Παρ’ ότι αντιμετωπίζει ουκ ολίγες προσωπικές νομικές προκλήσεις, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι για μια φορά περιχαρής που εμπλέκεται σε μια από τις σημαντικότερες νομικές αποφάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με την παραίτηση του Άντονι Κένεντι από τη θέση του στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει, όπως παρατηρούν όλοι, τη δυνατότητα να διαμορφώσει μια συμπαγή συντηρητική πλειοψηφία στην κορυφή του αμερικανικού δικαστικού συστήματος. Τα σενάρια είναι πολλά, η πόλωση στην αμερικανική πολιτική βρήκε την σημαντικότερη, ίσως, αφορμή της, και οι εκλογές του Νοεμβρίου απέκτησαν -στις αναλύσεις, τουλάχιστον- ασυνήθιστη βαρύτητα.

Από το πρωί της Τετάρτης, οι φήμες κυκλοφορούσαν με αυξημένη ταχύτητα, προετοιμάζοντας, μάλλον, παρά πιθανολογόντας, την εκκένωση μιας από τις 9 έδρες του αμερικανικού ανώτατου δικαστηρίου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, μόλις 3 από τα -όλα ισόβια- μέλη του ήταν γηραιότερα των 71 ετών, αλλά οι φήμες αφορούσαν τον Άντονι Κένεντι, ο οποίος είχε προταθεί για τη θέση του από τον πρόεδρο Ρίγκαν. Τα άλλα δύο πρεσβύτερα μέλη του δικαστηρίου είναι η 85χρονη Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, και ο 79χρονος Στίβεν Μπράιερ, αμφότεροι προταθέντες από τον Μπιλ Κλίντον. Δημοκρατικοί και οι δύο, έχουν τονίσει (η Δικαστής Γκίνσμπεργκ με πολλούς τρόπους) ότι δεν σκοπεύουν να παραιτηθούν υπό ρεπουμπλικανική προεδρία. Και ο συντηρητικός Κένεντι, όμως, δεν είχε δώσει κανένα σημάδι των προθέσεών του, έχοντας προσλάβει για την επόμενη χρονιά τους νομικούς που θα τον βοηθούσαν στο έργο του. Παρ’ όλα αυτά, όλοι στην Ουάσινγκτον ήταν μάλλον βέβαιοι για ποιον χτυπούσε η καμπάνα.

Το ανώτατο δικαστήριο των Η.Π.Α. έχει προ πολλού αναδειχθεί ως το τελικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο κόμματα. Κρίνοντας τη συνταγματικότητα της εθνικής νομοθεσίας, οι αποφάσεις του έχουν τη δυνατότητα, ουσιαστικά, να νομοθετούν πάνω και πέρα από την πολιτική εξουσία, ορίζοντας το απόλυτο δεδικασμένο. Εκ των πραγμάτων, η σύνθεσή του έχει μεγάλη σημασία για τις δύο κυρίαρχες πολιτικές ομάδες στην Αμερική. Όποτε ο εκάστοτε ένοικος του Λευκού Οίκου έχει την ευκαιρία να προτείνει κάποιον για το αξίωμα, το κόμμα του ελπίζει πως θα αυξηθεί η επιροή του στην ιδεολογία της νομιμότητας στη χώρα. Για δεκαετίες, λοιπόν, η κομματική ταυτότητα του Αμερικανού προέδρου έχει ξεχωριστή σημασία για το δικαστήριο. Στη δεκαετία του 1930, επτά από τους 9 δικαστές είχαν προταθεί από συνητηρτικούς προέδρους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950, κάθε ένα από τα 9 μέλη του δικαστηρίου ήταν προτάσεις δημοκρατικών προέδρων. Από μόνο του, το γεγονός αυτό δεν σημαίνει πολλά. Αν και η πρόταση του ατόμου που θα αποκτήσει μια έδρα στο ανώτατο δικαστήριο είναι αποκλειστική επιλογή του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, ο τελικός διορισμός προβλέπει την έγκριση της Γερουσίας, η πλειοψηφία της οποίας δεν ανήκει πάντα στο ίδιο κόμμα με τον πρόεδρο της χώρας. Ως αποτέλεσμα, και με δεδομένη την σχετικά σεβαστή τακτική της αντικατάστασης ενός δικαστή με κάποιον που δεν απέχει πολύ από τις θέσεις του, η ιδεολογική ισοροπία του δικαστηρίου δεν αλλάζει συχνά. Ένας από τους παράγοντες που διασφαλίζουν αυτή την ομαλότητα είναι και η παρουσία δικαστών όπως ο Άντονι Κένεντι, ο οποίος ήταν γνωστός για τις συχνές… «εξόδους» του από τα στενά ιδεολογικά χωράφια της συντηρητικής ιδεολογίας.

Ο Κένεντι εκπροσωπούσε την εξαιρετικά σημαντική αναποφάσιστη ψήφο σε πολλές υποθέσεις που έβρισκαν το δρόμο τους στο ανώτατο δικαστήριο, καθορίζοντας σε διάφορες περιπτώσεις τις τελικές αποφάσεις του. Είναι ο άνθρωπος που σφράγισε την εθνική αποδοχή των γάμων ομοφύλων, και εκίνος που παρείχε την κρίσιμη 5η ψήφο υπέρ των αμβλώσεων, δύο ζητήματα που τείνουν να συνδυάζονται στην κοινή γνώμη και όχι μόνο, με την περισσότερο προοδευτική ιδεολογία. Αν, όμως, αυτές οι ψήφοι του τον κατέστησαν εξαιρετικά αντιπαθή στους συντηρητικούς ψηφοφόρους, αυτή η αντιπάθεια μετριαζόταν συχνά από τις ψήφους του υπέρ της κατάργησης του ορίου στη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών, και άλλων υποθέσεων που ταυτίζονται με συμφέροντα του συντηρητικού κόμματος. Η παραίτησή του θα μπορούσε να βλάπτει συγχρόνως τα δύο κόμματα, αν ήταν πιθανός ο διορισμός ενός παρομοίως «κεντρώου» δικαστή. Στο παρόν πλαίσιο πολιτικής πόλωσης, όμως, κάτι τέτοιο είναι απίθανο, ειδικά υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ήδη από την προεκλογική του εκστρατεία είχε ξεκαθαρίσει την πρόθεσή του να κατασκευάσει μια συντηρητική πλειοψηφία στο ανώτατο δικαστήριο, παρουσιάζοντας μάλιστα μία λίστα δικαστών, την οποία συνέθεσε σε συνεργασία με κορυφαίες συντηρητικές ενώσεις, και δεσμευόμενος να διαλέξει τις προτάσεις του από τα ονόματα εκείνης της λίστας.

Ο Νιλ Γκόρσακ ορκίζεται ως μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου (Φωτό: AP/Evan Vucci)

Οι προθέσεις και η αποφασιστικότητα του Ντόναλντ Τραμπ δεν θα σήμαιναν και πολλά, αν η Γερουσία βρισκόταν υπό τον έλεγχο των δημοκρατικών, ή αν ο διορισμός ενός μέλους του ανώτατου δικαστηρίου απαιτούσε, όπως πριν από λίγους μήνες, διευρυμένη πλειοψηφία. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές, η όποια πρόταση του Αμερικανού προέδρου θα έπρεπε να κινηθεί στα πλαίσια ενός συμβιβασμού. Η αμερικανική Γερουσία, όμως, ελέγχεται από τους συντηρητικούς, οι οποίοι, με υπεροχή μόλις 51 γερουσιαστών έναντι 49 των δημοκρατικών, μπορούν να εγκρίνουν την πρόταση του προέδρου. Πολλοί τοποθετούν την αρχή αυτής της συνθήκης στο 2016, όταν ο αιφνίδιος θάνατος του δικαστή Αντονίν (Νίνο) Σκαλία, διορισμένου και εκείνου από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, έδωσε την ευκαιρία στον Μπαράκ Ομπάμα να προτείνει τον αντικαταστάτη του. Μπροστά στην απαίτηση των συντηρητικών, οι οποίοι ήλεγχαν και τότε το Κογκρέσο, να αντικατασταθεί ο σταθερά συντηρητικός Σκαλία από κάποιον παρόμοιας ιδεολογίας, ο Μπαράκ Ομπάμα διάλεξε τον Μέρικ Γκάρλαντ, έναν ήπιων τόνων προοδευτικό δικαστή, ελπίζοντας πως το προφίλ του ήταν αρκετά κεντρώο για να διασφαλίσει τις απαραίτητες ψήφους. Μπροστά στις προεδρικές εκλογές της ίδιας χρονιάς, όμως, και στη διαφαινόμενη έλλειψη ενθουσιασμού στο πρόσωπο της Χίλαρι Κλίντον, ο επικεφαλής της συντηρητικής πλειοψηφίας στη γερουσία μπλόκαρε την υποψηφιότητα Γκάρλαντ, με το επιχείρημα πως μόνο η επόμενη κυβέρνηση είχε το δικαίωμα να πάρει τη σχετική απόφαση. Μετά τις εκλογές, ο πρόεδρος Τραμπ πρότεινε τον Νιλ Γκόρσακ για τη θέση του Αντονίν Σκαλία, όμως οι ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές και πάλι δεν διέθεταν τις 60 ψήφους που απαιτούνταν για τον διορισμό του. Το αποτέλεσμα ήταν να ψηφίσουν υπέρ της αλλαγής του σχετικού κανονισμού, ορίζοντας πως πλέον ο διορισμός κάποιου στο ανώτατο δικαστήριο απαιτεί τις ψήφους της απόλυτης πλειοψηφίας στο σώμα των 100 γερουσιαστών. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει ουσιαστικά το ελεύθερο να ορίσει όποιον ή όποια θέλει, η συζήτηση στην Αμερική έχει φουντώσει. Τα ζητήματα που επικρατούν στις σχετικές αναλύσεις είναι το παρασκήνιο της παραίτησης Κένεντι, τα ονόματα των πιθανών διαδόχων του, οι επιλογές που απομένουν για τους δημοκρατικούς, και η σημασία ενός αποφασιστικά συντηρητικής πλειοψηφίας στο ανώτατο δικαστήριο για τα επόμενα χρόνια.

Η παραίτηση Κένεντι

Ο Άντονι Κένεντι ανακοίνωσε την παραίτησή του με μια επιστολή που απευθυνόταν στον Ντόναλντ Τραμπ και ξεκινούσε με τα λόγια «Αγαπητέ μου Πρόεδρε». Ο Daily Intelligencer σχολίασε πως ο δικαστής «παραδόθηκε» στον πρόεδρο Τραμπ. Οι New York Times τόνισαν τις διαφωνίες που το ρεπουμπλικανικό κόμμα είχε κατά καιρούς με τον Κένεντι, ενώ παρατήρησαν πως γενικά το ιστορικό του δεν αντικατοπτρίζει μια πραγματικά κεντρώα και αμερόληπτη άποψη περί δικαιοσύνης. Τα άλλα μέλη του δικαστηρίου επαίνεσαν τον συνάδελφό τους χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, όμως σχεδόν αμέσως ξεκίνησαν να φαίνονται τα σημάδια που διαχωρίζουν την εικόνα της παραίτησής του στα μεμονωμένα κομμάτια του παζλ. Στη διάρκεια του προεκλογικού του αγώνα, ο Ντόναλντ Τραμπ ήξερε πως, αν εκλεγόταν, θα είχε τη δυνατότητα να προτείνει αμέσως έναν ανώτατο δικαστή, αλλά θα χρειαζόταν έναν δεύτερο διορισμό για να πετύχει τον στόχο μιας συντηρητικής πλειοψηφίας. Κανένα από τα δημοκρατικά μέλη του δικαστηρίου δεν θα εγκατέλειπε αυτοβούλως τη θέση του υπό ρεπουμπλικανική προεδρία, οπότε οι άμεσοι στόχοι του ήταν οι συντηρητικοί δικαστές. Ως αναποφάσιστη ψήφος, και ως μεγαλύτερος σε ηλικία, ο Κένεντι ήταν ο ιδανικός, αφού η αντικατάστασή του θα πρόσφερε στον Τραμπ την ευκαιρία να τοποθετήσει στην έδρα έναν νεότερο συντηρητικό δικαστή, ο οποίος θα παρέμενε στην θέση του για δεκαετίες. Χρησιμοποίησε, λοιπόν, τον πρώτο διορισμό, για να διασφαλίσει τον δεύτερο. Ο Νιλ Γκόρσακ, ο οποίος πήρε τη θέση του Νίνο Σκαλία, ήταν βοηθός του Κένεντι στο ανώτατο δικαστήριο. Όπως σχολιάζουν οι New York Times και το Vanity Fair, το σχέδιο του προέδρου Τραμπ ήταν να κερδίσει την εμπιστοσύνη του δικαστή Κένεντι πως, σε ενδεχόμενο παραίτησής του, ο διάδοχός του θα στεκόταν στο ύψος που υπαινισσόταν ο διορισμός του πρώην βοηθού του. Πέρα από αυτό, στην προσπάθεια ενεπλάκησαν η κόρη του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία πήγε την δική της κόρη στο ανώτατο δικαστήριο για να παρακολουθήσουν, ως προσκεκλημένες του δικαστή Κένεντι, συνεδρίασή του, και διάφοροι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου, ορισμένοι εκ των οποίων έφτασαν στο σημείο να απευθύνουν ανοιχτή πρόσκληση παραίτησης στα μέλη του δικαστηρίου. Ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τσακ Γκράσλεϊ συμμετείχε σε ραδιοφωνική εκπομπή, από όπου απευθύνθηκε στους γηραιότερους δικαστές, λέγοντας «αν σκέφτεστε να παραιτηθείτε φέτος, κάντε το χθες». Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος ακολούθησε μια πιο λεπτή τακτική. Την ίδια ώρα που επέκρινε χωρίς ενδοιασμούς ακόμα και τον επικεφαλής δικαστή (διορισμένο από τον νεότερο Τζορτζ Μπους) του ανώτατου δικαστηρίου για αποφάσεις, στις οποίες δεν υπερασπιζόταν τη ρεπουμπλικανική ιδεολογία, επαινούσε χωρίς σταματημό τον δικαστή Κένεντι, τον οποίο διάλεξε και για να ορκίσει τον παλιό του βοηθό ως συνάδελφό του. Την ίδια ώρα, η πλέον ενδεικτική σύνδεση ανάμεσα στους δύο άνδρες έχει βαθιές ρίζες, αφού ο γιος του δικαστή Κένεντι σχετίζεται με δισεκατομμύρια δολάρια που βρήκαν τον δρόμο τους προς τις επιχειρήσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Αναλυτικότερα, ο Τζάστιν Κένεντι, ως επικεφαλής των διεθνών κτηματομεσιτικών περιουσιακών στοιχείων της Deutsche Bank, συνεργάστηκε στενά με τον πρόεδρο Τραμπ όταν ο τελευταίος ασχολείτο αποκλειστικά με την σχετική αγορά. Μάλιστα, ο νεαρός Κένεντι επέβλεψε τη δανειοδότηση του νυν προέδρου με περισσότερα από 1 δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία και εκταμιεύτηκαν κατά μία περίοδο οπότε ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρείτο αφερέγγυος από πολλές άλλες τράπεζες.

Ο δικαστής Άντονι Κένεντι (Φωτό: AP/Manuel Balce Ceneta)

Οι επιλογές των Δημοκρατικών

Μόλις ανακοινώθηκε η παραίτηση Κένεντι, το Δημοκρατικό κόμμα είχε έτοιμο το αρχικό του επιχείρημα: Ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη γερουσία θα έπρεπε να ακολουθήσει τον ίδιο κανόνα που σκαρφίστηκε για να εμποδίσει τον αντικαταστάτη του δικαστή Σκαλία, και να αναβάλει την αντικατάσταση του Κένεντι, μέχρι να συνεδριάσει το κογκρέσο με τη σύνθεση που θα προκύψει από τις εκλογές του Νοεμβρίου, όταν το 1/3 της γερουσίας τίθεται στη λαϊκή κρίση. Ασφαλώς, η ρεπουμπλικανική μεριά απέριψε αυτό το επιχείρημα, και πριν από λίγες ώρες ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε πως θα παρουσιάσει την επιλογή του για τον ή την διάδοχο του δικαστή Κένεντι στις 9 Ιουλίου. Για την Ιστορία, πάντως, ήταν οι Δημοκρατικοί που πρώτοι εισήγαγαν την απόλυτη πλειοψηφία ως απαιτούμενο για τον διορισμό δικαστών, μόνο που εκείνοι περιόρισαν την ισχύ της ρύθμισης στα δευτερεύντα ομοσπονδιακά εφετεία. Οι Ρεπουμπλικανοί αποφάσισαν να κυνηγήσουν μεγαλύτερα ψάρια, και τώρα φαίνεται πως τα έχουν πιάσει. Εκτός, όμως, από την πρωτοπορία των Δημοκρατικών, την οποία τώρα σίγουρα μετανιώνουν, κάποιοι, όπως ο Έρικ Λέβιτς του Daily Intelligencer, επιστρέφουν στην υποψηφιότητα Γκάρλαντ και κατηγορούν τον Μπαράκ Ομπάμα για μια ανέμπνευστη επιλογή που δεν βοήθησε στη συσπείρωση των ψηφοφόρων, ξεχνώντας, μάλλον, πως η Χίλαρι Κλίντον κέρδισε τη λαϊκή ψήφο. Ο Μπαράκ Ομπάμα βρίσκεται αντιμέτωπος και με την γνώριμη, πλέον, κριτική πως η αδιαφορία του για την κομματική επιλογή οδήγησε στην αποδυνάμωση των χαμηλότερων κλιμακίων του κατά την προεδρία του. Την Πέμπτη, σε προεκλογική ομιλία του προς όφελος του δημοκρατικού κόμματος στην Καλιφόρνια, ο πρώην πρόεδρος φάνηκε να αναγνωρίζει, όπως υποστηρίζει το Politico, τουλάχιστον μέρος αυτών των ευθυνών, ακόμα και αν η αναγνώριση ήταν καλά τοποθετημένη πίσω από σαφή κομπλιμέντα για την προσωπική του απήχηση. Απευθυνόμενος στο πλήθος, ο πρόεδρος Ομπάμα ζήτησε από τους συγκεντρωμένους να μην περιμένουν να εντυπωσιαστούν από κάποιον υποψήφιο για να ψηφίσουν, αλλά να συμμετέχουν στις δημοκρατικές διαδικασίες, ακόμα και όταν δεν συναρπάζονται από τις επιλογές τους -όπως όταν ο ίδιος… μοίραζε συγκινήσεις. Στην πραγματικότητα, αυτή φαίνεται να είναι και η μοναδική πραγματική επιλογή των Δημοκρατικών, μια και οι εκλογές δεν αποκλείεται να τους δώσουν τον πολυπόθητο έλεγχο της γερουσίας, έστω και κατόπιν εορτής. Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, τα μαθηματικά δεν είναι κατ’ανάγκην υπέρ τους, όσο και αν η κοινή γνώμη φαίνεται να διαφωνεί με τον Ντόναλντ Τραμπ. Από τις 35 έδρες της γερουσίας που κρίνονται τον Νοέμβριο, οι 26 ανήκουν σε Δημοκρατικούς, και οι 9 σε Ρεπουμπλικανούς -με το μόνο βέβαιο να είναι πως το ζήτημα του διορισμού ενός ανωτατου δικαστή θα συσπειρώσει τους ψηφοφόρους και στις δυο μεριές. Η μόνη πραγματική ελπίδα των Δημοκρατικών για απόρριψη της όποιας πρότασης του Αμερικανού προέδρου είναι η καταψήφισή της από ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές, κάτι που δεν αποκλείεται τελείως. Στους 51 ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές συμπεριλαμβάνονται ο Τζον ΜακΚέιν, ο οποίος ταλαιπωρείται από καρκίνο και έχει κατ’επανάληψη εκφράσει τις έντονες διαφωνίες του με τον Ντόναλντ Τραμπ, και τουλάχιστον δύο ακόμη γερουσιαστές που δεν προτίθενται να επιβραβεύσουν τον πρόεδρο Τραμπ με μια τόσο μεγάλη νίκη, τουλάχιστον όχι χωρίς να διασφαλίσουν ανταλλάγματα.

Η συντηρητική πλειοψηφία

Σε κάθε περίπτωση, το ανώτατο δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται έτοιμο να αποκτήσει και πάλι, μετά από 50 χρόνια, μια αποφασιστικά συντηρητική φυσιογνωμία. Και να το κάνει σε μία περίοδο έντονης πόλωσης, όταν και αναμένεται να αποφασίσει για υποθέσεις που σχετίζονται με το μεταναστευτικό, τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και προηγούμενα δεδικασμένα, όπως την υπόθεση Ρόου εναντίον Γουέιντ, με την οποία κρίθηκε η νομιμότητα των αμβλώσεων. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πει πως ένας από τους στόχους του είναι η ανατροπή της συγκεκριμένης απόφασης. Ακόμα και αν το ανώτατο δικαστήριο δεν συνηθίζει να επιστρέφει σε υποθέσεις για το περιεχόμενο των οποίων έχει αποφανθεί, διάφορες λεπτομέρειες του νομικού πλαισίου των αμβλώσεων, επί παραδείγματι, θα μπορούσαν να κινδυνεύσουν με ένα συντηρικότερο δικαστήριο. Παρόμοια ζητήματα θα αποτελέσουν χωρίς αμφιβολία μεγάλο μέρος των ακροάσεων για τον διορισμό οποιουδήποτε προταθέντος μέλους του δικαστηρίου, την ίδια ώρα που πολλοί υποστηρίζουν ότι, αφού οι αμβλώσεις αναμένεται να αναδειχθούν ως βασικό διακύβευμα, ο πρόεδρος Τραμπ θα προτείνει γυναίκα δικαστή, προκειμένου να δυσκολέψει όσους θα ήθελαν να παρουσιάσουν την επιλογή του ως εναντίον των γυναικών.

Το σημαντικότερο επιχείρημα σε αυτή την καταιγίδα εξελίξεων ενδέχεται να είναι αυτό που εκφράζει στους New York Times ο Πολ Σιφ Μπέρμαν, καθηγητής Νομικής στο πανεπιστήμιο Τζορτζ Γουάσινγκτον. Ο Μπέρμαν τονίζει τις δικαστικές περιπέτειες του Ντόναλντ Τραμπ και υποστηρίζει πως, ουσιαστικά, ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται να διαλέξει τον άνθρωπο που ίσως κληθεί να αποφασίσει για την αθωότητά του, και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Μοιράσου το άρθρο: