Δύσκολοι καιροί για υπερδυνάμεις. Για την ακρίβεια, δύσκολοι καιροί για την εδραιωμένη υπερδύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων οι αντίπαλοι, αλλά και οι σύμμαχοι, μάλλον ποτέ δεν συμφιλιώθηκαν με την λογική της «τελευταίας» μεγάλης υπερδύναμης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ίσως δεν εμπνέει, λόγω της δομής της, ανάλογους χαρακτηρισμούς. Συγκεκριμένα κράτη, όμως, όχι μόνο το καταφέρνουν, αλλά το επιδιώκουν συνειδητά -και η διαφορά τους από χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, για παράδειγμα, είναι ότι το επιδιώκουν και συγκριτικά: Η Ρωσία και η Κίνα δεν θέλουν να είναι υπερδυνάμεις. Θέλουν να είναι υπερδυνάμεις στη θέση που εκτιμούν ότι εγκαταλείπει η Αμερική.

Πριν από λίγες ημέρες ο Βλάντιμιρ Πούτιν, ο οποίος σε μια μάλλον προεκλογικού χαρακτήρα κίνηση παρουσίασε τις πυρηνικές δυνατότητες και τα σχέδια της χώρας του, σε συνδυασμό με αυστηρή ρητορική περί της εξωτερικής πολιτικής, σχολίασε πως αν μπορούσε να αλλάξει σε κάτι το παρελθόν θα επέλεγε να αποτρέψει την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το σχόλιό του θα μονοπωλούσε την προσοχή των ειδικών αναλυτών, αν δεν του είχε κλέψει τα φώτα ο Κινέζος πρόεδρος, Ζι Τζινπίνγκ, ο οποίος ετοιμάζεται να εγκατασταθεί σχεδόν μόνιμα στο αξίωμά του.

Οι αυστηρές ομοιότητες ανάμεσα στους προέδρους της Ρωσίας και της Κίνας είναι ευδιάκριτες: Και οι δύο διαθέτουν δυναμικές προσωπικότητες που επιθυμούν να επιβάλλονται σε καθεστώτα που δεν ευνοούν την αμφισβήτησή τους. Επιπλέον, και αυτό φαίνεται να είναι το βασικό θέμα των ημερών, αμφότεροι επιδιώκουν να παραμείνουν στις θέσεις τους, ανεξαρτήτως των όποιων σχετικών διατάξεων ισχύουν μέχρι τώρα. Ο πρόεδρος Πούτιν εγκαταστάθηκε στην πρωθυπουργία για να παρακάμψει τον περιορισμό των συνεχόμενων προεδρικών θητειών. Ο πρόεδρος Τζινπίνγκ είναι έτοιμος να αλλάξει, απλώς, το κινεζικό Σύνταγμα. Αποφεύγοντας πριν από λίγους μήνες να ορίσει τον διάδοχό του, ο Ζι είχε καταστήσει σαφείς τις προθέσεις του, και η αποδοχή του από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία πως δεν κινδυνεύει να τον αμφισβητήσουν. Πλέον, αυτό γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο.

Εκτός από τις ομοιότητες, οι δύο πολιτικοί χαρακτηρίζονται και από τουλάχιστον μία σημαντική διαφορά: Η Ρωσία του Βλάντιμιρ Πούτιν επιδιώκει την πλήρη επάνοδό της στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Η Κίνα του Ζι Τζινπίνγκ είναι πεπεισμένη πως ήρθε επιτέλους η ώρα να σταματήσει να κρύβει την δύναμή της και να βρεθεί για πρώτη φορά στην κορυφή της πυραμίδας. Είναι μάλλον ποιητικό ότι ο προηγούμενος Κινέζος ηγέτης που κυβέρνησε χωρίς περιορισμό θητειών (χωρίς, βεβαίως, και να κατέχει τον επίσημο τίτλο) ήταν ο Ντενγκ Ζιαοπίνγκ, ο άνθρωπος που πρέσβευε, όπως υπενθυμίζει και το Bloomberg σε ανάλυσή του, πως η Κίνα χρειάζεται να κρύβει τις δυνατότητές της και να περιμένει πότε θα έρθει η στιγμή της. Ο Ζι ακολουθεί πλέον μια σαφώς αντίθετη τακτική. Ίσως ακόμα ποιητικότερη είναι η σύνδεση του Κινέζου νυν προέδρου με τον πιο φημισμένο σύγχρονο ηγέτη της χώρας, ο οποίος ήταν παρομοίως απαλλαγμένος από συνταγματικούς περιορισμούς, τον Μάο Τσε Ντουνγκ. Ο Μάο, ο οποίος άφησε πίσω του ένα σχεδόν καταστροφικό για την Κίνα κενό εξουσίας (το οποίο, άλλωστε, ήταν και από τους βασικούς λόγους για τα όρια των προεδρικών θητειών), ήταν εκείνος που καθόρισε, σε άμεσο επίπεδο, την ανατροφή του Ζι, εξορίζοντας τον πατέρα του, σημαντικό στέλεχος του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος, και αναγκάζοντας και τον ίδιο να περάσει αρκετά χρόνια της παιδικής του ηλικίας σε μια υπόγεια σπηλαιοειδή κατοικία, όπου ασχολείτο κυρίως με αγροτικές εργασίες.

Στα πρώτα χρόνια της εξουσίας του, ο Ζι ακολούθησε μια εδραιωμένη πολιτική, η οποία ήταν επικεντρωμένη στην ανάπτυξη της χώρας ως οικονομικής υπερδύναμης. Με την πεποίθηση πως η πολιτική εξουσία ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής, η τακτική της Κίνας απέδωσε τους γνωστούς καρπούς, και παρά τις έντονες διεθνείς ανησυχίες για διάφορες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οικονομικό κεφάλαιο επέτρεψε την ανάπτυξη του πολιτικού. Πριν από σχεδόν έναν χρόνο, η αμερικανική διπλωματία προσπαθούσε να τα συνεκτιμήσει, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ έψαχνε τρόπο να ανασκευάσει το προεκλογικό του ύφος, στο οποίο είχε κάποτε πει ότι η Κίνα «βίαζε» για χρόνια τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη συνάντηση των δύο ηγετών, ο Ντόναλντ Τραμπ φάνηκε να εντυπωσιάζεται από τον Κινέζο ομόλογό του, όμως τα σύγχρονα δεδομένα αποτελούν πρόκληση για την επιβίωση αυτής της συμπάθειας.

Γράφοντας για το Bloomberg, ο Χαλ Μπραντς, καθηγητής στο Κέντρο Διεθνών Σχέσεων Κίσιντζερ του πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς, σχολιάζει πως οι κινήσεις του Ζι ίσως έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ο Κινέζος ηγέτης περιγράφει ως το «κινεζικό όνειρο». Για τον Μπραντς, το κινεζικό καθεστώς, και ειδικά η προοπτική της συγκέντρωσης ακόμα μεγαλύτερων δυνάμεων στο πρόσωπο του Κινέζου προέδρου, απομακρύνει τις χώρες της περιοχής από την επιρροή της Κίνας, σπρώχνοντάς τις, αντιθέτως, στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Πρόκειται για το ακριβές αντίθετο της ανάπτυξης πολιτικής δύναμης μέσω της οικονομικής. Αν αυτό το πρότυπο, βασιζόμενο σε αυστηρούς περιορισμούς και σχετική διακριτικότητα στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής, επέτρεψε στην Κίνα να αναπτυχθεί χωρίς να θεωρηθεί απειλή, η εκμετάλλευση των καρπών του δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να επιδεικνύει το μέγεθος της κινεζικής δύναμης.

Χώρες όπως το Βιετνάμ, η Σινγκαπούρη, η Ινδονησία και η Μαλαισία είναι περισσότερο πρόθυμες, σύμφωνα με τον Μπραντς να επιδιώξουν στενότερες σχέσεις με τις Η.Π.Α., και παραδοσιακές δυνάμεις στην περιοχή, όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία, και η Ινδία έχουν συσφίγξει τις σχέσεις αυτές. Το ερώτημα είναι κατά πόσο είναι έτοιμη η Αμερική να αξιοποιήσει αυτή την πιθανή ευκαιρία. Τα προβλήματα είναι διάφορα και σχετίζονται τόσο με την πολιτική ιδεολογία, όσο και με την πρακτική εφαρμογή της -από το επίπεδο της χάραγξης πολιτικής, μέχρι τα διάφορα κενά στο υπουργείο Εξωτερικών. Η πολιτική «Πρώτα η Αμερική», που έκανε τον Ντόναλντ Τραμπ πρόεδρο, έχει σαφώς απήχηση. Συγχρόνως, όμως, σημαίνει ότι πρέπει να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες για τις κατάλληλες συμμαχίες.

Μοιράσου το άρθρο: