Μια πολιτική κρίση που έγινε εθνική οικονομική κρίση και έχει όλα τα προσόντα για… διεθνή καριέρα είναι η κρίση που εκτυλίσσεται αυτές τις ημέρες στην Τουρκία, και έχει τις ρίζες της στο «οικονομικό θαύμα» της πρώιμης ηγεσίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στον πόλεμο στη Συρία, και στο αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Τούρκου προέδρου.

Την ώρα που η τουρκική λίρα ψάχνει για το μοναχικό κλαδί στο γκρεμό για να σταματήσει την πτώση της, τα αίτια του προβλήματος δείχνουν μια εκτεθειμένη οικονομία, η οποία στερεύει από εμπιστοσύνη την ώρα που τη χρειάζεται περισσότερο. Το 2013 η Τουρκία αποπλήρωνε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με εορτασμούς που τόνιζαν την ανεξαρτησία και δύναμη της οικονομίας της, χωρίς όμως η ίδια να απομακρύνεται από το μοντέλο δανεισμού που τροφοδοτεί για χρόνια την άνθισή της. Δύο στοιχεία γίνονται προφανή ήδη από τους πανηγυρισμούς εκείνης της εποχής: Αφ’ ενός, η ηγετική φυσιογνωμία του Ερντογάν είναι συνυφασμένη με την άρνηση κάθε σχετικού προβλήματος και κάθε προοπτικής αιτήματος για βοήθεια. Αφ’ ετέρου, η τουρκική οικονομία κατάγεται από άλλες οικονομίες και άλλα νομίσματα. Οι New York Times σχολιάζουν πως περισσότερο από κάθε άλλη αναπτυσσόμενη οικονομία, η τουρκική χρηματοδοτείται από χρέη σε ξένο νόμισμα, το οποίο φτάνει σε ποσοστό 70% του συνολικού της μεγέθους, με την πλειοψηφία να αφορά σε δολάρια. Αυτό το χρέος γίνεται ασφαλώς περισσότερο δύσκολο να αποπληρωθεί με τις πιέσεις που δέχεται η τουρκική λίρα, οδηγώντας πολλές επιχειρήσεις στη χώρα να παραδεχθούν την αδυναμία τους. Στο επίπεδο των ιδιωτών, η πρόσφατη σχετική ανάκαμψη του τουρκικού νομίσματος συνδέεται και με την μετατροπή πλέον των 50-60 εκατομμυρίων δολαρίων σε λίρες, σε μια απόπειρα εκμετάλλευσης της ισοτιμίας, αλλά -σε κάποιο βαθμό- και εις ανταπόκριση στην οδηγία του Ερντογάν πως κάθε άλλη επιλογή θα ήταν αντεθνική και θα ισοδυναμούσε με παράδοση σε όσους σχεδιάζουν την οικονομική κατάρρευση της χώρας.

Στον αντίποδα της ρητορικής Ερντογάν βρέθηκε η Ένωση Επιμελητηρίων της Τουρκίας, η οποία, όπως σημειώνει το Bloomberg, ζήτησε περικοπές δαπανών, ενίσχυση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η απόφαση για τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς), τερματισμό της διπλωματικής διαμάχης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, και περιορισμό του πληθωρισμού, ο οποίος έφτασε τον Ιούλιο στο 16%, ιστορικό υψηλό 15ετίας. Το ζήτημα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων είναι πολύπλοκο και ενώ έχει βρει την κορύφωσή του στο αμερικανικό αίτημα για απελευθέρωση του Άντριου Μπράνσον, του πάστορα που κατηγορείται από τις τουρκικές Αρχές για κατασκοπεία και τρομοκρατία σε σύνδεση και με το πραξικόπημα του 2016. Την προηγούμενη εβδομάδα, τουρκική αντιπροσωπεία βρέθηκε στις ΗΠΑ για συζητήσεις με αξιωματούχους των υπουργείων Εξωτερικών και Οικονομικών, οι οποίες, εκτός της απελευθέρωσης και επιστροφής του Μπράνσον, αφορούσαν τις αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον Τούρκο υπουργό Δικαιοσύνης και τον υπουργό Εσωτερικών για το ρόλο τους στη δίωξή του. Οι κυρώσεις προβλέπονται από την αμερικανική νομοθεσία και αφορούν σε πιθανά περιουσιακά στοιχεία των δύο υπουργών στην Αμερική, καθώς και σε ποινές για εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων που συνάπτουν σχέσεις μαζί τους. Ως πάστορας, ο Άντριου Μπράνσον, για τον οποίο ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εκφράσει την επιθυμία του να επιστρέψει στην χώρα του, σχετίζεται με μια δημογραφική κατηγορία που δημοσκοπικά ευνοεί τον Ντόναλντ Τραμπ, και η ανάδειξή του σε βασικό άξονα της διαμάχης Τουρκίας-Η.Π.Α. έχει πολλαπλό νόημα. Οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών, όμως, ταλανίζονται και από τις συνέπειες του αμερικανικού εμπάργκο στο Ιράν, καθώς και στην συνεχιζόμενη παραμονή του Φετιουλάχ Γκιουλέν σε αμερικανικό έδαφος, μια και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν ότι η τουρκική Δικαιοσύνη δεν έχει παρουσιάσει πειστικά επιχειρήματα για την παράδοσή του.

Όσον αφορά στο εμπάργκο στο Ιράν, η Τουρκία βλέπει στην αμερικανική κίνηση μια άμεση απειλή των συμφερόντων της, καθώς η χώρα είναι βασικός οικονομικός της εταίρος, και το δεδομένο είναι πως πλήγεται είτε αποφεύγοντας τις αμερικανικές κυρώσεις εναντίον όσων συνεχίζουν τις οικονομικές σχέσεις μαζί της, είτε απομακρυνόμενη από τις διάφορες συνεργασίες της. To πλέον απτό παράδειγμα εν προκειμένω είναι εκείνο της Halkbank, της τουρκικής τράπεζας που ερευνάται για παραβιάσεις του αμερικανικού εμπάργκο στο Ιράν, και η οποία σύμφωνα και με το Bloomberg αντιμετωπίζει ένα ενδεχομένως υψηλό πρόστιμο από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών. Ο Μεχμέτ Χακάν Ατίλα, στέλεχος της Halkbank, κρατείται στις Ηνωμένες Πολιτείες, και η Τουρκία έχει ζητήσει την έκδοσή του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συζητήσει την πιθανότητα μιας επιεικέστερης ποινής για την Halkbank, καθώς και την έκδοση του Ατίλα στην Τουρκία για να εκτίσει εκεί το υπόλοιπο της ποινής του, όμως η προσφορά συνδέεται με την απελευθέρωση και επιστροφή του Μπράνσον. Στο κάδρο των αμερικανικών επιδιώξεων βρίσκεται και η απελευθέρωση τεσσάρων ακόμη ατόμων που χαρακτηρίζονται ως όμηροι: Του επιστήμονα της NASA, Σερκάν Γκόλγκε, καθώς και τριών Τούρκων υπαλλήλων της αμερικανικής αποστολής στην Τουρκία, οι οποίοι σύμφωνα με την αμερικανική διπλωματία κρατούνται αποκλειστικώς και μόνο ως διαπραγματευτικά χαρτιά.

Το ζήτημα της προσέγγισης Ρωσίας-Τουρκίας δεν διαφεύγει της προσοχής όσων προσπαθούν να αποκαταστήσουν τις διπλωματικές σχέσεις Αμερικής-Τουρκίας, με τον πόλεμο στη Συρία και τη συνεργασία των δύο χωρών να είναι μόνο μία πλευρά του προβλήματος. Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει τονίσει πως η διαμάχη με την Αμερική μπορεί να τον αναγκάσει να αναζητήσει άλλες συμμαχίες, και η Ρωσία είναι σίγουρα η συμμαχία που η Δύση θα προτιμούσε να αποφύγει, ενόσω ο Βλάντιμιρ Πούτιν «δεν αφήνει μια καλή κρίση να πάει χαμένη», όπως έγραψε ο Άντονι Χάλπιν στο Bloomberg. Με τους αυξανόμενους αμερικανικούς δασμούς στον τουρκικό χάλυβα και το αλουμίνιο να επιδεινώνουν τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας, και τα ρωσικά αμυντικά συστήματα να τονίζουν μια φιλικότερη διάθεση, οι οικονομικές, γεωπολιτικές και διπλωματικές συμμαχίες μπλέκονται όλο και περισσότερο. Η εσωτερική πολιτική σκηνή της Τουρκίας βρίσκεται ασφαλώς στο στόχαστρο των παρατηρητών, αφού η οικονομική κρίση δοκιμάζει τις υποσχέσεις και του κύρος του Ερντογάν. Μιλώντας στο Bloomberg, ο αναλυτής Κρίστιαν Μάτζιο, επικεφαλής στρατηγικής για αναπτυσσόμενες χώρες στην βρετανική TD Securities, ανέφερε πως ανάμεσα στα διάφορα βήματα που πρέπει να κάνει η τουρκική κυβέρνηση είναι η λιτότητα και η είσοδος στην κυβέρνηση προσώπων που χαίρουν της εκτίμησης των οικονμικών κύκλων. Και τα δύο αυτά βήματα προσκρούουν στον Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος εκτός από την ταύτισή του με την οικονομική άνθιση, έκανε τον γαμπρό του υπουργό Οικονομικών.

Πολλοί υποστηρίζουν πως, για να μετακινηθεί ο Ερντογάν από τις πάγιες θέσεις του, η οικονομική κρίση στην Τουρκία θα χρειαστεί να ενταθεί. Ήδη, όμως, υποδεικνύει πως κάποιες αλλαγές είναι αμετάκλητες, με την Τερίζ Ράφαελ να γράφει στο Bloomberg πως οι σχέσεις Αμερικής-Τουρκίας δεν πρόκειται ποτέ να επανέρθουν στα προηγούμενα επίπεδα, τονίζοντας πως οι Η.Π.Α. μπορούν να επενδύσουν σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό, βασιζόμενες στην αποδυνάμωση του Ερντογάν, για την προστασία των εμπεδομένων συμφερόντων τους. Σε αυτό το σημείο, όμως, είναι χρήσιμες οι παρατηρήσεις του Foreign Policy, το οποίο, αναλύοντας την κατάσταση της αντιπολίτευσης στην Τουρκία, σημειώνει πως η επανεκλογή Ερντογάν έχει αναδείξει την απουσία οργάνωσης και προοπτικής.

Οι διεθνείς συνέπειες από τις συνθήκες στην Τουρκία είναι ευνόητες, με τον αναπροσδιορισμό πολιτικών συμμαχιών εντός και εκτός του ΝΑΤΟ να αξίζουν ξεχωριστής προσοχής. Ακόμη και μόνο σε οικονομικό επίπεδο, ο Τιμ Λι, οικονομικός σύμβουλος που από το 2011 προειδοποιούσε για κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας, επανέλαβε στους New York Times τις εκτιμήσεις του, αναθεωρώντας επί τα χείρω ως προς τις επιπτώσεις της για την Ευρώπη και την Αμερική: «Αυτή τη φορά δεν θα είναι τραπεζική κρίση, θα είναι κρίση των οικονομικών αγορών. Και είμαι πολύ βέβαιος πως θα συμβεί». Η προηγούμενη πρόβλεψη του Λι επιβεβαιώθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά από 7 χρόνια. Ίσως αυτή να χρειαστεί λιγότερο χρόνο.

Μοιράσου το άρθρο: