Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν εξελέγη τον περασμένο Μάιο υποσχόμενος να εφαρμόσει ένα φιλοευρωπαϊκό πρόγραμμα, που θα ενισχύσει την οικονομική και νομισματική ένωση της ΕΕ και ειδικότερα της ευρωζώνης, μετά το Brexit. Έχει δεσμευτεί να παρουσιάσει προτάσεις γι’ αυτό μετά τις βουλευτικές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου στη Γερμανία, ενώ δεν αποκλείεται να εκφράσει ορισμένες ιδέες για το μέλλον της Ευρώπης κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Αθήνα. Ωστόσο, πριν και πέραν από όλα αυτά, ο Μακρόν πρέπει να πετύχει στις μεταρρυθμίσεις τις οποίες έχει εξαγγείλει για την ίδια τη Γαλλία, αρχής γενομένης από εκείνη για τα εργασιακά.

Ο Μακρόν από την εποχή που ακόμη ήταν υπουργός Οικονομίας του Ολάντ διακήρυττε ότι η Ευρώπη έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις για να επιβιώσει, ενώ ανάλογες θέσεις έχει επαναλάβει και από τότε που εξελέγη πρόεδρος. Φυσικά, η Γαλλία σήμερα δεν διαθέτει το ειδικό βάρος στην Ευρώπη σε σχέση με το παρελθόν, λόγω της αύξησης της γερμανικής ισχύος, αλλά και των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών αδυναμιών που εμφάνισε η ίδια τις τελευταίες δεκαετίες. Ο Μακρόν επιχειρεί να αποκαταστήσει αυτή τη διαταραχθείσα ισορροπία. Προς το παρόν, πάντως, μέχρι να επιδείξει αποτελέσματα στα εσωτερικά θέματα της Γαλλίας, αντιμετωπίζεται με «ευγενική συγκατάβαση» από την καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ και ενίοτε με «κυνισμό» από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε

Η κατά Μακρόν μεταρρύθμιση για την ΕΕ και την Ευρωζώνη

Η Γαλλία, η Γερμανία, καθώς και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις συμφωνούν ότι είναι απαραίτητη η μεταρρύθμιση της ΕΕ, αλλά δεν την εννοούν απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο.
Σε μια ακόμη συνάντησή τους πριν λίγες μέρες στο Βερολίνο, Μακρόν και Μέρκελ έκαναν σαφές ότι θέλουν να προχωρήσουν στην εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και σε μια ακόμη πιο στενή σχέση μεταξύ των κρατών μελών της ευρωζώνης. Πρώτα πεδία για κάτι τέτοιο έχουν αναφερθεί η μετεξέλιξη του ESM σε ένα είδος Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου (EMF), η δημιουργία θέσης Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών της ζώνης, καθώς και η σταδιακή διαμόρφωση ενός κοινού προϋπολογισμού για τα κράτη μέλη. Σ’ αυτά επανέρχεται και το αίτημα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου για έκδοση ευρωομολόγων και αμοιβαιοποίηση, τουλάχιστον μέρους, των χρεών, με τελευταία περίπτωση τον πρωθυπουργό της Ισπανίας Μαριάνο Ραχόι να θέτει το θέμα ξανά.

Το ερώτημα είναι σε τι βαθμό Μακρόν και Μέρκελ συμφωνούν σ’ αυτή την ατζέντα. Μετά την τελευταία τους συνάντηση η καγκελάριος τάχθηκε υπέρ της ιδέας να δημιουργηθεί ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, ενώ δεν απέκλεισε και τον διορισμό ενός ευρωπαίου υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τη μετατροπή του ESM σε ΕΜF δεν έχει ξεκαθαριστεί αν έχουν κοινή οπτική στο ρόλο και τις αρμοδιότητές του. Π.χ. ο Μακρόν δεν βλέπει θετικά την ιδέα Σόιμπλε ένα τέτοιο Ταμείο να υποκαταστήσει εν μέρει τουλάχιστον την Κομισιόν σε ό,τι αφορά την επιτήρηση της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών. Απ’ την άλλη, η γαλλική πλευρά δεν δείχνει να ενθουσιάζεται ούτε με τις ιδέες που ακούστηκαν από το Βερολίνο –αν και όχι επισήμως- ότι ο ΕSM -που θα έχει γίνει EMF- θα μπορεί σε περιόδους κρίσης να δανείζει στα κράτη μέλη κεφάλαια ακόμη και για επενδύσεις, όμως υπό την προϋπόθεση της οικονομικής τους επιτήρησης. Η τελευταίο θα αποτελεί μια επί το ηπιότερο παραλλαγή των μνημονίων.

Ο Μακρόν, αντιθέτως, επιμένει περισσότερο στην εξέλιξη της ευρωζώνης, από νομισματική σε οικονομική ένωση, μέσω της δημιουργίας της θέσης ενός υπουργού οικονομικών –και όχι απλώς προέδρου του Eurogroup – καθώς και ενός κοινού προϋπολογισμού των κρατών μελών. Για το τελευταίο υπάρχει βέβαια η αντίφαση ότι η Γαλλία δεν έχει υποστηρίξει ποτέ θερμά τις διάφορες ιδέες για αμοιβαιοποίηση του χρέους μέσω ευρωομολόγων και ούτε την αύξηση του υφιστάμενου κοινοτικού προϋπολογισμού, που παραμένει μόλις λίγο περισσότερο από το 1% του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ. Επίσης, να σημειωθεί ότι οι προτάσεις Μακρόν είναι δύσκολο να προχωρήσουν χωρίς τροποποίηση των Συνθηκών, ενώ εκείνες Σόιμπλε δεν απαιτούν κάτι τέτοιο.

Ο Γάλλος πρόεδρος δεν κουράζεται πάντως να επαναλαμβάνει ότι «δεν πρέπει να αναλώσουμε όλη μας την ενέργεια στο Brexit», καθώς αξιωματούχοι της Βρετανίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ξεκινούν τον τρίτο γύρο διαπραγματεύσεων για το διαζύγιο του ΗΒ και της ΕΕ. Ο ίδιος θεωρεί πως πρέπει να τεθούν θετικοί στόχοι για την επανίδρυση μιας Ευρώπης «που θα προστατεύει» σε εμπορικό και αμυντικό τομέα και η οποία θα μπορεί να συγκρίνεται σε δύναμη με τις ΗΠΑ και την Κίνα και θα γίνει «ηγέτης του ελεύθερου κόσμου».

Πιο άμεσα, πάντως, ο Εμανουέλ Μακρόν θα επιδιώξει την αυστηροποίηση των διατάξεων που διέπουν το καθεστώς των αλλοδαπών εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονται προσωρινά σε άλλη χώρα από τη δική τους, λαμβάνοντας αμοιβές και κοινωνική ασφάλιση στα επίπεδα της πατρίδας τους. Αν και προς το παρόν λιγότερο από το 1% του συνόλου των Ευρωπαίων εργαζομένων τελούν υπό του σχήματος αυτού, ο Μακρόν το θεωρεί ως μια μορφή κοινωνικού ντάμπινγκ, που δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό για τους ντόπιους, εν προκειμένω για τους Γάλλους εργαζόμενους. Και καθώς στη Γαλλία η ανεργία παραμένει στο υψηλό 9,6%, αίτημά του είναι, τουλάχιστον στη δική χώρα, οι εργαζόμενοι από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. να απασχολούνται με τους ίδιους όρους που ισχύουν και για τους Γάλλους. Το θέμα αυτό έθεσε μετ’ επιτάσεως στην περιοδεία του, πριν μερικές μέρες, στην Αυστρία -όπου συνάντησε, επίσης, τους πρωθυπουργούς της Τσεχίας και Σλοβακίας- καθώς και στη Ρουμανία και Βουλγαρία. Η Πολωνία και η Ουγγαρία έμειναν, πάντως, εκτός των προορισμών της προεδρικής περιοδείας του Εμανουέλ Μακρόν, με την πρώτη να αντιδρά σφοδρά στο γαλλικό αίτημα για αλλαγή της κοινοτικής νομοθεσίας για τις αποσπάσεις εργαζομένων. Να σημειωθεί ότι 500.000 Πολωνοί εργάζονται σε άλλες χώρες μέλη της ΕΕ με προσωρινές συμβάσεις και μισθολογικό/ασφαλιστικό καθεστώς που ισχύει στην πατρίδα τους.

Αναζητώντας την γεωπολιτική και οικονομική αναβάθμιση της Γαλλίας

Βεβαίως, η επίδραση της Γαλλίας στην Ευρώπη περνά κατ’ άρχήν από την αναβάθμιση της διεθνούς παρουσίας της ίδιας, καθώς και την ανάπτυξη της οικονομίας της.
Ως προς το πρώτο, ο Πρόεδρος Μακρόν, με σειρά κινήσεων μέσα στις πρώτες 100 μέρες της προεδρίας του, δείχνει να προσβλέπει στην ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου της χώρας του. Στη χορεία αυτών των ενεργειών περιλαμβάνεται η προσπάθειά του για αναβάθμιση του γαλλογερμανικού άξονα και η περιοδεία στην ΚΑ Ευρώπη που προαναφέρεται, η πρόσκληση στον Τραμπ να παραβρεθεί στους φετινούς εορτασμούς της 14ης Ιουλίου, η παρουσία της Γαλλίας σε Μαλί και Λιβύη, οι ιδέες για ανάπτυξη μιας γαλλικής/ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η νέα ενεργειακή διπλωματία της Γαλλίας, αλλά και το ανανεωμένο ενδιαφέρον της για το Κυπριακό. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σημασία που αποδίδει η Γαλλία για τον ρόλο της Ελλάδας στην ΝΑ Ευρώπη, απότοκο του οποίου είναι και η προσεχής επίσκεψη Μακρόν στην Αθήνα.

Ωστόσο, ο ρόλος της ίδιας της Γαλλίας στην Ευρώπη και τον κόσμο δεν μπορεί να ενδυναμωθεί χωρίς να αντιμετωπιστούν οι αδυναμιές της οικονομίας της, η οποία εδώ και τουλάχιστον 2 δεκαετίες χάνει σε ανταγωνιστικότητα, παρουσιάζει υψηλή ανεργία και δημιουργεί ελλείμματα πέραν των ορίων που προβλέπει το Μάαστριχτ.
Το οικονομικό πρόγραμμα του Μακρόν, με το οποίο κέρδισε τις προεδρικές κοινοβουλευτικές εκλογές, έθετε σε προτεραιότητα τη διόρθρωση της οικονομίας, περιλαμβάνοντας ορισμένες καινοτομίες που επιχειρούν να συνδυάσουν τις φιλελεύθερες πολιτικές με κάποια ασφάλεια των εργαζομένων.

Πυρήνας του πρώτου γύρου μεταρρυθμίσεων είναι η φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, όπου το κράτος θα πρέπει να μειώσει την επιρροή του, αφήνοντας περισσότερες αρμοδιότητες και δυνατότητες λήψης αποφάσεων σε εργοδότες και συνδικάτα. Η δε χαλάρωση του εργατικού δικαίου θα επιδιωχθεί να ωθήσει τις επιχειρήσεις να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας ώστε να μειωθεί η υψηλή για τα δεδομένα της χώρας ανεργία. Τις τελευταίες μέρες η κυβέρνηση του Εντουάρ Φιλίπ παρουσίασε τα πρώτα σχετικά διατάγματα, τα οποία θέτουν ανώτατο όριο στις αποζημιώσεις, μειώνουν τις προθεσμίες για τις προσφυγές των μισθωτών και δίνουν τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης χωρίς τα συνδικάτα, όταν πρόκειται για μικρές επιχειρήσεις.

Οι σχετικές προβλέψεις απέσπασαν εγκωμιαστικά σχόλια από το σύνολο των εργοδοτικών οργανώσεων και τα μεγάλα ΜΜΕ. Σε κύριο άρθρο της, η εφημερίδα Le Monde έκανε λόγο για «φιλόδοξη» μεταρρύθμιση, η οποία «μπορεί να μην αποτελεί την κοπερνίκεια επανάσταση» που είχε υποσχεθεί ο Εμανουέλ Μακρόν, «αλλά είναι σε θέση να αλλάξει δραστικά τις κοινωνικές σχέσεις μέσα στις επιχειρήσεις». Τα συνδικάτα εμφανίστηκαν διχασμένα, με την ριζοσπαστική και φιλοκομμουνιστική CGT να απορρίπτει τη μεταρρύθμιση και να καλεί στις πρώτες απεργίες και πορείες στις 12 Σεπτεμβρίου και τα πιο μετριοπαθή CFDT και FO να μην είναι μεν ικανοποιημένα, αλλά και να μην συμμετέχουν στις προαναφερόμενες κινητοποιήσεις. Σε ό,τι αφορά την αντιπολίτευση στην γαλλική Εθνοσυνέλευση, οι κεντροδεξιοί Ρεπουμπλικανοί υποστηρίζουν αμήχανα τις προτάσεις που παρουσιάστηκαν μια και είναι σχεδόν ίδιες με τις δικές τους, οι δε Σοσιαλιστές είναι πλήρως αποδιοργανωμένοι μετά την εκλογική τους καταβαράθρωση. Έτσι, τη σημαία της αντίστασης υψώνει ο επικεφαλής της «Ανυπότακτης Γαλλίας» Ζαν Λικ Μελανσόν, ο οποίος αυτή τη στιγμή είναι ο δημοφιλέστερος πολιτικός στη χώρα. Σε ό,τι αφορά την κοινή γνώμη, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 58% των Γάλλων αντιτίθεται στη μεταρρύθμιση έναντι του 42% που την εγκρίνει. Ωστόσο οι ψηφοφόροι του Μακρόν υποστηρίζουν ευρέως, σε ποσοστό 82%, την πρόταση της κυβέρνησης.

Πέραν τούτων, η νέα γαλλική κυβέρνηση προχώρησε στην υλοποίηση της προεκλογικής εξαγγελίας για συμμόρφωση της χώρας με τα κριτήρια του Μάαστριχτ για ανώτατο όριο 3% ως προς το δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο παραβίαζε σταθερά τα τελευταία χρόνια η Γαλλία. Προκειμένου, όμως, να μειωθεί το έλλειμμα απαιτείται ήδη από φέτος περικοπή κρατικών δαπανών. Αυτή έχει εξαγγελθεί ότι θα περιλαμβάνει μείωση των στρατιωτικών δαπανών και της χρηματοδότησης για την τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και μια περιστολή ορισμένων κοινωνικών δαπανών, όπως είναι η μείωση του επιδόματος κατοικίας για δικαιούχους που έχουν ανάγκη κατά πέντε ευρώ μηνιαίως από τον προσεχή Οκτώβριο.

Η εξαγγελία όλων αυτών των μέτρων αποτελεί έναν από τους λόγους που η δημοτικότητα του Μακρόν έχει υποστεί μεγάλη πτώση μέσα ήδη στο καλοκαίρι, καθώς μόλις το 40% δηλώνει ικανοποιημένο για τα πεπραγμένα του. Να σημειωθεί ότι ο Φρανσουά Ολάντ το 2012, την αντίστοιχη περίοδο, ήταν ακόμα πολύ δημοφιλής (στο 54%), όπως και προκάτοχός τους, Νικολά Σαρκοζί το 2007 (67%).

Έτσι, το ερώτημα που τίθεται από πολλούς, εντός και εκτός Γαλλίας, είναι γιατί ο Μακρόν θα έχει καλύτερη τύχη από αρκετούς προκατόχους του, οι οποίοι αποπειράθηκαν να αλλάξουν το στάτους κβο στη γαλλική οικονομία και ιδίως στις εργασιακές σχέσεις, για να αναδιπλωθούν ύστερα από έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. Η βασική διαφορά, όπως επισημαίνει και πάλι η Le Monde, είναι ότι ο νέος πρόεδρος είχε προετοιμάσει από καιρό την κοινή γνώμη για τη μεταρρύθμιση που θεωρούσε αναγκαία. Επίσης, στη Εθνοσυνέλευση η σχετικά άπειρη πολιτική κοινοβουλευτική ομάδα του νεότευκτου κόμματος του Μακρόν «Η Δημοκρατία Εμπρός» παραμένει πειθαρχημένη στην επίσημη γραμμή, η δε αντιπολίτευση, όπως προαναφέρεται, δεν είναι σε θέση απειλήσει την πολιτική του. Τα μετριοπαθή συνδικάτα έχουν συμπεριληφθεί στη διαδικασία επεξεργασίας των μεταρρυθμιστικών σχεδίων της κυβέρνησης και απέχουν προς το παρόν από κινητοποιήσεις. Επομένως, το ενδιαφέρον στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στο ρεύμα στήριξης που μπορεί να δημιουργήσει το ριζοσπαστικό συνδικάτο CGT μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου, ημέρα στην οποία θα πραγματοποιήσει τις πρώτες πανεθνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά των νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης.