Toυ Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Η 22η Μαρτίου ίσως θεωρηθεί στο μέλλον ιστορική ημέρα. Ενδεχομένως να μνημονεύεται ως το σημείο που άρχισε να αλλάζει το σύστημα διεθνούς εμπορίου, τουλάχιστον στη μορφή που καθιερώθηκε τις τελευταίες δυόμιση δεκαετίες παγκοσμιοποίησης. Και τούτο διότι στις 22/3 υπεγράφη τελικά από τον Ντόναλτ Τραμπ το διάταγμα για την επιβολή δασμών σε εισαγόμενα στις ΗΠΑ προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου.

Βεβαίως, μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσε στις διεθνείς αγορές, ο Αμερικανός Πρόεδρος έκανε εν μέρει πίσω, εξαιρώντας  -προσωρινά- από τους δασμούς αρκετούς σημαντικούς εμπορικούς εταίρους και συμμάχους των ΗΠΑ, όπως είναι οι χώρες μέλη της EE, η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Βραζιλία, ο Καναδάς, το Μεξικό και η Νότια Κορέα. Έτσι, η απόφαση του Αμερικανού πρόεδρου προς το παρόν ανοίγει τον δρόμο για την επιβολή δασμών έως και 60 δισ. δολαρίων κυρίως σε εισαγόμενα προϊόντα από την Κίνα. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές, συνυπολογίζοντας και άλλες σχετικές εξελίξεις τα τελευταία χρόνια θεωρούν ότι οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές δεν θα είναι ίδιες μετά την προηγούμενη Πέμπτη.

Η κινεζική «απειλή»

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, δηλώνοντας ότι γίνονται διαπραγματεύσεις με την Κίνα και επιχειρώντας να χαμηλώσει τους τόνους, περιέλαβε στο διάταγμα τον όρο ότι οι δασμοί θα επιβάλλονται έπειτα από διαβουλεύσεις με λομπίστες και μέλη του Κογκρέσου, προκειμένου να επιλεγούν οι στόχοι από λίστα 1.300 κινεζικών προϊόντων. Ακόμη, το ίδιο το νομοθέτημα  αφήνει περιθώρια στην Κίνα για να αντιδράσει στα μέτρα του Λευκού Οίκου, μετριάζοντας έτσι τον κίνδυνο δραματικών αντιποίνων από το Πεκίνο.

Από την άλλη, η βασική ανάλυση του Αμερικανού προέδρου παραμένει στη θέση της: υπάρχει σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ εξαιτίας αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, κλοπής πνευματικών δικαιωμάτων κλπ. χωρών όπως η Κίνα﮲ η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης ήταν ένας βασικός λόγος που τον ψήφισαν οι Αμερικανοί στις εκλογές το 2016﮲ το εμπορικό έλλειμμα των 375 δις $ με τη χώρα αυτή πρέπει να μειωθεί κατά τουλάχιστον 100 δις το χρόνο.

Βέβαια, τα αντίποινα από την Κίνα είναι πολύ πιθανά. Το δε εύρος  στο οποίο μπορεί να κινηθεί το Πεκίνο είναι μεγάλο και πηγαίνει από μέτρα που θα επηρεάσουν εισαγωγές σόγιας και άλλων γεωργικών προϊόντων από τις ΗΠΑ (συνολικής αξίας 20 δις $ το χρόνο) και φτάνει έως τα εκατοντάδες αεροσκάφη της Boeing, που σχεδιάζεται να πουληθούν τα επόμενα 20 χρόνια στην Κίνα. Ήδη το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας έβγαλε ανακοίνωση στην οποία σημειώνει ότι δε θα μείνει αδρανές όσο παραβιάζονται τα έννομα δικαιώματά της χώρας.

Ωστόσο, η υπόθεση των δασμών για τον χάλυβα και του αλουμίνιο είναι μόνον η πιο εμφανής πλευρά των σημερινών εμπορικών αντιπαραθέσεων. Πριν λίγες βδομάδες ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ματαιώσει επιθετική εξαγορά αξίας 117 δις δολ. (!) την οποία επιχειρούσε να κάνει η Broadcom, κινεζικών συμφερόντων, αποκτώντας την αμερικανική Qualcomm. Και οι δύο εταιρίες ασχολούνται με την κατασκευή μικροεπεξεργαστών, ο δε Αμερικανός Πρόεδρος απέτρεψε την συγχώνευσή τους, μετά μάλιστα από σχετική σύσταση της Επιτροπής για τις Ξένες Επενδύσεις των ΗΠΑ (CFIUS),  επιχειρηματολογώντας ότι αποτελούσε απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Ο Τραμπ είχε ήδη εμποδίσει πέρυσι, μετά πάλι από συστάσεις της CFIUS, την εξαγορά της αμερικανικής κατασκευάστριας μικροεπεξεργαστών Lattice από έναν κινεζικό κρατικό όμιλο. Και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για σαφή άσκηση πολιτικής προστατευτισμού, με σκοπό να εμποδιστούν κινεζικές εταιρίες να αποκτήσουν πρόσβαση σε τεχνολογίες αιχμής και ιδίως σ ’αυτές που έχουν σχέση με τα επερχόμενα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας 5G. Ομως και η κυβέρνηση του Μπάρακ Ομπάμα, αν και στη θεωρία θιασώτης των ανοικτών εμπορικών συνόρων, είχε κινητοποιηθεί το 2016 για να αποτραπεί η εξαγορά της γερμανικής εταιρείας oπτοηλεκτρονικών Aixtron από μια άλλη κινεζική εταιρεία! Κι αυτό διότι υπήρχε θυγατρική της Αixtron στις ΗΠΑ. Τελικά και εκείνη η εξαγορά εγκαταλήφθηκε.

Ωστόσο, oι προστατευτικές τάσεις των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα δεν είναι άνευ λόγου και έρχονται να συμπέσουν πλέον με ανάλογες ανησυχίες και ευρωπαϊκών χωρών, όπως κυρίως της Γαλλίας. Και τούτο διότι από το 2001, που η Κίνα έγινε δεκτή στο σύστημα του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου με αμερικανική, αλλά ευρωπαϊκή, υποστήριξη, είχε υποσχεθεί να ανοίξει τις πόρτες της στις εξαγωγές των νέων εμπορικών εταίρων της. Ωστόσο, αυτό που κυρίως έκανε η Κίνα στα 17 χρόνια που πέρασαν ήταν να περιορίσει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της  και να παρέχει αθρόες ενισχύσεις σε κρατικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις της για να εισέλθουν στις αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Αυτές, μάλιστα, τα τελευταία χρόνια δεν περιορίζονται σε εξαγωγές, αλλά περνούν και σε εξαγορές στρατηγικού χαρακτήρα.  Ταυτοχρόνως, όμως, όσες ξένες επιχειρήσεις ενδιαφέρονται για την κινεζική αγορά οφείλουν να δημιουργούν «κοινοπραξίες» με κινεζικές εταιρίες.  Υπάρχουν, μάλιστα, κατηγορίες ότι ορισμένες τέτοιες «κοινοπραξίες» ειδικεύονται στην εμπορική κατασκοπεία και στην κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας από τους δυτικούς, ενώ, βέβαια είναι μόνιμες οι επικρίσεις των υπολοίπων στο G7 για το ότι το Πεκίνο διατηρεί τεχνητά χαμηλή τιμή του γουάν. Έτσι, μπορεί το «ελεύθερο» εμπόριο με την Κίνα να δημιουργεί οφέλη στους καταναλωτές των δυτικών χωρών υπό τη μορφή φτηνών προϊόντων, αλλά έχει συνέπειες για τους ίδιους ως εργαζόμενους, καθώς κλείνουν, συρρικνώνονται ή στην καλύτερη των περιπτώσεων εξαγοράζονται αρκετές από τις επιχειρήσεις που δούλευαν.

Η ευρωπαϊκή σχοινοβασία…

Οι δασμοί στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου αναστέλλονται και για τα 28 μέλη της ΕΕ, αλλά μόνον έως την 1η Μαΐου 2018, σύμφωνα με τις τελευταίες αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης. Στο μεταξύ οι ΗΠΑ βρίσκονται σε συζητήσεις με τις ευρωπαϊκές χώρες «πάνω σε εναλλακτικά ικανοποιητικά μέσα», όπως είναι η σχετική ανακοίνωση.

Να σημειωθεί ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν εκτιμήσει ότι σε περίπτωση που οι ΗΠΑ έκαναν τα λόγια πράξεις, οι κοινοτικές εξαγωγές χάλυβα και αλουμινίου προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα μειώνονταν κατά 15 εκατ. τόνους, το δε κόστος για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα ανερχόταν στο επίπεδο των 2,8 δισ. ευρώ. Επιπλέον, πριν από την εξαίρεση της ΕΕ, ο Τραμπ είχε υπονοήσει ότι οι δασμοί θα μπορούσαν να επεκταθούν και στις εισαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων στις ΗΠΑ, κάτι που θα είχε μεγάλες συνέπειες στις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες και ειδικά στις γερμανικές.

Από την άλλη, οι 28 ηγέτες της ΕΕ, ζήτησαν στο πλαίσιο του τελευταίου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 23/3,  μόνιμη εξαίρεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους δασμούς στις εισαγωγές αλουμινίου και χάλυβα που έχει εξαγγείλει  ο Τραμπ.  Στην κοινή δήλωση των «28» στην εν λόγω Σύνοδο αναφέρεται: «Τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με την επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας και η προστασία ολόκληρων τομέων στις ΗΠΑ δεν είναι μια κατάλληλη θεραπεία για τα πραγματικά προβλήματα που προκαλεί η υπερπαραγωγή».

Ωστόσο, θεωρείται αρκετά δύσκολο να μην υπάρξει καμιά αλλαγή στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ/ΕΕ, ενώ και ο Επίτροπος Πιέρ Μοσκοβισί παραδέχθηκε ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται τώρα μακριά από το πνεύμα που επικρατούσε πριν 3-4 χρόνια για τη σύναψη μιας ολοκληρωμένης διατλαντικής συνθήκης (όπως ήταν η TTIP).

Kαι ενώ αρκετοί ευρωπαίοι ηγέτες δηλώνουν την ευαρέσκειά τους για την εξαίρεση των χωρών τους, στο βαθμό που αυτή παραμένει προσωρινή, διατηρείται η προετοιμασία την οποία ξεκίνησε η ΕΕ για αντίμετρα.  Τη σχετική προειδοποίηση είχε κάνει ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, δηλώνοντας προ ημερών ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα έχει άλλη επιλογή παρά να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο αν οι Ηνωμένες Πολιτείες οριστικοποιήσουν τα σχέδιά τους να επιβάλουν δασμούς 25% στις εισαγωγές χάλυβα και 10% σε εκείνες αλουμινίου από ευρωπαϊκές χώρες.

Η δε Επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Σεσίλια Μάλμστρομ είχε δηλώσει ότι, αν χρειαστεί, οι Βρυξέλλες θα κινηθούν ταυτόχρονα σε τρία μέτωπα:  -θα καταγγείλουν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) την επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα από τις ΗΠΑ  -θα κάνουν χρήση της δυνατότητας που παρέχει ο ΠΟΕ για λήψη προσωρινών μέτρων προστασίας της ευρωπαϊκής αγοράς -θα προχωρήσουν στη λήψη αντίμετρων στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων στην Ε.Ε. Η Επίτροπος απέφυγε να μπει σε λεπτομέρειες σχετικά με το ποια προϊόντα θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενα επιβολής δασμών, αλλά  αναγνώρισε ότι σ’ αυτά θα μπορούσαν να περιληφθούν το ουίσκι μπέρμπον, τα τζίν Levi’s, οι μοτοσικλέτες Harley-Davidson, οι χυμοί φρούτων κ.ά.

Τα διαφαινόμενα «όρια» της τρέχουσας παγκοσμιοποίησης

Από το 1994, οπότε υπεγράφη ο Γύρος της Ουρουγουάης για το ελεύθερο εμπόριο πάνω στον οποίο στηρίζεται ακόμη η απελευθέρωση που ακολούθησε, δεν έχει ολοκληρωθεί καμία άλλη παγκόσμια συμφωνία ελευθέρου εμπορίου. Αντιθέτως, είναι άφθονες οι διμερείς και περιφερειακές συμφωνίες που περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις, εργατικές νομοθεσίες, κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος και πνευματικά δικαιώματα.

Επίσης, δύο πρώην πρόεδροι των ΗΠΑ, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν και ο Τζορτζ Μπους, είχαν προβεί σε κινήσεις ανάλογες με τους δασμούς του Τραμπ, αλλά και τις αναίρεσαν μετά λίγα χρόνια.

Αν και ο Τραμπ έφτασε να πει ότι «οι εμπορικοί πόλεμοι μπορεί να είναι και όμορφοι γιατί μπορούν να κερδηθούν», ωστόσο δεν είναι πολλοί ούτε στις ΗΠΑ, ούτε πουθενά αλλού που πιστεύουν το ίδιο. Η οικονομική ιστορία ήδη από τον 19ο αιώνα έχει πολλά παραδείγματα για τις παρενέργειες που δημιουργήθηκαν –μέχρι και την κήρυξη κανονικών πολέμων- από τις έντονες εμπορικές συγκρούσεις και τον προστατευτισμό που ακολουθούσε.

Ωστόσο, είναι λίγοι και εκείνοι που πιστεύουν πλέον ότι το παγκόσμιο εμπόριο μπορεί να λειτουργήσει ομαλά στον 21ο αιώνα, με την «εξιδανικευμένη» απελευθέρωση και ανταγωνιστικότητα που διακήρυσσαν οι Ανταμ Σμιθ και  Ντέιβιτ Ρικάρντο στον 18ο και 19ο αιώνα. Στις θεωρίες τους οι δύο βρετανοί οικονομολόγοι ήθελαν, ιδανικά, με τη μείωση των δασμών στα προϊόντα και την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων, κάθε προϊόν να παράγεται όπου έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και οι εργαζόμενοι να πηγαίνουν όπου τους χρειάζονται περισσότερο.

Όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα οικονομικά μοντέλα, οι θεωρίες τους βασίστηκαν σε υποθέσεις που δεν επαληθεύονται πλήρως στην πραγματικότητα. -Π.χ. καμιά χώρα δεν αφήνει να υπάρξει ανόθευτος ανταγωνισμός και παρεμβαίνει εκεί που την συμφέρει, με πρώτη και καλύτερη σήμερα την Κίνα  -Οι δασμοί, εκτός από βάρος για την ιδιωτική οικονομία, αποτελούν και έσοδα για τα κράτη, μέσω των οποίων χρηματοδοτούν ορισμένες πολιτικές τους χωρίς να χρειάζεται να επιβάλουν νέους φόρους  -Στην πραγματική ζωή οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εύκολα χώρα αποκλειστικά για να βρουν κάπου αλλού καλύτερη εργασία  -Και μόνον η λειτουργία μηχανισμών και θεσμών που κανείς δεν απορρίπτει, όπως είναι ο Παγκόσμιος  Οργανισμού Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ κλπ. και άλλων διεθνών οργανισμών αντιβαίνει τη συλλογιστική περί πλήρως ελευθέρου εμπορίου  -Η παγκοσμιοποίηση θέτει, επιπλέον, νέα ερωτήματα στην εποχή του Διαδικτύου, οδηγώντας στη συγκέντρωση υπερβολικής δύναμης από τεράστιες, κυρίως αμερικανικές, εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Αυτές με τη σειρά τους, εκτός από την κλασσική επιχειρηματική δράση, φθάνουν να ελέγχουν προσωπικά δεδομένα μεγάλου ποσοστού κατοίκων όλου του κόσμου, με σοβαρές παρενέργειες, όπως τα τελευταία περιστατικά με το Facebook.

To που θα καταλήξουν όλα αυτά, αν θα δημιουργηθούν καινούργιες ισορροπίες ή νέες ρήξεις, ακόμη δεν έχει φανεί. Το μόνο εμφανές είναι ότι η πρόσφατη παγκοσμιοποίηση –η οποία δρομολογήθηκε την περίοδο 1991-2016, μετά την πτώση του Τείχους, τη μεγάλη διάδοση της νέας τεχνολογίας και την εκτίναξη ορισμένων αναπτυσσόμενων χωρών, με κυρίαρχη περίπτωση την Κίνα-  δύσκολα θα συνεχίσει να έχει την ίδια μορφή.

 

 

Μοιράσου το άρθρο: