Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης αποτελεί ένα οικονομικό αλλά και πολιτικό ορόσημο για την πορεία της χώρας μέσα στα μνημόνια.
Από τη μια πλευρά έγινε με σημαντικό τίμημα, αφού οι δανειστές είχαν θέσει όρους όπως το ξεκίνημα των πλειστηριασμών και η πώληση μονάδων της ΔΕΗ, τα οποία ασφαλώς έχουν κοινωνικό και πολιτικό κόστος.
Από την άλλη πλευρά, όμως, το έγκαιρο κλείσιμο της αξιολόγησης θεωρείται ένα σημαντικό χαρτί στα χέρια της κυβέρνησης προκειμένου να θέσει στο τραπέζι το ζήτημα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους -για την οποία έχει δεσμευτεί η ευρωζώνη- και να ξεκινήσει την τελική φάση ολοκλήρωσης του τρίτου μνημονίου.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι όποτε επιχειρήθηκε να αποκρουστούν οι απαιτήσεις των δανειστών στο πλαίσιο των αξιολογήσεων, το μόνο αποτέλεσμα ήταν να υπάρξει χρονική παράταση με οικονομική και πολιτική φθορά, χωρίς να επιτευχθούν ουσιαστικά κέρδη για την ελληνική πλευρά.
Γιαυτό και η τρίτη αξιολόγηση κλείνει απρόσκοπτα, χωρίς να τεθούν βέτο ή να δημιουργηθούν καθυστερήσεις από την ελληνική πλευρά.
Ο σχεδιασμός βασίζεται στη λογική ότι μόνο η αποδέσμευση από το τρίτο μνημόνιο μπορεί να δημιουργήσει ένα βαθμό ελευθερίας στην οικονομική πολιτική και κάποια περιθώρια πολιτικών χειρισμών. Ασφαλώς, θα υπάρχει και πάλι εποπτεία, αλλά η εκάστοτε κυβέρνηση θα έχει μια ευχέρεια επιλογών σε σχέση με τα μέσα που θα χρησιμοποιήσει για να υλοποιήσει τους στόχους.
Οι δεσμεύσεις της χώρας θα αφορούν αφενός την τήρηση των δημοσιονομικών στόχων που έχουν τεθεί, αλλά και την υλοποίηση των λεγόμενων μεταρρυθμίσεων.
Οι τελευταίες, όπως προκύπτει από τις πρώτες συζητήσεις που έχουν γίνει για το ζήτημα, θα αφορούν κυρίως στην πορεία των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά και στην υλοποίηση μεγάλων παρεμβάσεων, από την υλοποίηση του Κτηματολογίου, μέχρι την ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης.
Στο προσκήνιο θα έρθουν κυρίως θέματα που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα της αγοράς και τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών που σχετίζονται με τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα.
Στο πλαίσιο αυτό το σημείο κλειδί είναι το ζήτημα του χρέους, αφού η οριστικοποίηση των νέων μέτρων ελάφρυνσης είναι προϋπόθεση για να ανοίξει ο δρόμος για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, η οποία θα επιτρέψει την αποδέσμευση από τα δανεικά του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM).
Οι αβεβαιότητες είναι αρκετές, καθώς υπάρχουν αρκετές διαφωνίες μεταξύ των δανειστών τόσο για τα μέτρα σε σχέση με το χρέος όσο και για το μηχανισμό εποπτείας της ελληνικής οικονομίας.
Επιπλέον, όσο παρατείνεται η εκκρεμότητα σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία τόσο θα καθυστερήσει η λήψη αποφάσεων για την Ελλάδα.
Το δεδομένο, όμως, είναι ότι όλες οι πλευρές θέλουν πλέον να ολοκληρωθεί το τρίτο μνημόνιο και να επιστρέψει η Ελλάδα στις αγορές, αν μη τι άλλο διότι στην πράξη θα ήταν πολιτικά αδύνατον να ψηφιστεί ένα νέο πακέτο χρηματοδότησης της χώρας μας από τις χώρες της ευρωζώνης.
Μένει να φανεί κατά πόσον οι ελπίδες της κυβέρνησης για ανάκτηση κάποιου βαθμού ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής θα επιβεβαιωθούν ή θα διαψευστούν.
Κατά πόσον δηλαδή το νέο καθεστώς θα έχει ουσιαστική διαφορά από το σημερινό ή θα πρόκειται για ένα νέο μνημόνιο, το οποίο θα έχει άλλο όνομα.
Αυτό είναι και το αντικείμενο της νέας διαπραγμάτευσης που θα διεξαχθεί τους επόμενους μήνες.

Μοιράσου το άρθρο: