Ακριβώς μία εβδομάδα χωρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ από την ιστορική του συνάντηση με τον Κιμ Γιονγκ Ουν. Όμως όλα δείχνουν πως η πραγματική πρόκληση για τον Αμερικανό πρόεδρο θα είναι η σύσκεψη του G7 που ξεκινάει την Παρασκευή.

Στον απόηχο της επιβολής δασμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην εισαγωγή χάλυβα και αλουμινίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Καναδά και το Μεξικό, ο Ντόναλντ Τραμπ κατευθύνεται στο Κεμπέκ, όπου και θα πραγματοποιηθεί η σύσκεψη, ως απομονωμένος εκ των προτέρων. Η σύσκεψη των υπουργών Οικονομικών των χωρών του G7 έβγαλε ένα μήνυμα, και αυτό ήταν πως οι εταίροι των Η.Π.Α. αποφάσισαν ότι δεν θα συνεχίσουν τις προσπάθειες να διασκεδάζουν τον πρόεδρο Τραμπ και τις ασυνήθιστες τακτικές του. Κάμπτοντας όσο ποτέ άλλοτε την φημισμένη καναδική αβρότητα, αλλά και την προσωπική του σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Τζάστιν Τρουντό σχολίασε την αμερικανική πρωτοβουλία, τονίζοντας πως «πρέπει να πιστέψουμε πως κάποια στιγμή θα επικρατήσει η κοινή λογική, αλλά δεν βλέπουμε κάποιο τέτοιο σημάδι». Ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, περισσότερο συγκρατημένος, παρατήρησε πως η επιβολή των δασμών ήταν «μια κακή μέρα για το παγκόσμιο εμπόριο» και πως η μονομερής επιβολή δασμών είναι απολύτως απαράδεκτη. Σε παρόμοιο μύκος κύματος, ο υπουργός Οικονομικών του Μεξικό, Ιλντεφόνσο Γκαχάρντο, τόνισε πως ο Αμερικανός πρόεδρος «αυτοπυροβολήθηκε» με τους δασμούς. Ίσως το χαρακτηριστικότερο σχόλιο είναι αυτό της επικεφαλής του Οντάριο, Καθλίν Γουίν, η οποία είπε: «Η αλήθεια είναι πως η ομοσπονδιακή μας κυβέρνηση κίνησε γη και ουρανό. Προσαρμόστηκαν στον Τραμπ, φρόντισαν το εγώ του, συμβιβάστηκαν με την προφανώς ανεξάντλητη ματαιοδοξία του. Η ώρα των συζητήσεων τελείωσε». Μέχρι και η βρετανική κυβέρνηση θυμήθηκε πως είναι ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχολιάζοντας σχετικά πως είναι βαθιά απογοητευμένη, και πως «το Ηνωμένο Βασίλειο και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι στενοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών και θα έπρεπε να εξαιρεθούν μονίμως και πλήρως» από τους δασμούς.

Γιατί η παρατήρηση σχετικά με την συμμαχία Ευρωπαίων-Αμερικανών; Μα γιατί η δικαιολογία της αμερικανικής κυβέρνησης για την επιβολή των δασμών είναι η προστασία της εθνικής τους ασφάλειας -η μόνη δικαιολογία που τους επιτρέπει να παρακάμπτουν τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Είναι ο ίδιος λόγος, για τον οποίο ο Καναδός υπουργός Αμύνης, Χαρτζίτ Σατζάν, ο οποίος και έχει υπηρετήσει στο πλευρό αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων, τόνισε σε αυστηρό τόνο πως «το να θεωρείται ο Καναδάς κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών είναι γελοίο και παράλογο». Η ερμηνεία του ανανεωμένου αμερικανικού προστατευτισμού ως κίνηση διαφύλαξης της εθνικής ασφάλειας της χώρας έχει να κάνει με την αρχική επιβολή των δασμών σε προϊόντα από την Κίνα, όμως, όπως σχολιάζει και η Washington Post, η αμερικανική κυβέρνηση έχει πλέον επιβάλει περισσότερους δασμούς σε σύμμαχες χώρες. Για τον Ντόναλντ Τραμπ και το προεκλογικό του σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», όμως, το εμπορικό ισοζύγιο είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας -ασχέτως αν ο Καναδάς, για παράδειγμα, εισάγει περισσότερα αμερικανικά προϊόντα από όσα δικά του εξάγει στη γειτονική του χώρα.

Τα αντίποινα δεν άργησαν να ανακοινωθούν, με τον Καναδά να ισοφαρίζει τους δεσμούς δολάριο προς δολάριο. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η μεμονωμένη απόφαση της Αμερικής, αλλά η γενική της απαξίωση των διεθνών συμφωνιών. Οι πολυμερείς συμφωνίες «τείνουν να διαπραγματεύονται τα πάντα μέχρι του σημείου του κατώτερου κοινού παρονομαστή, και καθώς είμαστε ο κύριος στόχος, καταλήγουμε να μας τρώνε», είχε πει στα τέλη Μαΐου ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου, Γουίλμπουρ Ρος, τονίζοντας πως πρωτεύουσα υποχρέωση κάθε χώρας είναι η προστασία των δικών της πολιτών. Πού σταματάει αυτή η απαξίωση; Ασφαλώς, το εμπόριο δεν είναι ο μόνος τομέας όπου οι πολυμερείς συμφωνίες είναι καθοριστικές. H Washington Post σχολιάζει το ρήγμα που η αμερικανική πρωτοβουλία μπορεί να προκαλέσει στο ΝΑΤΟ, και το Bloomberg τονίζει πως και ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου απειλείται από την προοπτική της απερίσκεπτης επίκλησης λόγων εθνικής ασφαλείας για την παράκαμψη των κανόνων του. Στους New York Times, o νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν χαρακτηρίζει τον πιθανό εμπορικό πόλεμο ως ανόητο και ηλίθιο, αναλύοντας τις μακροοικονομικές συνέπειες των αμερικανικών δασμών. Είναι αλήθεια πως τα προϊόντα που βρέθηκαν στο στόχαστρο της αμερικανικής κυβέρνησης (χάλυβας και αλουμίνιο) είναι καθοριστικά για πλήθος βιομηχανιών, και η αύξηση του κόστους τους θα έχει συνέπειες σε κάθε επίπεδο παραγωγής, φτάνοντας ασφαλώς στις τσέπες των ιδιωτών καταναλωτών. Συγχρόνως, το πολιτικό κόστος θα είναι και αυτό αμέσως αντιληπτό. «Εδώ έχουμε να κάνουμε με πραγματικές χώρες, κατά κύριο λόγο δημοκρατίες. Οι πραγματικές χώρες έχουν πραγματικές πολιτικές, έχουν υπερηφάνεια, και οι ψηφοφόροι τους πράγματι, πράγματι δεν συμπαθούν τον Τραμπ. Αυτό σημαίνει πως ακόμα και αν οι ηγέτες τους μπορεί να ήθελαν να συμβιβαστούν, οι ψηφοφόροι τους μάλλον δεν θα το επιτρέψουν», καταλήγει το σχόλιο του Κρούγκμαν. Το Reuters σχολιάζει την συνθήκη εύγλωττα, υποστηρίζοντας πως η σύσκεψη του G7 είναι στην πραγματικότητα G6 και ο Ντόναλντ Τραμπ μονάχος.

Τα προβλήματα για τον Ντόναλντ Τραμπ δεν σταματούν στο εξωτερικό. Πολλά μέλη του Κογκρέσου, τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, έχουν εκφρασθεί εναντίον των δασμών, κάνοντας λόγο για επικίνδυνο και ισοπεδωτικό προστατευτισμό που είναι ικανός να βλάψει σοβαρά την αμερικανική οικονομία. Το ζήτημα γίνεται ακόμα πιο σοβαρό καθώς το ρεπουμπλικανικό κόμμα κινείται προς τις εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο με τον φόβο μαζικών απωλειών εδρών. Ο Αμερικανός πρόεδρος ελπίζει πως οι φοροαπαλλαγές που η κυβέρνησή του διασφάλισε για τις ομάδες ψηφοφόρων που παραδοσιακά ταυτίζονται με το κόμμα του θα επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, όμως ο Νοέμβριος, οπότε και διεξάγονται οι εκλογές, είναι αρκετά μακριά για να γίνουν αισθητές οι αυξήσεις στις τιμές πολλών προϊόντων που εξαρτώνται από τις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, από τα κουτάκια μπύρας και αναψυκτικών, μέχρι τα αυτοκίνητα, τον κατασκευαστικό κλάδο, και άλλα τμήματα της αγοράς. Εκτός αυτού, οι αντιδράσεις των χωρών που ζημιώνονται από τις αμερικανικές κινήσεις φαίνεται να στοχεύουν με εξαιρετική ακρίβεια και σοφία τα πιο αδύναμα σημεία του ρεπουμπλικανικού εκλογικού χάρτη, με τα αμερικανικά προϊόντα που έχουν ανακοινωθεί ως μέρος των αντιποίνων να προέρχονται από πολιτείες όπου οι ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν περισσότερο να χάσουν τις έδρες τους.

Για τους διαφωνούντες ρεπουμπλικανούς πολιτικούς, οι δυνατότητες πραγματικής αντίδρασης στις πολιτικές του προέδρου Τραμπ είναι μάλλον περιορισμένες, καθώς, όπως παρατηρεί και ο Business Insider, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει τη δύναμη να ασκήσει βέτο στις πρωτοβουλίες τους. Ακόμη και έτσι, όμως, μία συμμαχία Ρεπουμπλικανών-Δημοκρατικών θα μπορούσε να έχει αποτελέσματα. Βεβαίως, η ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είναι εξαιρετικά δημοφιλής στη βάση του ρεπουμπλικανικού κόμματος, τουλάχιστον όπως αυτή έχει διαμορφωθεί προσφάτως, παραμένει μια ριψοκίνδυνη επιλογή για κάποιον που θέλει να εκλεγεί με αυτό το κόμμα, και χρειάζεται όχι μόνο να έχει καλή σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο, αλλά και να θέσει σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς και τους Δημοκρατικούς.

Σε αυτό το επίπεδο, ίσως η πιο προβληματική συνέπεια των δασμών να είναι για τον Ντόναλντ Τραμπ η απόφαση τον αδελφών Κόουκ να ξοδέψουν αρκετά εκατομμύρια δολάρια πολεμώντας τις σχετικές αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου. Οι αδελφοί Κόουκ, ο καθένας από τους οποίους έχει προσωπική περιουσία που υπερβαίνει τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια, είναι οι πλέον σημαντικοί χρηματοδότες της συντηρητικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ανακοίνωσαν την Δευτέρα πως σκοπεύουν να επενδύσουν 400 εκατομμύρια δολάρια στις εκλογές του Νοεμβρίου. Παρ’ότι το αχανές οικονομικό και πολιτικό τους δίκτυο δεν είχε υποστηρίξει τον πρόεδρο Τραμπ στις εκλογές του 2016, είχαν προσφάτως επικροτήσει τις αποφάσεις Τραμπ, αφήνοντας κάποια παράθυρα ανοιχτά για στήριξη υποψηφίων που θα ταυτίζονταν περισσότερο μαζί του. Η απόφασή τους έχει ξεχωριστή σημασία, και σίγουρα θα δυσκολέψει τον Ντόναλντ Τραμπ. Μιλώντας για τους Ρεπουμπλικανούς στο CNBC ο πολιτικός αναλυτής Χανκ Σάινκοφ έθεσε το ζήτημα στην πλέον κυνική βάση: «Ποιον φοβούνται περισσότερο; Τους αδελφούς Κόουκ και τα εκατομμύρια δολάριά τους που τους δίνουν, ή τον Ντοναλντ Τραμπ; Ένας άνεργος πολιτικός δεν ξέρει τι να κάνει όταν είναι εκτός πολιτικής».

Μοιράσου το άρθρο: