Ξεκίνησε χθες, στην Αλεξάντρια της πολιτείας της Βιρτζίνια, η πρώτη δίκη που προέκυψε από τις ενέργειες του ειδικού ερευνητή Ρόμπερτ Μιούλερ, και η οποία ακουμπάει -από σημαντική απόσταση για την ώρα- τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το δικαστικό σύστημα της περιοχής είναι γνωστό στους αμερικανικούς νομικούς κύκλους ως… πυραυλικό, για την ταχύτητα, με την οποία εκδικάζονται οι διάφορες υποθέσεις. Στην υπόθεση του Πολ Μάναφορτ, του πρώην επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ για την προεδρία των Η.Π.Α., η επβεβαίωση αυτής της ταχύτητας είναι μια απρόσμενη διάσταση, αφού πολλοί εκτιμούσαν ότι η βαρύτητα της υπόθεσης και η πολυπλοκότητα των κατηγοριών θα απαιτούσαν παρατεταμένες διαδικασίες. Φαίνεται, όμως, πως υπολόγιζαν χωρίς τον ξενοδόχο -εν προκειμένω τον δικαστή Έλλις, ο οποίος, όπως τονίζει και το CNN ξεκαθάρισε από την αρχή πώς περιμένει να εξελιχθούν τα πράγματα. Έτσι, λοιπόν, ο κατήγορος και ο συνήγορος υπεράσπισης του Πολ Μάναφορτ είχαν μέχρι μισή ώρα το πολύ για τις εναρκτήριες δηλώσεις τους, ενώ ο δικαστής Έλλις κατέστησε σαφές πως οι ένορκοι δεν θα πρέπει να κατακλυστούν με βαρετές λεπτομέρειες για τις εξειδικευμένες πτυχές των δραστηριοτήτων του Μάναφορτ.

Γιατί, όμως, τόσοι άνθρωποι εκτιμούν πως αυτή η πολυαναμενόμενη δίκη, με όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να την καθιστούν εντυπωσιακή, θα είναι βαρετή; Κατ’ αρχήν, όσο στενή και αν είναι η σύνδεση του Πολ Μάναφορτ με τον Ντόναλντ Τραμπ, και όσο στενή και αν είναι η σύνδεση αυτής της δίκης με τον Ρόμπερτ Μιούλερ και την έρευνά του, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν συνδέεται με τα αδικήματα για τα οποία διώκεται ο κάποτε ισχυρός άνδρας του επιτελείου του. Για την ακρίβεια, ο Μάναφορτ κατηγορείται για αδικήματα φοροδιαφυγής και τραπεζικής απάτης που ξεκινούν το 2008, και παρ’ότι εκτείνονται στο σήμερα. Ο New Yorker κάνει μια χρήσιμη διάκριση ανάμεσα στα αδικήματα, τα οποία ο Μάναφορτ κατηγορείται πως διέπραξε κατά την εποχή των παχέων αγελάδων του, και σε εκείνα που φαινομενικά συνδέονται με την ταραχή του κατά την εποχή των ισχνών. Πριν, όμως, από τον δαιδαλώδη λαβύρινθο που οι εταιρείες, οι τραπεζικοί λογαριασμοί, και οι καταθέσεις από διεθνείς τράπεζες σε αμερικανικές επιχειρήσεις συνθέτουν, και ο οποίος οδηγεί άλλοτε στο Ηνωμένο Βασίλειο, άλλοτε στην Κύπρο, και άλλοτε σε άλλες χώρες, οι ένορκοι είναι πολύ πιθανό να βαρεθούν, ή τουλάχιστον να κουραστούν, προσπαθώντας νακαταλάβουν πως ο Πολ Μάναφορτ έβγαλε τα χρήματα που κατηγορείται ότι στη συνέχεια έκρυψε.

Την Τρίτη, ο πρώτος μάρτυρας που κήθηκε να καταθέσει έδωσε μια εικόνα όσων υποστηρίζουν αυτή την πιθανότητα. Ο Ταντ Ντεβάιν, πολιτικός σύμβουλος των Δημοκρατικών και πρώην συνεργάτης του Μάναφορτ ανέλαβε, απαντώντας στις ερωτήσεις του κατηγόρου Γκρεγκ Άντρες, να εξηγήσει τις σχέσεις του Μάναφορτ με τους πρωταγωνιστές της ουκρανικής πολιτικής, στο πεδίο της οποίας είχαν συνεργαστεί για τη διοργάνωση πολιτικών εκστρατειών στη χώρα. Ο Μάναφορτ και ο τότε βοηθός του, Ρόμπερτ Γκέιτς, ο οποίος πλέον συνεργάζεται με τον Ρόμπερτ Μιούλερ, και στον οποίο βασίζεται σημαντικό μέτος της δικογραφίας, είχαν -κατά τον Ντεβάιν- προσπαθήσει το 2014 να συνεργαστούν με τον νυν πρόεδρο της Ουκρανίας, Βίκτορ Ποροσένκο. Ο βασικός του πελάτης, όμως, ήταν ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, ο προκάτοχος του Ποροσένκο, ο οποίος συνδέεται στενά με τον Βλάντιμιρ Πούτιν. Και πάλι, όσο και αν το όνομα του Ρώσου προέδρου προκαλεί αναταραχή όποτε ακούγεται έστω και σε απόσταση χιλιομέτρων από τον πρόεδρο Τραμπ, αυτή η σύνδεση δεν επηρεάζει τον τελευταίο. Τι συμβαίνει, όμως; Το 2014, ο Πολ Μάναφορτ έχασε την πρόσβασή του στην ουκρανική προεδρία, αλλά και στις οικονομικές απολαβές που αυτή σήμαινε για εκείνον. Σταδιακά, τα εκατομμύρια δολάρια που κατηγορείται πως νομιμοποιούσε μέσω εξωχώριων επιχειρήσεων και τραπεζικών λογαριασμών έδωσαν τη θέση τους σε προσπάθειες διασφάλισης δανείων υπό συνθήκες που αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης της εγκυρότητας των πληροφοριών που προσέφερε στους χρηματωπιστωτικούς οργανισμούς. Είναι η περίοδος των ισχνών αγελάδων. Το θέμα είναι πως ειδικά κατά αυτή την περίοδο, τα αδικήματα του Μάναφορτ δεν είναι εξαιρετικά. Είναι περιορισμένα σε σχέση με τα προηγούμενα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται, και όπως σημειώνει ο New Yorker, σίγουρα δεν είναι το είδος των αδικημάτων με τα οποία θα ασχολείτο ένας ειδικός ερευνητής. Για τον Άνταμ Ντέιβιντσον, όμως, ο οποίος και υπογράφει το σχετικό σχόλιο, αυτά τα υποδεέστερα αδικήματα αποκαλύπτουν ένα σημαντικό γνώρισμα του Πολ Μάναφορτ, το οποίο παρουσιάζει ως το βασικό στοίχημα και επιχείρημα του Ρόμπερτ Μιούλερ: Από το 2014 και μετά, ο Πολ Μάναφορτ βρισκόταν σε πανικό, και χωρίς χρήματα. Το 2016, όταν αναλαμβάνει επικεφαλής της προεδρικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, θέση για την οποία δεν εισπράττει κάποια οικονομική αποζημίωση, είναι πολύ πιθανό να κεφαλαιοποίησε την πρόσβασή του στον ολοένα και ισχυρότερο υποψήφιο, τότε, πρόεδρο.

Βεβαίως, το επιχείρημα είναι τραβηγμένο. Ακόμα χειρότερα, είναι αστήρικτο. Κάπως έτσι ξεκινά ο αντίλογος στον ερευνητή Μιούλερ, υποστηρίζοντας πως η δικαστική δίωξη του Μάναφορτ είναι υπερβολική. Για την ακρίβεια, όσοι κι αν σχολίαζαν πως η δίκη θα είναι βαρετή ή αργή, άλλοι τόσοι σχολίαζαν πως δεν θα γινόταν καν. Ο συλλογισμός τους, όμως, δεν ήταν πως θα αποσύρονταν οι κατηγορίες (άλλωστε, ο Πολ Μάναφορτ αντιμετωπίζει και δεύτερο δικαστήριο, στην Ουάσινγκτον, για κατηγορίες που σχετίζονται με ξέπλυμα χρήματος, και με την παράλειψη γνωστοποίησης, όπως προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία, της δραστηριότητάς του στην ουκρανική κυβέρνηση), αλλά πως κατηγορούμενος και κατήγορος θα οδηγούνταν σε κάποια συμφωνία. Σε αντίθεση, κατά πώς δείχνουν οι εξελίξεις, με τον δικηγόρο του Αμερικανού προέδρου, ο Πολ Μάναφορτ δεν φαίνεται πρόθυμος να συνεργαστεί με τον Ρόμπερτ Μιούλερ. Η πρόσφατη τακτική της νομικής ομάδας του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και οι ενέργειες του ίδιου του Αμερικανού προέδρου προσφέρουν κάποιες πιθανές εξηγήσεις, επιπροσθέτως της πιθανότητας απουσίας ενοχοποιητικών στοιχείων που θα μπορούσε, θεωρητικά, να προσφέρει ο Μάναφορτ.

Σε κάθε δίκη, το χειρότερο σενάριο για κάθε κατηγορούμενο είναι η καταδίκη του. Ο πρόεδρος Τραμπ, όμως, έχει δείξει πως δεν διστάζει να απονείμει χάρη σε καταδικασθέντες για εγκλήματα διαφθοράς, ο οποίος, μέσω της αγαπημένης του πλατφόρμας επικοινωνίας, το twitter, εξέφρασε την συμπαράστασή του στον Μάναφορτ, χαρακτηρίζοντας «πολύ άδικη» τη δίωξή του.

Μοιράσου το άρθρο: