«Αν διεκδικήσεις τα εύσημα για την άνοδο, θα σου ανήκει η πτώση.» Με αυτή την φράση στο twitter σχολίασε ο πρώην εκπρόσωπος Τύπου του Μπαράκ Ομπάμα την προθυμία και, κυρίως, τη βιασύνη του Ντόνλαντ Τραμπ να οικειοποιηθεί την πρόσφατη άνοδο του αμερικανικού χρηματιστηρίου, η οποία φαίνεται να έχει αντικατασταθεί από… έντονη περισυλλογή και πτώση. Στις 26 Ιανουαρίου, η Wall Street χτυπούσε ρεκόρ όλων των εποχών. Στην καθιερωμένη ομιλία του Αμερικανού προέδρου ενώπιον του Κογκρέσου στις αρχές κάθε χρόνου, ο Ντόναλντ Τραμπ τόνιζε πως, μετά την εκλογή του, «το χρηματιστήριο έχει καταρρίψει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, κερδίζοντας 8 τρισεκατομμύρια δολάρια». Την Παρασκευή, λίγες ημέρες μετά την ομιλία του Αμερικανού προέδρου, η Wall Street έχασε 666 μονάδες. Την Δευτέρα, έχασε επιπλέον 1.175 μονάδες. Από την ημέρα του πρόσφατου ιστορικού του υψηλού, ο Dow Jones είχε χάσει 8,5%. Ο επικεφαλής επιχειρήσεων του Blackstone Group τόνιζε στο CNBC πως «εύκολα μπορεί κανείς να δει μια διόρθωση 10-20% κάποια στιγμή» μέσα στο 2018.

Οι λόγοι, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, είναι αρκετοί: Ανασφάλεια για την μελλοντική πορεία της αμερικανικής κεντρικής ομοσπονδιακής τράπεζας, πολιτική ανησυχία, και τα… καλά νέα για τα δεδομένα της αγοράς εργασίας. Την Παρασκευή, το υπουργείο Εργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε πως οι ωρωμίσθιες αμοιβές των εργαζομένων σημείωσαν αύξηση 2,9%, μια εξέλιξη που σε συνδυασμό με την πτώση της ανεργίας μπορεί να σημαίνει περισσότερα κέρδη για τους ίδιους, αλλά ταυτόχρονα συνεπάγεται, μάλλον, αύξηση του πληθωρισμού, καθώς και λιγότερα κέρδη για τους μετόχους. Με την Fed να ψάχνει ακόμα τον βηματισμό της υπό την ηγεσία του Jerome Powell, και τρεις από τις επτά θέσεις των κυβερνητών της κενές, η αγορά φαίνεται επιφυλακτική στις εκτιμήσεις της. Μιλώντας στην Washington Post, ο Daniel Wiener, επικεφαλής της Adviser Investments, σχολίασε πως «οι επενδυτές είχαν όλο το σαββατοκύριακο να ανησυχούν για το τι έγινε την Παρασκευή, και την Δευτέρα πούλησαν. Αυτό είναι φυσιολογική, καθημερινή χρηματιστηριακή μεταβλητότητα. Και είναι υγιής». Βεβαίως, ο Wiener παρατήρησε συγχρόνως πως η συμπεριφορά των αγορών είναι «ψυχολογία όχλου στα καλύτερά της», οπότε τα συμπεράσματα ποικίλουν. Η πτώση δεν περιορίστηκε στην αμερικανική αγορά, αλλά καθρεφτίστηκε στην Ιαπωνία, το Χονγκ Κονγκ, την Κίνα, και αλλού.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την αμερικανική πολιτική; Το 2018 είναι χρονιά εκλογών, και, μάλλον, σημαντικών. Το Bloomberg και άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν πως οι Δημοκρατικοί έχουν αρκετές πιθανότητες να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, τερματίζοντας την μονοκομματική εξουσία που ασκείται αυτή τη στιγμή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κεφαλαιοποιώντας τις ενστάσεις στις επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ, και ευνοούμενοι από εξελίξεις όπως η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. για τον επαναπροσδιορισμό των εκλογικών περιφερειών στην Πενσιλβάνια, η οποία μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για παρόμοιες πρωτοβουλίες και σε άλλες πολιτείες, οι Δημοκρατικοί αναμένεται να ανεβάζουν διαρκώς τον τόνο της αντιπαράθεσής τους με τον πρόεδρο Τραμπ. Όσο για τον ίδιο, είναι μάλλον απίθανο να σταματήσει την στενή σύνδεση της διακυβέρνησής του με την πορεία της αμερικανικής οικονομίας, η οποία, όπως είναι και φυσικό, θα γίνεται και εκ των πραγμάτων στενότερη, καθώς η προεδρία Ομπάμα απομακρύνεται χρονικά και ανατρέπεται πολιτικά. Το θέμα είναι πως η πολιτική δεν εξαντλείται στην ρητορική, και εκτός από τα προεκλογικά σχόλια ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται να ορίσει και να διαχειριστεί μια οικονομική πολιτική, στην οποία ο βασικός φόβος και κίνδυνος είναι η πιθανή επαλήθευση των προβλέψεων πως ο πληθωρισμός, ο οποίος ακόμα δεν έχει φτάσει στα επιθυμητά επίπεδα, θα ξεφύγει ανεξέλεγκτος, και η Fed θα αυξήσει τα επιτόκια επιβραδύνοντας την οικονομία.

Μοιράσου το άρθρο: