Για άλλη μια φορά, η Αμερική και ο κόσμος ολόκληρος προσπαθεί να καταλάβει αν η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ ακολουθεί κάποιο σχέδιο, ή αν πρόκειται για μια σειρά από τυχαίες κινήσεις, όπου άλλες αποδεικνύονται και τυχερές, ενώ άλλες, άτυχες.

Μέσα σε μια εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος (σχεδόν) ακύρωσε μια συνάντηση που μέχρι εκείνη τη στιγμή φαινόταν να αποτελεί τον κορμό της διπλωματίας στην κυβέρνησή του, έκανε μερικά βήματα εμπρός (και άλλα τόσα πίσω) στην επιβολή δασμών και τη γενική οικονομική πολιτική του, και -αν πιστεύει κανείς τους πιο επιεικείς αναλυτές- βοήθησε να φανεί μια κάποια ελπίδα για την αναστροφή του εντυπωσιακού πρόσφατου ράλι της τιμής του πετρελαίου. Κι όλα αυτά, ενώ η πορεία προς τις εκλογές του Νοεμβρίου δείχνει πως οι Ρεπουμπλικανοί μάλλον δεν θα πρέπει να ετοιμάζονται για πανηγυρισμούς.

Αλλά ας ξεκινήσουμε με τη Βόρεια Κορέα. Ο Economist δεν χαρίζεται στιγμή στον Ντόναλντ Τραμπ όταν συγκρίνει την επιστολή που συνέταξε για την ακύρωση (;) της συνάντησης με το ύφος αδικημένου εραστή -ο οποίος επικαλείται και το πυρηνικό του οπλοστάσιο, έτσι για εκδίκηση. Τα στοιχεία της επιστολής που έκαναν περισσότερη εντύπωση στον Economist είναι τα αποσπάσματα όπου ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών σχολιάζει: «Αισθανόμουν πως ένας υπέροχος διάλογος χτιζόταν ανάμεσα σε εσάς και σε εμένα, και στο τέλος-τέλος μόνο ο διάλογος μετράει. (…) Αν αλλάξετε γνώμη σχετικά με αυτή τη σημαντική συνάντηση, παρακαλώ μην διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε ή να μου γράψετε». Παρά το σχετικά ανάρμοστο σχόλιο του συνήθως, άλλωστε, δηκτικού περιοδικού, το πνεύμα του βρίσκει πολλούς σχολιαστές σύμφωνους. Το πρόβλημα δεν είναι το ύφος της επιστολής, το πρόβλημα είναι το ύφος της πολιτικής, η οποία για τον Economist μαρτυρά ασυγχώρητη «αφέλεια» από την πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ. Στον Atlantic τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σκληρά, με το περιοδικό να κατακεραυνώνει την ασύντακτη συμπεριφορά του προέδρου Τραμπ, σχολιάζοντας πως ενώ στην αρχή της θητείας του η άγνωστη προσωπικότητά του και ο απρόβλεπτος χαρακτήρας του λειτουργούσαν προς όφελος της αμερικανικής πολιτικής, ο κόσμος τον ανέλυσε, τον έμαθε, και τον νίκησε.

Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους -ο ένας είναι ότι η συνταγή πάλιωσε. Εκεί που οι παγκόσμιοι ηγέτες προσπαθούσαν να καταλάβουν τι θα έπρεπε να κάνουν για να πάνε με τα νερά του Ντόναλντ Τραμπ, τώρα φαίνεται να έχουν καταλάβει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει μερικές συγκεκριμένες ιδέες και προτεραιότητες, και πως μέσω αυτών μπορούν να τον χειραγωγήσουν ή να τον παρακάμψουν. Ο άλλος είναι ότι οι προτεραιότητές του διαψεύδονται από το εύρος των δυνατοτήτων του. Ο πρόεδρος Τραμπ οργάνωσε όλη του την προεκλογική εκστρατεία στη βάση μιας σχεδόν καθολικής απόρριψης των διεθνών σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών: Τόσο οι διμερείς σχέσεις, όσο και οι διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Ο.Η.Ε., το ΝΑΤΟ, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκμεταλλεύονταν -σύμφωνα με τη ρητορική του ιδίου και των στενών συνεργατών του- τις αδυναμίες των προκατόχων του, προκαλώντας ζημίες στην Αμερική. Κερδίζοντας τις εκλογές με αυτήν την τακτική, το ύφος του δεν είχε λόγο να μην παραμείνει το ίδιο απορριπτικό και αυταρχικό. Ο άνθρωπος που για πολλούς προτιμά να συμπεριφέρεται ακόμα σαν να βρίσκεται σε προεκλογική εκστρατεία, χωρίς να δεσμεύεται από την πολυπλοκότητα μιας κυβερνητικής πραγματικότητας, ανακοινώνει αλλαγές πολιτικής μέσω tweets, αλλάζει συμβούλους με εντυπωσιακή ταχύτητα, και υιοθετεί απόψεις χωρίς να έχει μακροπρόθεσμο ή εναλλακτικό σχεδιασμό. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν τη σημασία τους, και αντίστοιχες συνέπειες. Η προοπτική της πολυπόθητης για τον Τραμπ συνάντηση με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, η οποία ελπίζει ότι θα του χαρίσει ένα Νόμπελ ίδιο με εκείνο του προκατόχου του, άρχισε να απομακρύνεται όταν ο αντιπρόεδρος, Μάικ Πενς, και ο σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ σε θέματα ασφάλειας, Τζον Μπόλτον, επανέφεραν στην επικαιρότητα αυστηρές κριτικές για το καθεστώς Κιμ. Βεβαίως, υπάρχουν στον ορίζοντα και οι συνήθεις αμερικανικές στρατιωτικές ασκήσεις στην περιοχή, αλλά αυτές αποτελούν περισσότερο ενόχληση για τη Βόρεια Κορέα, παρά έκπληξη. Και εδώ είναι που οι προτεραιότητες του προέδρου Τραμπ δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις δυνατότητές του: Ως έχει, το σύστημα που περιβάλλει τον Αμερικανό πρόεδρο (και το οποίο έχει, ασφαλώς, την μορφή που ο ίδιος επιθυμεί) αδυνατεί να του εγγυηθεί τις επιτυχίες που ονειρεύεται. Ο ίδιος διαψεύδεται από ένα ετερόκλητο πλήθος συνεργατών, οι οποίοι δεν συσπειρώνονται γύρω από κάποια κοινή ιδεολογία ή, έστω, στρατηγική. Συγχρόνως, τα μέτωπα που έχει ανοίξει ο Ντόναλντ Τραμπ αρχίζουν σιγά σιγά, ειδικά ως θέατρα αποτυχίας της πολιτικής του, να αποτελούν τείχη απομόνωσης. Ο Αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί να αντιμετωπίσει συγχρόνως το Ιράν και τη Μέση Ανατολή, την αμερικανική οικονομία και τις εμπορικές σχέσεις της χώρας του με τη διεθνή κοινότητα, την Βόρεια Κορέα, και χιλιάδες άλλα μεγαλόπνοα σχέδια. Ο αντίλογος είναι προφανής: Είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, και το περίεργο θα ήταν να μην ασχολείται συγχρόνως με πολύπλοκα σχέδια. Πράγματι. Αλλά στην πολιτική, όπως έχει πει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπάρχουν πράγματα που λέγονται και δεν γίνονται, και πράγματα που γίνονται, αλλά δεν λέγονται. Λέγοντας τόσο πολλά από τα σχέδιά του, και αναδεικνύοντας σχεδόν το καθένα ως σύμβολο των πολιτικών του επιδιώξεων της στιγμής, ο Αμερικανός πρόεδρος υπονομεύει τον όποιο σχεδιασμό του, και εκτίθεται στους συμμάχους και τους εχθρούς του. Άλλωστε, οι αποτυχίες ενός εχθρού είναι περισσότερο διδακτικές από τις επιτυχίες του, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους άλλους. Με αυτό κατά νου, για παράδειγμα, η Ουκρανία -όπως σχολίαζαν οι New York Times λίγες ημέρες πριν- αποφάσισε να σταματήσει τη συνεργασία της με τον ειδικό κατήγορο που ερευνά την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ για συνεννόηση με την Ρωσία σε σχέση με τον παράτυπο καθορισμό του εκλογικού αποτελέσματος στις Η.Π.Α. Ο λόγος; Η Ουκρανία, η οποία είχε προλάβει να συνεργαστεί με τον Ρόμπερτ Μιούλερ όσο χρειαζόταν για να συμβάλλει στην επικίνδυνη θέση, στην οποία βρίσκεται ο πρόεδρος Τραμπ, θέλει να προμηθευτεί αμερικανικούς πυραύλους. Και, το βασικότερο, είχε κιόλας δείξει πώς θα μπορούσε να φανερώσει τις αδυναμίες του Ντόναλντ Τραμπ.

Στο ζήτημα της Βόρειας Κορέας, τα επιχειρήματα για την κάθε πιθανή απόφαση και δράση είναι πολύ παλαιότερα του Ντόναλντ Τραμπ και του Κιμ Γιονγκ Ουν. Και για την ώρα όσοι υποστήριζαν ότι ο πρόεδρος της Αμερικής ακολουθεί αφελώς τον Κιμ σε μια πορεία από την οποία μόνο εκείνος έχει να χάσει φαίνεται να επιβεβαιώνονται. Τα επεισόδια στο συγκεκριμένο σίριαλ παίζουν σε επανάληψη: Όσο χρήσιμη και αν φαίνεται η πρόσφατη συνάντηση, το Σάββατο, του Κιμ Γιονγκ Ουν με τον πρόεδρο Μουν της Νότιας Κορέας, μόνο η άμεση επικοινωνία του Βορειοκορεάτη και του Αμερικανού ηγέτη θα μπορέσει να προσφέρει κάποια χειροπιαστά στοιχεία για το μέλλον των σχέσεων στην κορεατική χερσόνησο. Ακόμα και τότε, ο πρόεδρος Τραμπ και η διεθνής κοινότητα θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις μεγαλύτερες αδυναμίες του, μια και το «πρότυπο Τραμπ», το οποίο επικαλέσθηκαν προσφάτως η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου και διάφοροι αναλυτές, παραμένει ασαφές. Προπομποί του Αμερικανού προέδρου θα βρεθούν στην Σιγκαπούρη για να προετοιμάσουν τη συνάντηση των δύο ηγετών, ακόμα και αν δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνει, παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις Κιμ.

Αν, όμως, η αμερικανική διπλωματία στη Βόρεια Κορέα έχει αρχίσει να κουράζει, στο ίδιο επίπεδο φαίνεται να βρίσκεται και η οικονομική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, με το Bloomberg να σχολιάζει με κάποια κούραση πως η προσεχής επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εμπορίου, Γουίλμπουρ Ρος, στην Κίνα είναι εξίσου πιθανό να χαμηλώσει, όσο και να αυξήσει την ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες. Την ίδια περίοδο που ο Ρος θα βρίσκεται στο Πεκίνο, η αμερικανική κυβέρνηση θα πρέπει να έχει αποφασίσει τι θα κάνει με τους δασμούς που έχει ανακοινώσει ότι θα επιβάλλει στις εισαγωγές προϊόντων και από την Ε.Ε., τον Καναδά και το Μεξικό, κινήσεις, τις οποίες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχολίασε εμμέσως πλην σαφώς την Πέμπτη, με τις παρατηρήσεις του για την ανάγκη επανεκτίμησης των κινδύνων μιας προοδευτικά πιο κλειστής αμερικανικής οικονομίας. Οι δασμοί που έχει ανακοινώσει ο Ντόναλντ Τραμπ για την Κίνα και τις άλλες χώρες δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Όπως σχολιάζαμε και παλαιότερα, αυτή είναι μια προσφιλής τακτική του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το αυταρχικό του και απρόβλεπτο στιλ, την αγανάκτηση και τις απειλές του για να διαμορφώσει ένα πλαίσιο διαπραγματεύσεων που θα τον οφελούν, όπως παρατηρεί το μέλος του συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων Έντουαρντ Άλεν. Αυτό που αρνείται, όμως, είναι πως, όπως σχολιάζαμε και προηγουμένως, έχει χάσει το στοιχείο της έκπληξης. Ο Μπέικερ Μακένζι, δικηγόρος και πρώην νομικός του αμερικανικού γραφείου Εμπορίου τονίζει πως «το διεθνές εμπόριο είναι ένα παιχνίδι επαναλήψεων. Ο κόσμος παρακολουθεί, για αυτό και έχει σημασία η αξιοπιστία». Αυτή ακριβώς, δηλαδή, που οι ειδικοί και οι εταίροι του παραδέχονται όλο και σπανιότερα για τον Ντόναλντ Τραμπ.

Μοιράσου το άρθρο: