Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η Ελλάδα θα κλείσει τον κύκλο του τρίτου μνημονίου χωρίς να χρειαστεί νέο πρόγραμμα στήριξης.

Μια τέτοια εξέλιξη είναι κάτι που θέλουν σχεδόν όλες οι πλευρές: η ελληνική κυβέρνηση, ο επιχειρηματικός κόσμος αλλά και οι δανειστές -κάθε πλευρά για δικούς της, διαφορετικούς λόγους.

Η κοινή συνισταμένη είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να επανακτήσει τη δυνατότητα να δανείζεται από τις αγορές εκδίδοντας νέα ομόλογα.

Η κυβέρνηση το θέλει για να μην υπόκειται στη βάσανο των αξιολογήσεων και της έξωθεν επιβολής νέων μέτρων, ο επιχειρηματικός και τραπεζικός κόσμος το χρειάζεται για να επανέλθει η ομαλότητα στην αγορά και στις συνθήκες χρηματοδότησης.

Ομαλή αναχρηματοδότηση

Οι δανειστές, από την πλευρά τους, προτιμούν μια τέτοια εξέλιξη για δύο λόγους. Αφενός διότι εάν παρουσιάσουν ένα νέο πρόγραμμα ύστερα από 10 χρόνια μνημονίων και στήριξης, θα πρόκειται για σαφή ομολογία αποτυχίας, αλλά και επειδή είναι πολιτικά αδύνατον να περάσει κάτι τέτοιο από τα εθνικά κοινοβούλια.

Επιπλέον, ο αντικειμενικός τους στόχος είναι να αρχίσει και πάλι να δανείζεται η Ελλάδα εκδίδοντας νέα ομόλογα στην αγορά προκειμένου σταδιακά να αποπληρώνει τις οφειλές της προς τους επίσημους δανειστές (ΔΝΤ, ESM, κράτη ευρωζώνης).

Επομένως, υπάρχει συναίνεση μεταξύ των βασικών παικτών για την παρουσίαση ενός ελληνικού success story και είναι πιθανόν ότι εκεί θα οδηγηθούν τα πράγματα, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής και επικοινωνίας.

Όπως είναι λογικό, η κυβέρνηση επιδιώκει να επωφεληθεί από το θετικό κλίμα που θα δημιουργηθεί λόγω αυτών των εξελίξεων, ενώ η αντιπολίτευση επιχειρεί να αποδομήσει την εικόνα.

Τριβές με αφορμή τις τράπεζες

Ένα από τα σημεία τριβής είναι η θέση των τραπεζών την επόμενη ημέρα, αφού από την πλευρά της Τράπεζας της Ελλάδος ο διοικητής της Γιάννης Στουρνάρας έχει υποστηρίξει ότι είναι απαραίτητη μια προληπτική γραμμή στήριξης, με το επιχείρημα ότι σε διαφορετική περίπτωση η ΕΚΤ δεν θα μπορεί να συνεχίσει να παρέχει φθηνή ρευστότητα στις τράπεζες κατ’ εξαίρεση (το λεγόμενο waiver). Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι η προληπτική γραμμή θα παρέχει μια κάλυψη έτσι ώστε να μην υπάρχει αβεβαιότητα ή κίνδυνος για το τραπεζικό σύστημα εάν κάτι πάει στραβά, είτε από οικονομική είτε από πολιτική σκοπιά.

Ακόμη, δίνεται έμφαση στο ότι με την καθαρή έξοδο η χώρα θα “χάσει” το φθηνό επιτόκιο που έχει από τον ESM το οποίο είναι γύρω στη μονάδα, ενώ από την αγορά θα δανείζεται με 3-4%.

Η χρηματοδότηση του ESM, όμως όπως και η παροχή προληπτικής γραμμής, συνοδεύονται από μνημόνιο και ασφυκτικό έλεγχο. Για το λόγο αυτό δεν επιθυμεί τη στήριξη η κυβέρνηση, για πολιτικούς λόγους, όπως άλλωστε και οι δανειστές που θέλουν να εμφανίσουν ένα success story.

Το γεγονός είναι ότι η προβολή διεθνώς μιας θετικής εικόνας για την Ελλάδα και η αποκατάσταση της χρηματοδότησης με ομόλογα είναι κάτι που εξυπηρετεί την αγορά και την οικονομία. Εάν η χώρα αρχίσει να εκδίδει ομόλογα, πιο εύκολα θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν με δικά τους ομόλογα οι τράπεζες και οι μεγάλες επιχειρήσεις.

Αυτό εξηγεί και τις τοποθετήσεις ορισμένων παραγόντων όπως ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Νίκος Καραμούζης που υποστήριξε ότι η χώρα πρέπει να βασιστεί σε ένα δικό της σχέδιο για την επόμενη μέρα, χωρίς πρόγραμμα προληπτικής στήριξης.

Όσοι είναι αντίθετοι στην προληπτική γραμμή στήριξης υποστηρίζουν ότι η τελευταία δεν είναι απαραίτητη, αφού η χώρα θα διαθέτει ένα χρηματικό απόθεμα ασφαλείας της τάξης των 17-19 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, το οποίο εφόσον «παρκαριστεί» στο τραπεζικό σύστημα θα καλύψει τις όποιες απώλειες ρευστότητας των τραπεζών και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησής τους.

Υβριδικό πλαίσιο

Στην πράξη, η επόμενη μέρα του μνημονίου σε κάθε περίπτωση θα συνοδεύεται από περιορισμούς και κάποιας μορφής οικονομική εποπτεία. Τούτο προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι οι προϋπολογισμοί των επομένων ετών θα πρέπει να παράγουν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ, αλλά και από τις «συνηθισμένες» διαδικασίες εποπτείας που ισχύουν για τα κράτη που βγαίνουν από μνημόνιο, καθώς και από τη γενική εποπτεία στην οποία υπάγονται όλα τα κράτη μέλη.

Το ερώτημα, επομένως, είναι τι μορφή θα έχει το πλαίσιο της επόμενης ημέρας, διότι απολύτως «καθαρή» έξοδος αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, φαίνεται ότι ετοιμάζεται ένα υβριδικό πλαίσιο, το οποίο θα δημιουργεί ένα πλαίσιο ασφαλείας, θα περιέχει ορισμένες προϋποθέσεις πολιτικής συνδεόμενες με «μεταρρυθμίσεις» και με κάποια «υπόλοιπα» του τρίτου μνημονίου (όπως π.χ. αποκρατικοποιήσεις που δεν θα ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος Αυγούστου).

Θα περιλαμβάνει επίσης στόχους, προβλέψεις και μέτρα για την ανάπτυξη, οπότε θα λάβει τη μορφή ενός προγράμματος ανασυγκρότησης, αντί για εκείνη του «μνημονίου» ή του προγράμματος στήριξης.

Μοιράσου το άρθρο: