερικής. Για τον Πούτιν, η αποδυνάμωση αυτής της τάξης πραγμάτων, η άνοδος εθνικιστικών κομμάτων στην Ευρώπη, και η αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι όλα μέρος των συνθηκών που μπορούν να δίνουν χώρο στη Ρωσία για την ανάπτυξη της δικής της πολιτικής. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η ίδια τάξη πραγμάτων φαίνεται να ταυτίζεται με τον ελιτισμό που η εκλογική του βάση αποστρέφεται -ένα διεθνοποιημένο πολιτικό κατεστημένο που βασίζεται στην ομαλότητα των κεκτημένων του. Κατά τον Κέιγκαν, λοιπόν, αμφότεροι οι πολιτικοί ηγέτες αντιμετωπίζουν τη διεθνή τάξη πραγμάτων ως «όρια της ελευθερίας τους» -όρια, στα οποία επιτίθενται με παρόμοιους τρόπους. Μερικοί εξ όσων αναφέρει ο Κέιγκαν: η στήριξη στα γαλλικά, ιταλικά, και βρετανικά ακραία εθνικιστικά κόμματα, η στήριξη του Brexit, ακόμα και η αντιπάθεια στο πρόσωπο της Άνγκελα Μέρκελ.

Παρά την όποια ταύτιση απόψεων των δύο προέδρων, τα αντι-ρωσικά αισθήματα στην αμερικανική κοινή γνώμη ισχυροποιούνται συνεχώς. Μεγάλο κομμάτι της σχετικής ρητορικής συμπίπτει με τις τοποθετήσεις του Δημοκρατικού κόμματος, το οποίο και κατηγορεί το Κρεμλίνο για την απώλεια του Λευκού Οίκου. Επιπλέον, πάρα πολλά σημεία της κριτικής που ασκούν οι Δημοκρατικοί στον πρόεδρο Τραμπ αφορούν ενέργειες που συχνά σχετίζονται με τη Ρωσία, ειδικά όταν ο Αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί να υποβιβάσει τα προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών. Σε άρθρο του στο Foreign Policy, ο Μάικα Ζένκο, ανώτερο στέλεχος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, επισημαίνει τους κινδύνους που αυτή η τοποθέτηση κρύβει για το κόμμα της αμερικανικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, τονίζοντας πως αυτό αποκρύπτει άλλες παγίδες της διεθνούς πολιτικής, όπως τις κινήσεις της Κίνας. Η δυσπιστία έναντι της Ρωσίας είναι εξαιρετικά κομματική, με το 47% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων να αναφέρει τη χώρα ως τον μεγαλύτερο εχθρό των Η.Π.Α., έναντι μόλις 10% των Ρεπουμπλικανών.

Μοιράσου το άρθρο: