evdoxia_limperi Ανταπόκριση από το Λονδίνο Ευδοξία Λυμπέρη

Ένα άσχημο φαινόμενο αναδύεται στην Βρετανία του Brexit. Οι ξενοφοβικές και ρατσιστικές επιθέσεις σε πολίτες Ευρωπαϊκών χωρών συνεχίζονται με αυξητική τάση. Η ΕΡΤ βρήκε ανάμεσα τους και Έλληνες που έχουν υποστεί τον ρατσισμό. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων διστάζει ή δεν είναι πρόθυμη να το καταγγείλει επώνυμα.

papachristoforouΕξαίρεση αποτελεί ο Χριστόφορος Παπαχριστοφόρου ο οποίος είχε μία τραυματική εμπειρία και την κατήγγειλε. Τον Αύγουστο περπατούσε με παρέα τεσσάρων Ελλήνων σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα μέρη του Λονδίνου, μπροστά στο London Eye. Εκεί δε΄χτηκαν επίθεση από ομάδα νεαρών Βρετανών οι οποίοι τους είπαν “τώρα που ψήφισαμε Brexit δεν πρέπει να μιλάτε Ελληνικά αλλά αγγλικά. Πρέπει να δείχνετε σεβασμό στη χώρα που μένετε”.

Η παρέα των Ελλήνων προσπέρασε την πρόκληση αλλά ένας από αυτούς χτύπησε τον Χριστόφορο στο δεξί μάτι με αποτέλεσμα ο σκελετός των γυαλιών του να σπάσει και να μπει δίπλα στο μάτι του. Η πληγή χρειάστηκε 15 εσωτερικά και 15 εξωτερικά ράμματα ενώ οι δράστες δεν βρέθηκαν διότι σε μία πρωτοφανή αποκάλυψη της αστυνομίας “οι κάμερες στο κεντρικό αυτό σημείο είναι ανενεργές”.
φωτό(μάτι κλπ).

Ραγδαία αύξηση ξενοφοβίας

gill-ratter-evdoxiaΑμέσως μετά το δημοψήφισμα κατεγράφη αύξηση έως και 60% στο έγκλημα μίσους, δηλαδή στις ξενοφοβικές ή/και ρατσιστικές επιθέσεις, για να μειωθεί τώρα στο 20-30% συγκριτικά με την ίδια περίοδο το 2015.

Όπως είπε στην ΕΡΤ η Τζιλ Ράτερ υπεύθυνη στρατηγικής για την οργάνωση British Future η αύξηση του εγκλήματος μίσους οφείλεται σε δύο λόγους: πρώτ’ απ’ όλα στην ανάγκη των πολιτών να αναφέρουν περιστατικά που πριν δεν το έκαναν αλλά πέρα από αυτό υπάρχει μία αληθινή αύξηση του εγκλήματος μίσους διότι κάποιοι άνθρωποι αισθάνθηκαν ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος τους έδωσε την άδεια να λένε ή να κάνουν πράγματα που πρωτύτερα δεν έκαναν.

“Είναι εξαιτίας των περισσότερων καταγγελιών αλλά και εξαιτίας μίας τοξικής μειονότητας που τώρα αισθάνονται ότι έχουν την άδεια να λένε και να κάνουν πράγματα προφανώς λάθος”.

Ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Μιχάλης Θεοδοσιάδης από την μεριά του διακρίνει ένα φαινόμενο “που υπήρχε πάντα ωστόσο τώρα βρήκε πρόσφορο έδαφος να εκδηλωθεί”.

Η αχαρτογράφητη αύξηση

xenophobia-note2Η έρευνα για το ρεπορτάζ έφερε στην επιφάνεια περιπτώσεις που δεν αναφέρονται οπότε δεν καταγράφονται πουθενά.

Περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα θέλουν να τηρήσουν ανωνυμία, αφορούν κυρίως σε φραστικές επιθέσεις μέσα στον χώρο εργασίας.
Σε μία περίπτωση Ελληνίδα υπάλληλος υπέστη φραστική επίθεση από την προϊσταμένη της λέγοντάς της, “τώρα που ψηφίσαμε Brexit να πας πίσω στην χώρα σου”.

Σε αυτήν την περίπτωση έγινε αναφορά στην διεύθυνση της επιχείρησης, ωστόσο αυτή δεν έγινε αποδεκτή καθώς η προϊσταμένη το αρνήθηκε και κατέληξε να είναι ο λόγος της μίας ενάντια στην άλλη.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά και αυτή φραστική επίθεση από συνάδελφο του θύματος, και πάλι έγινε αναφορά στον διευθυντή τους ο οποίος έκανε σύσταση στον υπάλληλο.

Μία άλλη λίγο διαφορετική περίπτωση αφορά Ελληνίδα κάτοικο Λονδίνου η οποία βρήκε μετά το δημοψήφισμα δύο φορές σημειώματα από γείτονα της, που της έγραφε ότι εάν δεν έχει βρετανικό διαβατήριο πρέπει να φύγει.φωτο(το σημείωμα) Η ίδια απήντησε στο σημείωμα απειλώντας τον ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία και το θέμα έχει μείνει εκεί. Δυστυχώς στην περιφέρεια, και ιδαίτερα στις περιοχές που ψήφισαν έξοδο από την ΕΕ υπάρχουν περισσότερα περιστατικά.

Το παράδοξο

british-future2Όπως προκύπτει, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που έχουν υποστεί ξενοφοβικές επιθέσεις, διάκριση ή/και φραστικά επεισόδια ρατσιστικού περιεχομένου δεν το ανέφεραν. Αυτοί που μας διηγήθηκαν τις εμπειρίες τους δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να μιλήσουν επώνυμα.

Οι αιτιολογίες ήταν κυρίως τρεις:

α) δεν ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή στο περιβάλλον της εργασίας τους και της κοινότητας τους,

β) δικαιολογούσαν τους επιτιθέμενους είτε λόγω χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, είτε λόγω ψυχολογικών ή άλλων προβλημάτων υγείας που μπορεί να είχαν αυτοί και

γ) επειδή δεν ήθελαν να δουν ή/και να μάθουν οι συγγενείς και φίλοι τους στην Ελλάδα κάτι ανησυχητικό γι’ αυτούς.

“Παρόλο που σήμερα περισσότεροι άνθρωποι καταγγέλουν εγκλήματα μίσους, τα περισσότερα εγκλήματα μίσους δεν καταγγέλονται, η πλειοψηφία των φραστικών επιθέσεων δεν καταγγέλεται” λέει η Τζιλ Ράτερ της British Future και διευκρινίζει ότι “είναι οι φραστικές επιθέσεις, και οι επιθέσεις στο διαδίκτυο που συνιστούν την πλειοψηφία του εγκλήματος μίσους.”

Όπως αποδεικνύεται υπάρχει ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά τα περιστατικά ξενοφοβίας έχουν αυξηθεί εξαιτίας και των περισσότερων καταγγελιών ενώ ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος αριθμός επιθέσεων (φραστικών και μέσω διαδικτύου) δεν αναφέρονται.

Μέτρα κυβέρνησης

Η βρετανική κυβέρνηση έχει μπει σε δράση με ειδική τηλεφωνική γραμμή και μηχανισμούς καταγγελιών, ωστόσο δεν εγγυάται το μέλλον των 3,2 εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών που ήδη ζουν και εργάζονται στη Βρετανία διότι θέλει να τους χρησιμοποιήσει ως μέτρο πίεσης στις διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους.

“Αυτό δεν είναι αποδεκτό”, λέει η Τζιλ Ράτερ διότι “προκαλεί άγχος στους Ευρωπαίους και ανασφάλεια στους εργοδότες τους. H British Future κάνει δική της έρευνα και ζητάμε από την κυβέρνηση να δώσει άδεια διαμονής αορίστου χρόνου στους Ευρωπαίους πολίτες που βρίσκονται εδώ, των οποίων η θέση είναι διαφορετική από αυτούς που θα έρθουν στο μέλλον.”

Η πλειοψηφία των επιθέσεων αφορά κυρίως τους πολίτες με καταγωγή από την Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι Έλληνες νεότεροι μετανάστες είναι συνήθως άνθρωποι με μόρφωση και ως επί το πλείστον δεν έρχονται να διεκδικήσουν κοινωνικά επιδόματα. Γι’ αυτό και -ευτυχώς- είναι μικρός ο αριθμός των Ελλήνων που είχαν ή έχουν βιώσει κάποιου είδους ρατσιστική συμπεριφορά εναντίον τους.

Η πλειοψηφία από αυτούς είναι ικανοποιημένοι και βιώνουν συμπάθεια από τους Βρετανούς.

Από την άλλη πλευρά, τίποτα δεν δείχνει ότι η ξενοφοβία υποχωρεί. Είναι ένα φαινόμενο που αυξάνεται και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Όμως, ειδικά για την Βρετανία η αναταραχή στην καθημερινότητα όπως η χώρα αποχωρεί από την ΕΕ, σε συνδυασμό με το προσφυγικό που πιέζει επιπλέον, δεν αφήνουν περιθώρια για αισιοδοξία.

Υπάρχει μία “τοξική μειοψηφία” που θεωρεί ότι μετά το δημοψήφισμα πήρε το πράσινο φως να εκφράσει τον ρατσισμό του ενάντια στους γύρω του και αυτό μπορεί να εξαπλωθεί εάν δεν ληφθούν αυστηρά μέτρα. Ειδικά με τις εξελίξεις μετά την δικαστική απόφαση για Brexit μέσω της κοινοβουλευτικής εξουσίας, όταν πρωτοσέλιδα από μεγάλες βρετανικές εφημερίδες διαιωνίζουν το διχαστικό κλίμα και την ρητορική μίσους που είδαμε στην καμπάνια πριν το δημοψήφισμα.

Μοιράσου το άρθρο: