Οργανώνονται σιγά σιγά οι πολιτικές δυνάμεις στην Τουρκία, μετά από την απόφαση του Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, οι οποίες παραδοσιακά δυσχεραίνουν το έργο της αντιπολίτευσης, καθώς αναγκάζονται να επιλέξουν τους υποψηφίους τους εντός μικρότερου χρονικού διαστήματος. Ασφαλώς, αυτό δεν είναι το μόνο σημαντικό χαρακτηριστικό των προσεχών εκλογών, οι οποίες καλούνται συγχρόνως να ολοκληρώσουν την μετάβαση της χώρας σε ένα αμιγώς προεδρικό σύστημα υπερσυγκέντρωσης των εκτελεστικών εξουσιών, αλλά και να δώσουν στον Ερντογάν την άνεση κινήσεων που η οριακή ψήφος υπέρ της συνταγματικής αλλαγής τού στέρησε πριν από έναν χρόνο.

Το κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν κάνει ό,τι μπορεί για να ενισχύσει την απήχησή του στους ψηφοφόρους, ξεκινώντας μάλιστα και την καταβολή ενός έκτακτου οικονομικού βοηθήματος προς περισσότερους από 12 εκατομμύρια συνταξιούχους μόλις μία εβδομάδα πριν τις εκλογές. Οι συνταξιούχοι δικαιούχοι του βοηθήματος αντιπροσωπεύουν περίπου το 15% των ψηφοφόρων, και θα πάρουν περίπου 490 ευρώ σε δύο δόσεις, με τον προϋπολογισμό της χώρας να επιβαρύνεται συνολικά κατά περίπου 4,9 δισεκατομμύρια ευρώ. Το βοήθημα είναι μέρος μόνο μιας συνολικής δέσμης παροχών που περιλαμβάνει ελαφρύνσεις και διαγραφές χρεών, φόρων και λοιπών οφειλών προς το κράτος. Στον απόηχο προειδοποιήσεων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλους οργανισμούς για την πορεία της τουρκικής οικονομίας, οι παροχές αυτές ανησυχούν τους ειδικούς, χωρίς όμως να επιτρέπουν αμφιβολίες για τα πολιτικά τους κίνητρα, ή τις πιθανότητες επιτυχίας τους, καθώς η ηγετική φυσιογνωμία του Ερντογάν, η οποία του επέτρεψε μέχρι τώρα να κρατηθεί στο προσκήνιο και να επιβάλλει τις αλλαγές που υποστηρίζει, είναι βασισμένη στην οικονομική πρόοδο των Τούρκων πολιτών.

Βεβαίως, όσο και αν η οικονομία χαρακτηρίζει την πολιτική συζήτηση στην Τουρκία, το θρησκευτικό ζήτημα και το δίπολο που συνιστά με την εκκοσμίκευση της δημόσιας ζωής παραμένει δομικό υλικό των προσεχών εκλογών, και ο βασικός, εξ όσων φαίνεται, λόγος για την επιλογή του Μουχαρέμ Ιντσέ από το κεμαλικό CHP, το ρεπουμπλικανικό λαϊκό κόμμα της χώρας. Αποφεύγοντας τους πειραματισμούς του με ισλαμιστές υποψηφίους, οι οποίοι, όπως σημειώνει το Bloomberg, αποξένωσαν σημαντικό ποσοστό της εκλογικής του βάσης, το CHP επέλεξε για τις προσεχείς εκλογές να τοποθετήσει ως υποψήφιο τον σταθερά κοσμικό Ιντσέ, ελπίζοντας πως το πολυσυλλεκτικό εθνικιστικό του ύφος θα διευρύνει την παραοδσιακή δύναμη του κόμματος.

Μια τέτοια διεύρυνση θα ήταν οπσωσδήποτε ευπρόσδεκτη για την τουρκική αντιπολίτευση, αφού ακόμα και αν ο Ερντογάν δεν κατορθώσει, όπως και φαίνεται ότι θα γίνει, να συγκεντρώσει περισσότερες από το 50% των ψήφων κατά τον πρώτο γύρο των εκλογών, η εκλογική του συμμαχία με το εθνικιστικό ΜΗΡ και η παρούσα δημοσκοπική του υπεροχή έναντι του πλησιέστερου αντιπάλου του, του οποίου υπερτερεί με υπερδιπλάσιο ποσοστό ψήφων, καθιστούν το έργο της αντιπολίτευσης ακόμα δυσκολότερο.

Την ίδια ώρα, ένας άλλος ηγέτης που διαμόρφωσε τους νόμους της χώρας του κατά τις προτιμήσεις του, διασφαλίζοντας την παραμονή του στην ηγεσία για μεγάλο χρονικό διάστημα, ετοιμάζεται να πανηγυρίσει την τέταρτη ορκωμοσία του: Έχοντας κερδίσει το 77% των ψήφων στις πρόσφατες ρωσικές εκογές, ο Βλάντιμιρ Πούτιν μπορεί να αντιμετωπίζει σε δεκάδες πόλεις διαδηλώσεις εναντίον της εξουσίας του, όμως αυτή παραμένει ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη. Περισσότεροι από 1200 διαδηλωτές συνελήφθησαν από τις ρωσικές Αρχές στην Μόσχα και σε άλλες πόλεις το Σάββατο, όμως φαίνεται πως οι διαδηλώσεις αυτές, τις οποίες οργάνωσε ο Αλεξέι Ναβάλνι, δεν έχουν την ίδια δυναμική που τις χαρακτήριζε μόλις έναν χρόνο πριν.

Με τον Τούρκο πρόεδρο να προχωρά προς τις εκλογές με την ώθηση που του εξασφαλίζει στο κοινό του η επιθετική του πολιτική στη Συρία, ο Βλάντιμιρ Πούτιν αποτελεί ένα σημαντικό μέρος ενός γενικότερου σχεδίου -σύμφωνα, τουλάχιστον, με όσα υποστηρίζει στο Bloomberg ο Ρώσος φιλόσοφος και σύμβουλος του προέδρου Πούτιν, Αλεξάντερ Ντούγκιν. Για τον Ντούγκιν, η τουρκική πολιτική στη Συρία, όπου επιχειρεί εναντίον Κούρδων μαχητών που συνεργάζονται με αμερικανικές Αρχές, είναι προς όφελος της Ρωσίας, καθώς όχι μόνο στρέφει -κατά την εκτίμησή του- τους Κούρδους μαχητές εναντίον της Ουάσινγκτον που αποτυγχάνει να τους προστατέψει, αλλά συγχρόνως επανατοποθετεί την Τουρκία σε μια πορεία εναρμόνισης με την Ανατολή περισσότερο, παρά με την Δύση, επισημαίνοντας με αυτόν τον τρόπο πως «μια Μέση Ανατολή χωρίς Δυτική παρουσία είναι πιθανή». Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ο Ντούγκιν, η αποδυνάμωση των σχέσεων Τουρκίας-Ηνωμένων Πολιτειών συμφέρει τη Ρωσία.

Μοιράσου το άρθρο: