Δεν ήταν και ακριβώς απρόσμενο: Μετά από πολλές ημέρες ανταλλαγών ειρωνικών ή και ξεκάθαρα εχθρικών σχολίων, μετά από την επιβολή δασμών και αντιποίνων, την εκτόξευση απειλών για τα χειρότερα, τις παρασκηνιακές συναντήσεις Ευρωπαίων ηγετών για τη διαμόρφωση μιας πολιτικής που δεν θα συμπεριλάμβανε απαραιτήτως τις Ηνωμένες Πολιτείες, και μετά και από την αμερικανική «πρόσκληση» της Ρωσίας στο τραπέζι, η σύνοδος του G7 δεν πήγε καλά. Κι όμως, το προσδοκόμενο μπορεί και αυτό να εκπλήσσει, ή ακόμα και να τρομάζει. Οι δασμοί έχουν αναλυθεί σε βάθος. Η προοπτική ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου, επίσης. Ποια ήταν η είδηση, λοιπόν, από τον Καναδά και την ταραχώδη συνάντηση των ηγετών 7 εκ των 10 ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου; Για άλλη μια φορά, η είδηση είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποσυρθεί από τις συμβάσεις της παραδοσιακής διπλωματίας. Και, για πρώτη φορά με τόση βεβαιότητα, η είδηση είναι πως η Ευρώπη επεξεργάζεται διπλωματικά σενάρια, στα οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι καν σύμμαχη χώρα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καταφέρει τουλάχιστον ένα πράγμα, το οποίο γνωρίζουν όλοι. Ο Αμερικανός πρόεδρος αψηφά την έννοια των προσδοκιών, αφού εχθροί και φίλοι αντιλαμβάνονται ότι οι απόψεις του δεν έχουν απαραιτήτως συνέχεια, και η ατζέντα του δεν παγιώνεται ποτέ. Παρ’ότι αυτά τα στοιχεία είναι ακριβώς εκείνα που συγκεντρώνουν τα βέλη της κριτικής εναντίον του, είναι τα ίδια που του επιτρέπουν να διαπραγματεύεται σχεδόν συνεχώς σαν εκ του μηδενός -μια τακτική που δεν είναι πάντα σωστή, αλλά δεν είναι και πάντα λάθος. Υπό παρόμοιες συνθήκες βρέθηκε και στην Σύνοδο του G7. Έχοντας ξεκινήσει μια αυστηρή εμπορική πολιτική και πηγαίνοντας μπρος-πίσω ανάμεσα σε προσβολές και διαβεβαιώσεις φιλίας, ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει την προβλεπόμενη συντονισμένη επίθεση των ομολόγων του, ελπίζοντας πως η συμπεριφορά του θα τους αποσυντονίσει. Λίγο πριν φτάσει στον Καναδά, μετά από αρκετές διαρροές περί σκέψεων για αποχή από την Σύνοδο, ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε, μέσω twitter, τον διάλογο με τους άλλους ηγέτες της Συνόδου, ζητώντας να συμπεριληφθεί εκ νέου στο group η Ρωσία, η οποία αποκλείστηκε μετά την προσάρτηση της Κριμαίας. Στην ίδια τη Σύνοδο, και πάλι εν μέσω αρχικώς ασαφώς διαρροών περί νωρίτερης αποχώρησής του, ο Αμερικανός πρόεδρος φρόντισε να κάνει και πάλι αισθητή την ξεχωριστή παρουσία του, πότε φτάνοντας με αργοπορία σε συναντήσεις, και πότε αλλάζοντας συνεχώς το πρόγραμμα των κατ’ιδίαν συναντήσεών του με τους άλλους ηγέτες. Στο τέλος, όπως σε τόσες και τόσες παρόμοιες… οικογενειακές συναντήσεις, οι παρεξηγήσεις φάνηκαν να παραμερίζονται, και το τελικό ανακοινωθέν παρουσιάστηκε να έχει την έγκριση όλων. Σίγουρα, ήταν η πρώτη φορά που αργούσε τόσο πολύ να κυκλοφορήσει, έστω και σε κάποια αρχική μορφή. Αλλά κάποια στιγμή κυκλοφόρησε. Και για μια Σύνοδο που το βασικό της αντικείμενο συχνά φαινόταν πως ήταν η ίδια η σταθερότητα του 43χρονου θεσμού, αυτό ήταν αρκετό. Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ σχολίαζε πως ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τους δασμούς αν και οι άλλες χώρες έκαναν το ίδιο. Τι καλύτερο; Αν επαληθευόταν, οι σύμμαχοί του θα υποστήριζαν πως είχε εξ αρχής οργανώσει όλες τις κινήσεις του προς αυτόν τον στόχο. Αν διαψευδόταν, θα υποστήριζαν πως τουλάχιστον προσπάθησε. Το μόνο πρόβλημα είναι πως είχε συγχρόνως καταφέρει να αποσυντονίσει, αν όχι τους ίδιους τους ηγέτες των άλλων χωρών, τότε τουλάχιστον το πλέγμα των σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα σε αυτές. Και όταν ο Καναδός πρωθυπουργός ρωτήθηκε σε συνέντευξη Τύπου για τις επιλογές του Καναδά σχετικά με την αντίδρασή του στους δασμούς που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, απάντησε σε συνάρτηση με την ισχύουσα συνθήκη, τη μόνη πραγματική, αντικειμενική αλήθεια. Είπε, λοιπόν, πως ο Καναδάς θα αντιδράσει, διότι μπορεί να είναι ευγενικοί οι Καναδοί, αλλά η συμπεριφορά των Η.Π.Α. είναι λίγο προσβλητική και αρκετά ασύμφορη.

Αυτά τα σχόλια έγιναν η αρχή ενός καινούριου γύρου προσβολών από τον πρόεδρο Τραμπ και το επιτελείο του αυτή τη φορά, με τον ίδιο να χαρακτηρίζει λίγο-πολύ τον Καναδό προωθυπουργό ως διπρόσωπο, και τον σύμβουλο του Λευκού Οίκου, Πίτερ Ναβάρο, να λέει πως «υπάρχει ειδικό μέρος στην κόλαση για όποιον ξένο ηγέτη διατηρεί διπλωματικές σχέσεις κακή τη πίστει» με τον πρόεδρο Τραμπ, όπως έκανε ο Τζάστιν Τριντό. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τον Τριντό «εξαιρετικά ανειλικρινή και αδύναμο», λέγοντας πως άλλα έλεγε μπροστά στον ίδιο, και άλλα είπε στη συνέντευξή του. Ξαφνικά, τα μπαλώματα στις σχέσεις των ηγετών του G7 σκίστηκαν, και όλοι βρέθηκαν να ψάχνουν ξανά τις διαχωριστικές γραμμές, και να μετρούν μέτωπα. Η αλήθεια είναι πως ο πρόεδρος Τραμπ απάντησε στον πρωθυπουργό του Καναδά με το βλέμμα σαφώς και στην συνάντησή του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν. Μιλώντας στο CNN, ο οικονομικός σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου, Λάρι Κούντλοου, κατέστησε σαφές πως «ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα επιτρέψει να τον χειραγωγεί ένας Καναδός πρωθυπουργός. Δεν θα επιτρέψει καμία επίδειξη αδυναμίας καθ’οδόν προς τις διαπραγματεύσεις με την Βόρεια Κορέα». Κάπου εκεί, μια ακόμα πτυχή των γεγονότων φωτίστηκε λίγο περισσότερο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ χρειαζόταν την Σύνοδο του G7 ως ένα ακόμα στήριγμα στην προετοιμασία του για την συνάντηση με τον Κιμ. Μια ηγετική, αδιαπραγμάτευτη παρουσία απέναντι στα άλλα μέλη της ομάδας θα καθιστούσε σαφές στον ηγέτη της Βόρειας Κορέας ότι το μέγεθός του δεν συγκρίνεται με εκείνο των εχθρών που με ευκολία διαλέγει ο Αμερικανός πρόεδρος. Αυτό το κομμάτι του προφίλ του, όμως, φαίνεται πως έπεσε από τα χέρια του… Τζάστιν Τριντό στη συνέντευξή του. Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να έχει ανοίξει πολλά μέτωπα, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν φαίνεται να τα διαχειρίζεται συγχρόνως. Όπως έχουν τονίσει πολλοί αναλυτές, προτιμά να ασχολείται με το καθένα όποτε βρίσκεται στο επίκεντρο της καθημερινότητας. Η συνάντησή του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, την οποία βλέπει ως την πραγματική δοκιμασία (ή, μάλλον, επιβεβαίωση) των ηγετικών του δυνάμεων, συγκεντρώνει αυτή τη στιγμή όλη του την προσοχή. Όταν τον αποσπά ένα σχόλιο όπως του Καναδού πρωθυπουργού, τότε αναγκάζεται, με αυξημένο εκνευρισμό, να αντιμετωπίσει τα καινούρια δεδομένα όπως και όσο γίνεται πιο γρήγορα. Έτσι, λοιπόν, το σταθερό αμερικανικό επιχείρημα περί των δασμών ως πρόνοιας υπέρ της εθνικής ασφαλείας της χώρας άλλαξε, με τον Αμερικανό πρόεδρο να τονίζει ότι οι δασμοί στα καναδικά προϊόντα είναι απάντηση στους δασμούς που επιβάλλει και ο Καναδάς στα αντίστοιχα αμερικανικά, όπως τη φορολογία 270% στα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως τα επικαλούνται οι New York Times, οι δασμοί που επιβάλλει η Αμερική στα εισαγόμενα προϊόντα είναι κατά μέσο όρο υψηλότεροι από τους καναδικούς ή τους ιαπωνικούς, και αριβώς αντίστοιχοι εκείνων που επιβάλλουν οι ευρωπαϊκές χώρες του G7. Αυτό, όμως, δεν αφορά τόσο τη ρητορική της αμερικανικής κυβέρνησης, και ίσως δεν αφορά πια και την Ευρώπη. Σε εκτενές της άρθρο στον New Yorker, η Σούζαν Γκλέισερ περιγράφει την μακρά πορεία, μετά την εκλογή Τραμπ, της ευρωπαϊκής πολιτικής προς μια ανοιχτή διπλωματική σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με αρκετούς ανώτερους αξιωματούχους να χαρακτηρίζουν τη χώρα ως μεγαλύτερη απειλή για την ευρωπαϊκή συνοχή από ότι χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα. Είναι χαρακτηριστικό πως η Γερμανία, η οποία παραδοσιακά έχει καλές σχέσεις με τις Η.Π.Α., ξεκίνησε την προηγούμενη χρονιά τη χάραξη μιας υποθετικής πολιτικής που θα αντιδρούσε σε ενδεχόμενο επαναπροσανατολισμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μακριά από τους παραδοσιακούς της συμμάχους στη Γηραιά ήπειρο, και εγγύτερα στο Ισραήλ, και τα ευρωπαϊκά πολιτικά άκρα. Η είδηση δεν μπορεί να εκπλήσσει, όταν η ίδια η καγκελάριος Μέρκελ είχε από τις πρώτες της συζητήσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ τονίσει την ανάγκη να στηριχθεί πλέον η Ευρώπη στις δικές της δυνάμεις και να μην εξαρτάται πλέον από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον ίδιο βαθμό.

Ο Daily Intelligencer χρησιμοποίησε την εμπειρία της Συνόδου του G7 για να κάνει μια γενική αποτίμηση της ως τώρα στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ -ενός «δόγματος Τραμπ», αν θέλετε. Ανάμεσα στα σημαντικά στοιχεία περιλαμβάνεται η διαπίστωση πως η προεκλογική ρητορική του Αμερικανού προέδρου δεν ήταν μια απλή ψηφοθηρική τοποθέτηση, αλλά αποτελεί πράγματι τη βάση της πολιτικής του, προσφέροντας μια σταθερή εκτίμηση της ελάχιστης εμπιστοσύνης που έχει σε εδραιωμένες διεθνείς συμφωνίες. Ένα άλλο στοιχείο που περιλαμβάνεται στην ανάλυση είναι η απουσία κάθε πολιτικής αντίδρασης στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών -και εδώ πρέπει να γίνει σαφές ότι η συζήτηση αφορά σε ξεκάθαρες πολιτικές αντιδράσεις. Διότι μπορεί πολλοί Ρεπουμπλικανοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία να διαφωνούν με τον πρόεδρο Τραμπ και να εκφράζουν αυτή τους τη διαφωνία σε συνεντεύξεις τους και στο twitter, αλλά ο πρόεδρος Τραμπ εξακολουθεί να περνά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο αλώβητος, ειδικά αφού απολαμβάνει, όπως φαίνεται και σε άρθρο του Bloomberg, την επάνοδο της αμερικανικής οικονομίας στην κορυφή της ανταγωνιστικότητας.

Σε διαγωνισμό λεζάντας εξελίχθηκε η φωτογραφία που ανήρτησε η γερμανική καγκελαρία (Jesco Denzel/German Federal Government/ AP)

Το άρθρο του Daily Intelligencer σχολιάζει και την αυριανή συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, παρατηρώντας ότι ο Βορειοκορεάτης ηγέτης γνωρίζει καλά την πραγματική αξία της, η οποία για τον συντάκτη είναι η φωτογραφία με τον Αμερικανό πρόεδρο. Όχι μόνο επειδή αυτή θα παρουσιάζει τους δύο πολιτικούς να συναντιούνται ως ίσοι, αλλά επειδή και ο πρόεδρος Τραμπ απολαμβάνει τις συνθήκες που σχεδιάζονται ειδικά για τις κάμερες. Στην περίπτωση του G7, όμως, αυτή ήταν μια μάχη που έχασε. Η περιβόητη φωτογραφία με τον ίδιο καθισμένο και με τα χέρια του σταυρωμένα, ενόσω η Άνγκελα Μέρκελ, ανάμεσα στους άλλους ηγέτες, στέκεται από πάνω του με μάλλον κυρίαρχο ύφος, καθόρισε τις εντυπώσεις, και έδωσε ευκαιρία σε πολλούς να προσφέρουν τις δικές τους λεζάντες. Ο πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου, Γκι Φερχόφσταντ, πρόσφερε μια άκρως σαρκαστική, υποθέτωντας πως οι άλλοι ηγέτες του G7 έλεγαν στον Ντόναλντ Τραμπ: «Τουλάχιστον πες μας με τι σε κρατάει ο Βλάντιμιρ. Ίσως μπορούμε να σε βοηθήσουμε». Την ίδια ώρα, στη Γερμανία, η Süddeutsche Zeitung προτιμούσε να παρομοιάσει τον Αμερικανό πρόεδρο με κακομαθημένο παιδί, οι γονείς του οποίου προσπαθούν να το συνετίσουν: «Τουλάχιστον δοκίμασε το το μπρόκολο», λέει η λεζάντα. Η αλήθεια είναι πως σχεδόν όλοι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση θα αναγκαστούν να καταπιούν κάτι που δεν θέλουν. Στη Σύνοδο του G7 πήραν μια γεύση. Έστω μπρόκολου.

Μοιράσου το άρθρο: